Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΈΝΓΚΕΛΣ: ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ


ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ


Για τον ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ έχουν γραφτεί αμέτρητα βιβλία κι εξακολουθούν να γράφονται ακόμη και σήμερα. Αξίζει όμως να δούμε από «πρώτο χέρι» μια σύντομη Βιογραφία, ένα σκιαγράφημα του μεγάλου αυτού στοχαστή και επαναστάτη από τον συνεργάτη του και στενότερό του φίλο, τον ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΈΝΓΚΕΛΣ. Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει το κείμενο του ΈΝΓΚΕΛΣ «ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ» το οποίο γράφτηκε τον Ιούνη του 1877 και δημοσιεύτηκε στο «Λαϊκό ημερολόγιο», Μπράουνσβαϊγκ το 1878. Το κείμενο αυτό περιλαμβάνεται στα διαλεχτά έργα των Μάρξ – Ένγκελς και Λένιν, που επιμελήθηκε το Ινστιτούτο Μάρξ-Ένγκελς-Λένιν (Κρατικός Εκδοτικός Οίκος για πολιτική φιλολογία, Μόσχα 1948). Τα υλικά αυτών των έργων φυλάγονται στο Ινστιτούτο Μάρξ-Ένγκελς-Λένιν της Μόσχας. Στο Ελληνικό Διαδίκτυο δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ.

Ο άνθρωπος που έδωσε για πρώτη φορά επιστημονική βάση στο σοσιαλισμό και επομένως σε όλο το εργατικό κίνημα της εποχής μας, ο Καρλ Μάρξ, γεννήθηκε στο Τρήρ το 1818. Σπούδασε στη Βόννη και στο Βερολίνο στην αρχή νομικές επιστήμες, αλλά αμέσως κατόπιν αφιερώθηκε αποκλειστικά στη μελέτη της ιστορίας και της Φιλοσοφίας και ετοιμαζόταν το 1842 να γίνει υφηγητής της φιλοσοφίας, όταν η πολιτική κίνηση που δημιουργήθηκε μετά το θάνατο του Φρειδερίκου Γουλιέλμου ΙΙΙ τον οδήγησε σε άλλη σταδιοδρομία. Οι αρχηγοί της φιλελεύθερης αστικής τάξης της Ρηνανίας, οι Καμπχάουζεν, Χάνσεμαν, κτλ., ίδρυσαν με τη συνεργασία του στην Κολωνία την «Εφημερίδα του Ρήνου» και ο Μάρξ, που είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση με την κριτική του για τις συζητήσεις του επαρχιακού κοινοβουλίου της Ρηνανίας, κλήθηκε το φθινόπωρο του 1842 ν’ αναλάβει τη διεύθυνση της εφημερίδας. Η «Εφημερίδα του Ρήνου» έβγαινε βέβαια κάτω από λογοκρισία. Η λογοκρισία όμως δεν κατάφερνε να τα βγάλει πέρα μαζί της. (σ.σ. Ο πρώτος λογοκριτής της «Εφημερίδας του Ρήνου» ήταν ο αστυνομικός σύμβουλος Ντόλεσαλ, ο ίδιος που άλλοτε έσβηνε από την «Εφημερίδα της Κολωνίας» την αγγελία της μετάφρασης της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη από τον Φιλαλήθη (τον κατοπινό βασιλιά Ιωάννη της Σαξονίας) με την παρατήρηση: Με θεία πράγματα δεν επιτρέπεται να παίζουμε κωμωδία) Η «Εφημερίδα του Ρήνου» δημοσίευε σχεδόν πάντα τα άρθρα που χρειάζονταν. Στην αρχή πρόσφεραν στο λογοκριτή κατώτερης ποιότητας υλικό για να σβήνει, ώσπου υποχωρούσε είτε μόνος του, είτε αναγκάζονταν να υποχωρήσει εμπρός στην απειλή ότι δε θα έβγαινε η εφημερίδα την άλλη μέρα. Αν υπήρχαν δέκα εφημερίδες με το ίδιο θάρρος σαν την «Εφημερίδα του Ρήνου» και αν οι εκδότες τους θυσίαζαν μερικές εκατοντάδες τάλιρα παραπάνω για έξοδα εκτύπωσης, η λογοκρισία στη Γερμανία θα είχε κιόλας γίνει αδύνατη από το 1843. Όμως οι γερμανοί ιδιοκτήτες εφημερίδων ήταν μικρόλογοι, δειλοί φιλισταίοι και η «Εφημερίδα του Ρήνου» έκανε τον αγώνα μόνη της. Έφθειρε τον ένα λογοκριτή ύστερα από τον άλλο. Τελικά την περνούσαν από διπλή λογοκρισία. Ύστερα από την πρώτη λογοκρισία την έβλεπε άλλη μια φορά και την λογόκρινε τελικά ο κυβερνητικός πρόεδρος Regierungspsasident) (σ.σ. Κυβερνητικούς προέδρους – Regierungspsasident – λέγανε στην Πρωσία τους εκπροσώπους της κεντρικής κυβέρνησης στους νομούς). Αλλά κι αυτό δεν ωφέλησε. Στις αρχές του 1843 η κυβέρνηση δήλωσε ότι δε μπορεί να τα βγάλει πέρα μ’ αυτή την εφημερίδα και την απαγόρευσε χωρίς άλλη διαδικασία.

Ο Μάρξ που στο μεταξύ είχε παντρευτεί την αδελφή του κατοπινού αντιδραστικού υπουργού φον Βέστφαλεν, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και έβγαλε εκεί μαζί με τον Α. Ρούγκε τα «Γερμανογαλλικά Χρονικά», όπου με την «Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου» άρχισε τη δημοσίευση της σειράς των σοσιαλιστικών του έργων. Δημοσίευσε ακόμα μαζί με τον Φ. Ένγκελς την «Αγία οικογένεια. Ενάντια στον Μπρούνο Μπάουερ και Σία». Το έργο αυτό ήταν μια σατιρική κριτική μιας από τις τελευταίες μορφές που είχε πάρει ο τότε γερμανικός φιλοσοφικός ιδεαλισμός.

Ο Μάρξ δίπλα στη μελέτη της πολιτικής οικονομίας και της ιστορίας της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης έβρισκε πάντα καιρό για να χτυπάει σε κάθε ευκαιρία την πρωσική κυβέρνηση. Η πρωσική κυβέρνηση για να εκδικηθεί ενέργησε και πέτυχε την άνοιξη του 1845 από την κυβέρνηση Γκιζό την απέλαση του Μάρξ από τη Γαλλία. Φαίνεται ότι ο κύριος Αλέξανδρος φον Χούμπολντ έπαιξε εδώ το ρόλο του μεσολαβητή. Ο Μάρξ εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες και δημοσίευσε εκεί το 1848, (σ.σ. Στο πρωτότυπο αναφέρεται λαθεμένα η χρονολογία 1846) στα γαλλικά το “Discours sur le libre ecange” («Διατριβή για την ελεύθερη ανταλλαγή») και το 1847 τη “Misere dela philosophie” («Φιλοσοφία της αθλιότητας») του Προυντόν. Ταυτόχρονα βρήκε την ευκαιρία να ιδρύσει στις Βρυξέλλες ένα γερμανικό εργατικό σύλλογο και έτσι άρχισε την πρακτική ζύμωση. Αυτή η δουλειά απόκτησε γι’ αυτόν μεγαλύτερη σημασία όταν το 1847 μαζί με τους πολιτικούς του φίλους μπήκε στη μυστική «Ένωση των Κομμουνιστών» που υπήρχε από κάμποσα χρόνια. Όλη αυτή η οργάνωση άλλαξε τώρα ριζικά. Από λίγο πολύ συνωμοτική ένωση, μετατράπηκε σε μια απλή, μόνο στην ανάγκη μυστική, οργάνωση κομμουνιστικής προπαγάνδας, στην πρώτη οργάνωση του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Η ένωση υπήρχε παντού όπου υπήρχαν γερμανικοί εργατικοί σύλλογοι. Σχεδόν σ’ όλους αυτούς τους συλλόγους της Αγγλίας, του Βελγίου, της Γαλλίας, της Ελβετίας και σε πάρα πολλούς συλλόγους της Γερμανίας στο αναπτυσσόμενο γερμανικό εργατικό κίνημα ήταν πολύ σημαντική. Ταυτόχρονα ήταν η ένωσή μας η πρώτη, που τόνισε και απόδειξε στην πράξη το διεθνιστικό χαρακτήρα όλου του εργατικού κινήματος, είχε μέλη άγγλους, βέλγους, Ουγγαρέζους, πολωνούς κλπ., και οργάνωνε, ιδίως στο Λονδίνο, διεθνείς εργατικές συγκεντρώσεις.

Η μετατροπή της ένωσης έγινε σε δύο συνέδρια που συνήλθαν το 1847. Στο δεύτερο αποφασίστηκε η σύνταξη και η δημοσίευση των βασικών αρχών του κόμματος σ’ ένα μανιφέστο που θα το συνέτασσαν οι Μάρξ και Ένγκελς. Έτσι γεννήθηκε το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1848, λίγο πριν από την επανάσταση του Φλεβάρη, και που κατοπινά μεταφράστηκε σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Η συμμετοχή του Μάρξ στη «Γερμανική εφημερίδα των Βρυξελλών» (σ.σ. Η «Γερμανική εφημερίδα των Βρυξελλών» ήταν όργανο των γερμανών φυγάδων στις Βρυξέλλες. Κυκλοφορούσε από το 1847 μέχρι το Φλεβάρη του 1848. Από το Σεπτέμβρη του 1847 διεύθυναν την εφημερίδα ο Μάρξ και ο Ένγκελς), που ξεσκέπαζε αμείλικτα την αστυνομική μακαριότητα της πατρίδας του, έδωσε την αφορμή στην πρωσική κυβέρνηση να επιδιώξει ξανά – χωρίς όμως να το κατορθώσει – την απέλαση του Μάρξ. Όταν όμως η επανάσταση του Φλεβάρη ξεσήκωσε λαϊκά κινήματα και στις Βρυξέλλες και φαινόταν ότι και το Βέλγιο βρισκόταν στις παραμονές μιας ανατροπής, η βελγική κυβέρνηση συνέλαβε χωρίς προσχήματα τον Μάρξ και τον απέλασε. Στο μεταξύ τον είχε προσκαλέσει η προσωρινή κυβέρνηση της Γαλλίας μέσω του Φλοκόν να πάει πάλι στο Παρίσι και ο Μάρξ δέχτηκε αυτή την πρόσκληση.

Στο Παρίσι αντιτάχθηκε πριν απ’ όλα στα τυχοδιωκτικά σχέδια που είχαν επινοήσει οι εκεί γερμανοί που θέλανε να συγκροτήσουν τους γερμανούς εργάτες στη Γαλλία σε ένοπλες λεγεώνες για να εισαγάγουν έτσι την επανάσταση και τη δημοκρατία στη Γερμανία. Από τη μια μεριά, έπρεπε να κάνει η Γερμανία την επανάσταση μονάχη της, και από την άλλη, κάθε σχηματιζόμενη ξένη επαναστατική λεγεώνα στη Γαλλία την πρόδιδαν προκαταβολικά οι Λαμαρτίνοι της προσωρινής κυβέρνησης στην κυβέρνηση που επιδίωκαν ν’ ανατρέψουν, όπως έγινε και στο Βέλγιο και στη Βάδη.

Ύστερα από την επανάσταση του Μάρτη ο Μάρξ πήγε στην Κολωνία και ίδρυσε εκεί τη «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου», που έβγαινε από την 1η του Ιούνη 1848 έως τις 19 του Μάη 1849. Ήταν η μόνη εφημερίδα που εκπροσωπούσε την προλεταριακή άποψη μέσα στο τότε δημοκρατικό κίνημα. Το γεγονός μάλιστα ότι πήρε ανεπιφύλακτα το μέρος των επαναστατών του Ιούνη του 1848, είχε σαν αποτέλεσμα να αποχωρήσουν όλοι οι μέτοχοι της εφημερίδας. Μάταια κατάγγελνε η «Κρόϋτς Τσάϊτουγκ» (σ.σ. «Κρόϋτς Τσάϊτουγκ» (δηλ. «Εφημερίδα του Σταυρού») λέγανε τότε την αντιδραστική μοναρχική καθημερινή εφημερίδα «Νέα Πρωσική Εφημερίδα» που έβγαινε στο Βερολίνο από το 1848 και είχε στην προμετωπίδα ένα σταυρό) την αναίδεια Κιμποράσο (σ.σ. Κιμποράσο, μια από τις πιο ψηλές βουνοκορφές της Νότιας Αμερικής) με την οποία η «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου» πρόσβαλε όλα τα άγια, από το βασιλιά και τον αντιπρόσωπο του Ράιχ μέχρι το χωροφύλακα και αυτό γινόταν μέσα σ’ ένα πρωσικό φρούριο που είχε τότε μια φρουρά από 800 άντρες. Μάταια αγανακτούσαν οι φιλελεύθεροι φιλισταίοι της Ρηνανίας που έγιναν απότομα αντιδραστικοί, μάταια με βάση την κατάσταση πολιορκίας στην Κολωνία το φθινόπωρο του 1848 έκλεισαν για πολύ καιρό την εφημερίδα, μάταια κατάγγελνε το αυτοκρατορικό υπουργείο δικαιοσύνης της Φρανκφούρτης στην εισαγγελία της Κολωνίας ένα προς ένα τα άρθρα για δικαστική δίωξη. Το φύλλο εξακολούθησε να συντάσσεται και να τυπώνεται ήσυχα εμπρός στα μάτια της αστυνομίας και όσο οξύνονταν οι επιθέσεις ενάντια στην κυβέρνηση και την αστική τάξη – τόσο μεγάλωνε η κυκλοφορία και η φήμη της εφημερίδας. Όταν το Νοέμβρη του 1848 έγινε το πραξικόπημα στην Πρωσία, η «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου» έβαζε στην επικεφαλίδα κάθε φύλλου συνθήματα, καλώντας το λαό να αρνηθεί την πληρωμή των φόρων και να αντιμετωπίσει τη βία με τη βία. Γι’ αυτό καθώς και για ένα άλλο άρθρο παράπεμψαν τη «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου» την άνοιξη του 1849 στο ορκωτό δικαστήριο, αλλά και τις δύο φορές αθωώθηκε. Τελικά, όταν καταπνίγηκαν οι εξεγέρσεις του Μάη του 1849 στη Δρέσδη και στην επαρχία του Ρήνου και όταν, ύστερα από συγκέντρωση και κινητοποίηση μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων, άρχισε η πρωσική εκστρατεία ενάντια στην εξέγερση της Βάδης και του Παλατινάτου, η κυβέρνηση νόμισε ότι ήταν αρκετά δυνατή για ν’ απαγορεύσει με τη βία τη «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου». Το τελευταίο φύλλο – τυπωμένο με κόκκινη μελάνη – εκδόθηκε στις 19 του Μάη.

Ο Μάρξ πήγε πάλι στο Παρίσι, λίγες όμως εβδομάδες αργότερα, ύστερα από τις διαδηλώσεις στις 13 του Ιούνη 1849, υποχρεώθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση να διαλέξει: ή να πάει να εγκατασταθεί στη Βρετάνη ή να εγκαταλείψει τη Γαλλία. Προτίμησε το δεύτερο και πήγε και εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου μένει από τότε χωρίς διακοπή. Μπροστά στην αντίδραση που διαρκώς δυνάμωνε εγκαταλείφθηκε σε λίγο καιρό η προσπάθεια να επανεκδοθεί (το 1850) η «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου» με τη μορφή επιθεώρησης (στο Αμβούργο). Αμέσως μετά το πραξικόπημα στη Γαλλία, το Δεκέμβρη του 1851, ο Μάρξ δημοσίευσε τη «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» (Βοστόνη 1852, δεύτερη έκδοση, Αμβούργο 1869, λίγο πριν από τον πόλεμο). Το 1853 έγραψε τις «Αποκαλύψεις για τη δίκη των Κομμουνιστών στην Κολωνία» (που τυπώθηκε πρώτα στη Βασιλεία, αργότερα στη Βοστόνη, και τελευταία πάλι στη Λειψία).

Ύστερα από την καταδίκη των μελών της Ένωσης των Κομμουνιστών στην Κολωνία, ο Μάρξ αποτραβήχτηκε από την πολιτική ζύμωση και αφιερώθηκε από τη μια, δέκα ολόκληρα χρόνια, στην έρευνα των πλούσιων θησαυρών που του πρόσφερε η βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου στον τομέα της πολιτικής οικονομίας, και από την άλλη στη συνεργασία του στο «Βήμα της Νέας Υόρκης», (“New York Daily Tribune” – δημοκρατική εφημερίδα που έβγαινε στη Νέα Υόρκη από το 1841 μέχρι το 1924. Ο Μάρξ συνεργάστηκε σ’ αυτήν από το 1851 μέχρι το 1862») όπου δημοσίευσε, μέχρι την έκρηξη του αμερικάνικου εμφυλίου πολέμου, όχι μόνο ενυπόγραφες ανταποκρίσεις αλλά και πολλά κύρια άρθρα για ευρωπαϊκά και ασιατικά ζητήματα. Στο Λονδίνο ανατυπώθηκαν σε φυλλάδιο τα δριμύτατα άρθρα του ενάντια στο λόρδο Πάλμερστον που στηρίζονταν σε επισταμένη μελέτη των επίσημων αγγλικών ντοκουμέντων.

Ο πρώτος καρπός των μακρόχρονων οικονομικών μελετών του δημοσιεύτηκε το 1859: «Κριτική της πολιτικής οικονομίας, πρώτο τεύχος» (Βερολίνο, Ντούνκερ). Το έργο αυτό περιέχει την πρώτη συστηματική έκθεση της θεωρίας του Μάρξ για την αξία, μαζί και τη θεωρία του χρήματος. Στη διάρκεια του ιταλικού πολέμου, ο Μάρξ καταπολέμησε από τις στήλες της γερμανικής εφημερίδας «ο Λαός», (σ.σ. Η γερμανική εφημερίδα “Das Volk” («ο Λαός»), που δραστήριος συνεργάτης της ήταν ο Μάρξ, έβγαινε από το Μάη μέχρι τον Αύγουστο του 1859 στο Λονδίνο), που έβγαινε στο Λονδίνο, το βοναπαρτισμό που παρουσιαζόταν τότε με φιλελεύθερο χρώμα, θέλοντας να παραστήσει τον απελευθερωτή των καταπιεζόμενων εθνοτήτων, καθώς και την τότε πρωσική πολιτική, που κάτω από το μανδύα της ουδετερότητας προσπαθούσε να ψαρέψει στα θολά. Με αυτή την ευκαιρία έπρεπε να χτυπηθεί και ο κύριος Κάρολος Φόγκτ που με εντολή του πρίγκιπα Ναπολέοντα (Πλόν-Πλόν) και σαν μισθωτό όργανο του Λουδοβίκου Ναπολέοντα προπαγάνδιζε την ουδετερότητα και προσπαθούσε να κινήσει τη συμπάθεια της Γερμανίας. Ο Μάρξ απάντησε στις κακοηθέστατες, συνειδητά ψεύτικες συκοφαντίες, με τις οποίες τον είχε περιλούσει ο Φόγκτ, στο βιβλιαράκι: «Ο κύριος Φόγκτ», Λονδίνο 1860. Σ’ αυτό ξεσκεπάστηκαν ο κύριος Φόγκτ και οι άλλοι κύριοι της αυτοκρατορικής συμμορίας των ψευτοδημοκρατών και με βάση τα στοιχεία από το εξωτερικό και το εσωτερικό αποδειχνόταν ότι ο Φόγκτ είχε δωροδοκηθεί από τη δεκεμβριανή αυτοκρατορία. Ακριβώς ύστερα από δέκα χρόνια ήρθε η επιβεβαίωση: στον κατάλογο των ανθρώπων που είχαν πουληθεί στο βοναπαρτιστικό καθεστώς, που βρέθηκε στον Κεραμεικό το 1870 και δημοσιεύτηκε από την κυβέρνηση του Σεπτέμβρη, βρέθηκε στο γράμμα Φ: «Φόγκτ (V: Vogt) τον Αύγουστο του 1859 του δόθηκαν …40.000 φράγκα».

Τέλος εκδόθηκε το 1867 στο Αμβούργο «Το Κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος πρώτος» - το κύριο έργο του Μάρξ, όπου εκθέτονται οι βάσεις των οικονομικών – σοσιαλιστικών απόψεών του και οι κύριες γραμμές της κριτικής του για την υπάρχουσα κοινωνία, για τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και τις συνέπειές του. Η δεύτερη έκδοση αυτού του έργου που άφησε εποχή έγινε το 1872. Ο συγγραφέας ασχολείται τώρα με την επεξεργασία του δεύτερου τόμου.

Στο μεταξύ είχε τόσο ξαναδυναμώσει στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες το εργατικό κίνημα, που μπορούσε ο Μάρξ να σκεφτεί να εκπληρώσει μια επιθυμία που είχε από πολύ καιρό: την ίδρυση μιας εργατικής ένωσης που θα αγκάλιαζε τις πιο προχωρημένες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής. Η Ένωση θα έδειχνε σα να πούμε χειροπιαστά τόσο στους εργάτες όσο και στην αστική τάξη το διεθνιστικό χαρακτήρα του σοσιαλιστικού κινήματος – πράγμα που θα χαροποιούσε και θα δυνάμωνε το προλεταριάτο, και θα φόβιζε τους εχθρούς του. Την αφορμή για να βάλει το ζήτημα την έδωσε μια λαϊκή συγκέντρωση, στις 28 του Σεπτέμβρη 1864, στην αίθουσα Σαίντ Μάρτιν του Λονδίνου υπέρ της Πολωνίας, που για μια ακόμα φορά στραγγαλιζόταν τότε από τη Ρωσία. Η πρόταση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Ιδρύθηκε η Διεθνής Εργατική Ένωση και σ’ αυτή τη συγκέντρωση εκλέξανε ένα προσωρινό Γενικό Συμβούλιο με έδρα το Λονδίνο. Η ψυχή αυτού του Συμβουλίου καθώς και όλων των άλλων Γενικών Συμβουλίων μέχρι το Συνέδριο της Χάγης ήταν ο Μάρξ. Ο ίδιος συνέταξε όλα σχεδόν τα έγγραφα, που έβγαλε το Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς, από την Ιδρυτική Διακήρυξη, το 1864, μέχρι τη Διακήρυξη για τον εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία το 1871. Αν περιγράφαμε τη δράση του Μάρξ στη Διεθνή θα ήταν σα να γράφαμε την ίδια την ιστορία αυτής της Ένωσης, ιστορία που είναι άλλωστε ζωντανή ακόμα στη μνήμη των εργατών της Ευρώπης. Η πτώση της Παρισινής Κομμούνας έφερε τη Διεθνή σε αδιέξοδο. Προωθήθηκε στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής ιστορίας σε μια στιγμή που είχε χάσει παντού κάθε δυνατότητα για αποδοτική πρακτική δράση. Τα γεγονότα που την ανέβασαν στο επίπεδο έβδομης μεγάλης δύναμης, την εμπόδιζαν ταυτόχρονα να κινητοποιήσει τις μαχητικές της δυνάμεις και να τις χρησιμοποιήσει στην πράξη επί ποινή βέβαιης ήττας και υποχώρησης του εργατικού κινήματος για πολλά χρόνια. Ακόμα από διάφορες πλευρές προωθούνταν στοιχεία που προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν για λόγους προσωπικής κενοδοξίας ή προσωπικής φιλοδοξίας τη φήμη της Ένωσης που είχε τόσο απότομα μεγαλώσει. Και το έκαναν χωρίς να κατανοούν και χωρίς να παίρνουν υπόψη την πραγματική κατάσταση της Διεθνούς. Έπρεπε να παρθεί μια ηρωική απόφαση, και ήταν πάλι ο ίδιος ο Μάρξ που την πήρε και την πέρασε στο Συνέδριο της Χάγης. Η Διεθνής με μια πανηγυρική απόφασή της αποκήρυξε κάθε υπευθυνότητα για τις ενέργειες των μπακουνιστών, που αποτελούσαν το κέντρο αυτών των ανόητων και όχι καθαρών στοιχείων. Έπειτα εξαιτίας της γενικής αντίδρασης δε μπορούσε να ανταποκριθεί στις μεγαλύτερες απαιτήσεις που είχε να αντιμετωπίσει και να διατηρήσει όλη τη δράση της, παρά μόνο κάνοντας μια σειρά θυσίες που θα αποστράγγιζαν το αίμα του εργατικού κινήματος. Εμπρός σ’ αυτή την κατάσταση αποσύρθηκε προσωρινά η Διεθνής από το προσκήνιο, μεταφέροντας την έδρα του Γενικού Συμβουλίου στην Αμερική. Τα γεγονότα που ακολούθησαν απόδειξαν πόσο σωστή ήταν αυτή η απόφαση – που την κατηγόρησαν τότε και πολλές φορές αργότερα. Από τη μια μεριά αμβλύνθηκαν όλες οι προσπάθειες να κάνουν στο όνομα της Διεθνούς ανώφελα πραξικοπήματα. Από την άλλη όμως η συνεχιζόμενη στενή επαφή των σοσιαλιστικών εργατικών κομμάτων των διαφόρων χωρών απόδειξε ότι η συνείδηση της ταυτότητας των συμφερόντων και της αλληλεγγύης του προλεταριάτου όλων των χωρών, που είχε αφυπνίσει η Διεθνής, μπορεί να επιβληθεί και χωρίς το δεσμό της τυπικής ύπαρξης, μιας διεθνούς Ένωσης, που για μια στιγμή μετατράπηκε σε τροχοπέδη.

Μετά το Συνέδριο της Χάγης βρήκε ο Μάρξ επιτέλους καιρό και άνεση να ξαναρχίσει τις θεωρητικές του εργασίες και ελπίζουμε ότι σύντομα θα μπορέσει να στείλει στο τυπογραφείο το δεύτερο τόμο του «Κεφαλαίου». Από τις πολλές σπουδαίες ανακαλύψεις, με τις οποίες έγραψε ο Μάρξ το όνομά του στην ιστορία της επιστήμης, μπορούμε εδώ να υπογραμμίσουμε μόνο δύο. Η πρώτη είναι η ριζική αλλαγή που έφερε στον τρόπο αντίληψης της παγκόσμιας ιστορίας. Όλη η μέχρι σήμερα αντίληψη της ιστορίας βασιζόταν στη γνώμη ότι τα τελικά αίτια όλων των ιστορικών αλλαγών πρέπει να αναζητηθούν στις μεταβαλλόμενες ιδέες των ανθρώπων και ότι απ’ όλες τις ιστορικές αλλαγές οι πολιτικές είναι οι σπουδαιότερες, είναι αυτές που καθορίζουν την πορεία όλης της ιστορίας. Από πού όμως έρχονται οι ιδέες στους ανθρώπους και ποιες είναι οι κινητήριες αιτίες των πολιτικών αλλαγών; Γι’ αυτά δε ρωτούσαν. Μόνο στη νεότερη σχολή των γάλλων και εν μέρει και των άγγλων ιστορικών γεννήθηκε η πεποίθηση ότι, τουλάχιστον από την εποχή του μεσαίωνα, η κινητήρια δύναμη της ευρωπαϊκής ιστορίας είναι ο αγώνας της αναπτυσσόμενης αστικής τάξης ενάντια στη φεουδαρχική αριστοκρατία για την κοινωνική και πολιτική επικράτηση. Τώρα ο Μάρξ απόδειξε ότι όλη η προηγούμενη ιστορία είναι ιστορία ταξικών αγώνων, ότι σ’ όλους τους πολλαπλούς και σύνθετους πολιτικούς αγώνες πρόκειται μόνον για την κοινωνική και πολιτική επικράτηση κοινωνικών τάξεων, για τη διατήρηση της κυριαρχίας από τις παλιές τάξεις, για την κατάκτηση της κυριαρχίας από τις καινούργιες τάξεις που ανεβαίνουν. Από πού όμως πάλι σχηματίζονται και υπάρχουν αυτές οι τάξεις; Από τους κάθε φορά χειροπιαστούς υλικούς όρους, κάτω από τους οποίους, σε κάθε δοσμένη στιγμή, παράγει και ανταλλάσσει η κοινωνία τα μέσα συντήρησής της. Η φεουδαρχία του μεσαίωνα στηριζότανε στην αυτάρκη οικονομία μικρών αγροτικών κοινοτήτων που ικανοποιούσε μόνη και σχεδόν χωρίς καμιά ανταλλαγή όλες σχεδόν τις ανάγκες τους, και που η στρατιωτική αριστοκρατία τις προστάτευε από εξωτερικούς κινδύνους και τους εξασφάλιζε εθνική ή τουλάχιστον πολιτική συνοχή. Όταν εμφανίστηκαν οι πόλεις και μαζί τους η ξεχωριστή χειροτεχνική βιομηχανία και η εμπορική κυκλοφορία, αρχικά στο εσωτερικό της χώρας και αργότερα διεθνώς, δημιουργήθηκε η αστική τάξη των πόλεων που παλεύοντας ενάντια στην αριστοκρατία επέβαλε από το μεσαίωνα κιόλας την ένταξή της, σαν εξίσου προνομιούχα τάξη, στο φεουδαρχικό καθεστώς. Με την ανακάλυψη όμως της εξωευρωπαϊκής υδρογείου από τα μέσα του XV αιώνα, η αστική τάξη απόκτησε ένα πολύ ευρύτερο εμπορικό πεδίο και ένα νέο κίνητρο για τη βιομηχανία της. Στους σπουδαιότερους κλάδους εκτοπίστηκε η χειροτεχνία από την εργοστασιακή μανιφακτούρα και αυτή πάλι από τη μεγάλη βιομηχανία, που μπόρεσε να δημιουργηθεί ύστερα από τις ανακαλύψεις του περασμένου αιώνα, ιδίως της ατμοκίνητης μηχανής. Η μεγάλη βιομηχανία επέδρασε με τη σειρά της πάνω στο εμπόριο παραμερίζοντας στις καθυστερημένες χώρες την παλιά χειροτεχνία και δημιουργώντας στις πιο αναπτυγμένες τα σημερινά καινούργια μέσα συγκοινωνίας, ατμοκίνητες μηχανές, σιδηροδρόμους, ηλεκτρικούς τηλέγραφους. Έτσι η αστική τάξη συγκέντρωνε στα χέρια της όλο και πιο πολύ τον κοινωνικό πλούτο και την κοινωνική δύναμη, ενώ για πολύ καιρό ακόμα έμενε αποκλεισμένη από την πολιτική εξουσία που βρισκόταν στα χέρια της αριστοκρατίας και της μοναρχίας που στηριζόταν στην αριστοκρατία. Σε μιαν ορισμένη βαθμίδα της εξέλιξης – στη Γαλλία ύστερα από τη μεγάλη Επανάσταση – η αστική τάξη κατάκτησε και την πολιτική εξουσία και έγινε έτσι με τη σειρά της κυρίαρχη τάξη απέναντι στο προλεταριάτο και τους μικροχωρικούς. Με βάση αυτή την άποψη και με την απαραίτητη γνώση της κάθε φορά οικονομικής κατάστασης της κοινωνίας – κάτι που λείπει ολότελα από τους ειδικούς ιστοριογράφους μας – εξηγούνται, με τον πιο απλό τρόπο, όλα τα ιστορικά φαινόμενα. Έτσι, επίσης με τον πιο απλό τρόπο, εξηγούνται οι παραστάσεις και οι ιδέες, που επικρατούσαν σε κάθε ιστορική περίοδο, από τους οικονομικούς όρους ζωής και από τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις αυτής της περιόδου που καθορίζονται από τους όρους αυτούς. Για πρώτη φορά η ιστορία τοποθετήθηκε στη σωστή της βάση. Το χειροπιαστό γεγονός, που όμως μέχρι τώρα το είχαν εντελώς παραβλέψει, ότι οι άνθρωποι πριν απ’ όλα πρέπει να τρώνε, να πίνουν, να έχουν κατοικία και να ντύνονται, ότι πρέπει επομένως να εργάζονται, πριν αρχίσουν να παλεύουν για την κυριαρχία, πριν αρχίσουν να ασχολούνται με την πολιτική, τη θρησκεία, τη φιλοσοφία κτλ. – αυτό το χειροπιαστό γεγονός απόκτησε επιτέλους την ιστορική του δικαίωση.

Αυτός ο νέος τρόπος αντίληψης της ιστορίας είχε την πιο μεγάλη σημασία για τη σοσιαλιστική άποψη. Απόδειξε ότι όλη η μέχρι σήμερα ιστορία κινείται μέσα σε ταξικές αντιθέσεις και ταξικούς αγώνες, ότι πάντα υπήρχαν κυρίαρχες και υπόδουλες, εκμεταλλεύτριες και εκμεταλλευόμενες τάξεις και ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων ήταν πάντα καταδικασμένη σε σκληρή δουλειά και λίγη απόλαυση. Γιατί αυτό; Απλούστατα, γιατί σ’ όλες τις προηγούμενες βαθμίδες εξέλιξης της ανθρωπότητας η παραγωγή ήταν ακόμα τόσο λίγο αναπτυγμένη, που η ιστορική εξέλιξη δε μπορούσε να γίνει παρά μόνο μ’ αυτή την ανταγωνιστική μορφή. Η ιστορική πρόοδος είχε ανατεθεί γενικά στη δράση μιας μικρής προνομιούχας μειοψηφίας, ενώ η μεγάλη μάζα έμενε καταδικασμένη να βγάζει με τη δουλειά της τα πενιχρά μέσα συντήρησης για τον εαυτό της και επιπρόσθετα να μεγαλώνει αδιάκοπα τα πλούτοι των προνομιούχων. Αυτός ο ίδιος τρόπος εξέτασης της ιστορίας που εξηγεί έτσι φυσικά και λογικά την τωρινή ταξική κυριαρχία που την απόδιδαν πριν στην κακία των ανθρώπων, οδηγεί επίσης και στην κατανόηση ότι εξαιτίας της τόσο τεράστιας αύξησης των παραγωγικών δυνάμεων της σημερινής εποχής, τουλάχιστον στις πιο προηγμένες χώρες, εξαφανίστηκε και η τελευταία δικαιολογία για το χωρισμό των ανθρώπων σε κυρίαρχους και υπόδουλους, σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Ότι η κυρίαρχη μεγαλοαστική τάξη εκπλήρωσε την ιστορική της αποστολή, ότι δεν είναι πια σε θέση να καθοδηγεί την κοινωνία και ότι μάλιστα γίνεται εμπόδιο στην ανάπτυξη της παραγωγής, όπως το αποδείχνουν οι κρίσεις στο εμπόριο και ιδίως η τελευταία μεγάλη κρίση και η ασφυκτική κατάσταση της βιομηχανίας σ’ όλες τις χώρες. Ότι η ιστορική καθοδήγηση πέρασε στα χέρια του προλεταριάτου, της τάξης που σύμφωνα με όλη την κοινωνική της θέση, μπορεί να απελευθερωθεί μόνο με την κατάργηση κάθε ταξικής κυριαρχίας, κάθε δουλείας και κάθε εκμετάλλευσης γενικά. Ότι οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις, που με την ανάπτυξή τους ξέφυγαν από τα χέρια της αστικής τάξης, περιμένουν μόνο τη στιγμή να τις πάρει στην κατοχή του το οργανωμένο προλεταριάτο για να δημιουργήσει μια κατάσταση, που θα επιτρέψει σε κάθε μέλος της κοινωνίας όχι μόνο τη συμμετοχή στην παραγωγή, αλλά και στην κατανομή και διαχείριση του κοινωνικού πλούτου, και που με μια σχεδιασμένη οργάνωση όλης της παραγωγής θα ανεβάσει σε τέτοιο σημείο τις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και την απόδοσή τους που θα εξασφαλίζουν στον καθένα και σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό την ικανοποίηση όλων των λογικών αναγκών του.

Η δεύτερη σπουδαία ανακάλυψη του Μάρξ είναι ότι εξήγησε επιτέλους τη σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, με άλλα λόγια ότι απόδειξε πως γίνεται η εκμετάλλευση του εργάτη από τον κεφαλαιοκράτη μέσα στην τωρινή κοινωνία, στο σημερινό κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Από τότε που η πολιτική οικονομία διατύπωσε τη θέση ότι η εργασία είναι η πηγή κάθε πλούτου και κάθε αξίας, έγινε αναπόφευκτο το ερώτημα: Πως λοιπόν συμβιβάζεται να μην παίρνει ο μισθωτός εργάτης το συνολικό ποσό της αξίας που παράγεται με την εργασία του, αλλά να είναι υποχρεωμένος να δίνει ένα μέρος αυτής της αξίας στον κεφαλαιοκράτη; Τόσο οι αστοί οικονομολόγοι, όσο και οι σοσιαλιστές μάταια προσπαθούσαν να δώσουν στο ερώτημα μια επιστημονικά θεμελιωμένη απάντηση, ώσπου στο τέλος παρουσιάστηκε ο Μάρξ με τη λύση του. Η λύση αυτή είναι η ακόλουθη: Ο σημερινός κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής προϋποθέτει την ύπαρξη δυό κοινωνικών τάξεων: από τη μια μεριά των κεφαλαιοκρατών που έχουν στην κυριότητά τους τα μέσα παραγωγής και τα μέσα συντήρησης, και από την άλλη μεριά των προλετάριων που έχουν αποκλειστεί απ’ αυτή την κυριότητα και έχουν μόνο ένα εμπόρευμα για πούλημα: την εργατική τους δύναμη και που αναγκάζονται να πουλούν αυτή την εργατική δύναμη για να αποκτήσουν τα απαραίτητα μέσα συντήρησης. Η αξία όμως ενός εμπορεύματος καθορίζεται από το κοινωνικά αναγκαίο ποσό της εργασίας που είναι ενσωματωμένη (verkorpert) στην παραγωγή του, επομένως και στην αναπαραγωγή του. Επομένως και η αξία της εργατικής δύναμης του μέσου ανθρώπου για το διάστημα μιας ημέρας, ενός μήνα ή ενός χρόνου καθορίζεται από το ποσό της εργασίας που είναι ενσωματωμένη στην ποσότητα των μέσων συντήρησης που είναι αναγκαία για τη διατήρηση αυτής της εργατικής δύναμης, μια μέρα, ένα μήνα ή ένα χρόνο. Αν υποθέσουμε ότι για να παραχθούν τα μέσα συντήρησης ενός εργάτη χρειάζονται έξι ώρες εργασία ή, πράγμα που είναι το ίδιο, η εργασία που περιέχεται σ’ αυτά τα μέσα συντήρησης ισοδυναμεί με ποσότητα εργασίας έξι ωρών, τότε η αξία της εργατικής δύναμης μιας ημέρας θα εκφράζεται με ένα χρηματικό ποσό, όπου είναι ενσωματωμένες επίσης έξι ώρες εργασίας. Ας υποθέσουμε ακόμα, ότι ο κεφαλαιοκράτης, που απασχολεί τον εργάτη του παραδείγματός μας, του δίνει αυτό το ποσό, δηλαδή όλη την αξία της εργατικής του δύναμης. Αν τώρα ο εργάτης εργασθεί έξι ώρες για τον κεφαλαιοκράτη, τότε ξεπληρώνει στον κεφαλαιοκράτη στο ακέραιο όλα τα έξοδά του: έξι ώρες εργασία για έξι ώρες εργασίας. Έτσι βέβαια δε θα περίσσευε τίποτα για τον κεφαλαιοκράτη και γι’ αυτό το λόγο ο κεφαλαιοκράτης αντιλαμβάνεται το ζήτημα εντελώς διαφορετικά: εγώ, λέει, δεν αγόρασα την εργατική δύναμη αυτού του εργάτη για 6 ώρες, αλλά για μια ολόκληρη μέρα και με βάση αυτό το συλλογισμό βάζει τον εργάτη να δουλέψει 8,10,12,14 ώρες και ακόμα περισσότερο ανάλογα με τις συνθήκες. Έτσι το προϊόν της εργασίας από την έβδομη, όγδοη ώρα και πέρα είναι προϊόν απλήρωτης εργασίας που πάει κατευθείαν στην τσέπη του κεφαλαιοκράτη. Έτσι ο εργάτης στην υπηρεσία του κεφαλαιοκράτη δεν αναπαράγει μόνο την αξία της εργατικής του δύναμης, που την πληρώνεται, αλλά παράγει ακόμα και πάνω απ’ αυτή μιαν υπεραξία, που την ιδιοποιείται πρώτα ο κεφαλαιοκράτης, και που στην παραπέρα πορεία, σύμφωνα με ορισμένους οικονομικούς νόμους, μοιράζεται σε όλη την τάξη των κεφαλαιοκρατών και αποτελεί έτσι το βασικό απόθεμα, απ’ όπου πηγάζουν η γαιοπρόσοδος, το κέρδος, η συσσώρευση του κεφαλαίου, με λίγα λόγια όλα τα πλούτη που καταβροχθίζονται ή συσσωρεύονται από τις μη εργαζόμενες τάξεις. Έτσι όμως αποδείχτηκε ότι οι σημερινοί κεφαλαιοκράτες αποκτούν τα πλούτη τους με την ίδια μέθοδο της ιδιοποίησης ξένης απλήρωτης εργασίας, όπως οι δουλοκτήτες ή οι φεουδάρχες που εκμεταλλεύονταν τις αγγαρείες των δουλοπάροικων, και ότι όλες αυτές οι μορφές εκμετάλλευσης διαφέρουν μόνο από το διαφορετικό τρόπο και μέθοδο που γίνεται η ιδιοποίηση της απλήρωτης εργασίας. Έτσι όμως έφυγε ολότελα το έδαφος κάτω από τα πόδια όλης αυτής της υποκριτικής φρασεολογίας των ιδιοκτητριών τάξεων, ότι επικρατεί τάχα δίκαιο και δικαιοσύνη στο σημερινό κοινωνικό καθεστώς, ισότητα των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και γενική αρμονία των συμφερόντων. Και ξεσκεπάστηκε και η σημερινή αστική κοινωνία, όχι λιγότερο από τις προηγούμενες, σαν ένα μεγαλόπρεπο ίδρυμα για την εκμετάλλευση της απέραντης πλειοψηφίας του λαού από μιαν ασήμαντη μειοψηφία που όσο πάει και λιγοστεύει.

Σ’ αυτά τα δύο βασικά γεγονότα στηρίζεται ο σύγχρονος επιστημονικός σοσιαλισμός. Στο δεύτερο τόμο του «Κεφαλαίου» θα αναπτυχθούν πάρα πέρα αυτές, καθώς και άλλες εξίσου σπουδαίες επιστημονικές ανακαλύψεις στο πεδίο της έρευνας του κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού συστήματος, και έτσι θα ανατραπούν ριζικά και οι πλευρές εκείνες της πολιτικής οικονομίας που δεν εξετάστηκαν στον πρώτο τόμο. Ας ευχηθούμε ότι θα μπορέσει ο Μάρξ να δώσει γρήγορα το δεύτερο τόμο για εκτύπωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου