Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ (1924)

ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ (1924)
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ FREE photo hosting by Fih.gr
Ποτέ δεν είταν πιο επίκαιρη, η επανέκδοση του σημαντικού αυτού βιβλίου του Λεόν Τρότσκι, που από καιρό έχει εξαντληθεί. Η παγκόσμια οικονομική και πολιτική κρίση του καπιταλισμού σπρώχνει την εργατική τάξη και όλες τις καταπιεσμένες μάζες, σ’ όλες τις χώρες, μαζί και στην Ελλάδα, σε οξύτατες συγκρούσεις με το καπιταλιστικό κράτος, βάζοντας μπροστά τους την αντικειμενική αναγκαιότητα της επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας, την ανάγκη του δικού τους Οχτώβρη. Όπως τονίζει ο Τρότσκι στα Μαθήματα του Οχτώβρη σε τέτιες καταστάσεις, όπου έχουν συσσωρευτεί όλοι οι όροι για την επανάσταση, προβάλλει όσο ποτέ επιτακτική η ανάγκη για «μια διορατική και αποφασισμένη ηγεσία, ένα κόμμα βασισμένο πάνω στην κατανόηση των νόμων και των μεθόδων της επανάστασης», (σελ. 20). Πώς θα αναπτυχθεί, πώς θα εκπαιδευτεί μια τέτια ηγεσία; «Για τη μελέτη των νόμων και των μεθόδων της προλεταριακής επανάστασης», υπογραμμίζει ο πρωτεργάτης, μαζί με τον Λένιν, του Οχτώβρη του 1917, «δεν υπάρχει μέχρι σήμερα, πιο σοβαρή και πιο πλούσια πηγή από τη δική μας εμπειρία του Οχτώβρη», (όπ.π.). Η κριτική και λεπτομερειακή μελέτη της Οχτωβριανής Επανάστασης, που ζητά ο Τρότσκι, δεν έχει χάσει καθόλου την επίκαιρη σημασία της, 68 χρόνια μετά. Ο Οχτώβρης δεν είναι ούτε το απολίθωμα που παρουσιάζουν οι σφετεριστές του, οι γραφειοκράτες του Κρεμλίνου και τα σταλινικά ΚΚ, ούτε το μουσειακό αντικείμενο που «έχει χάσει την προωθητική του δύναμη» κατά τα λεγόμενα του Μπερλίγκουερ και των άλλων εύρο-σταλινικών. Παραμένει μέχρι σήμερα το πιο υψηλό υπόδειγμα για το πώς ένα κόμμα, που καθοδηγεί την πράξη του με το διαλεχτικό υλισμό, καθοδήγησε την εργατική τάξη, για πρώτη φορά, στην εξουσία. Μπορούμε να μάθουμε από τον Οχτώβρη, μονάχα από τη σκοπιά τις επαναστατικής πράξης, κι όχι όταν τον αντιμετωπίζουμε σαν αντικείμενο ενατένισης. (ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΕ ΑΠΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ)
Λεόν Τρότσκι
Λ. Τρότσκι: Τα Μαθήματα του Οκτώβρη – Διαβάστε το

Απ’ αυτή τη σκοπιά, εξάλλου, έγραψε τα Μαθήματα του Οχτώβρη και ο Τρότσκι. Το έγραψε μετά το θάνατο του Λένιν και την ήττα της Γερμανικής Επανάστασης του 1923, παλεύοντας για τη συνέχεια του Λενινισμού και της Οχτωβριανής Επανάστασης, ενάντια στην ανερχόμενη γραφειοκρατία και τους εκφραστές της μέσα στο Κόμμα.
Από το φθινόπωρο του 1923, ο Τρότσκι ηγήθηκε στο σχηματισμό της Αριστερής Αντιπολίτευσης, μέσα στο σοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα ενάντια στη φράξια του Στάλιν, που υποστηριζόταν τότε από τον Ζινόβιεφ, τον Κάμενεφ, τον Μπουχάριν και άλλους.
Η τρόικα Στάλιν - Ζινόβιεφ - Κάμενεφ αντιπροσώπευε μια τάση στο Μπολσεβίκικο Κόμμα, που στην περίοδο ανάμεσα στον Απρίλη και τον Οχτώβρη του 1917, είχε υποχωρήσει στην πίεση της «δημοκρατικής» κοινής γνώμης, έδινε κριτική υποστήριξη στην αστική Προσωρινή Κυβέρνηση κι αρνιόταν την ανατροπή της και την πάλη για εξουσία. Ο Λένιν πάλεψε αποφασιστικά και νίκησε αυτή την τάση.
Ο Τρότσκι συνοψίζει τα μαθήματα της ιστορικής εκείνης εσωκομματικής πάλης χωρίς την οποία δεν θα νικούσε η Οχτωβριανή Επανάσταση και δείχνει ότι οι ηγέτες εκείνοι, που υποχώρησαν στην πίεση της αστικής ιδεολογίας το 1917, δεν διόρθωσαν τα λάθη τους και τα επανέλαβαν το 1923 με καταστροφικές συνέπειες για τη γερμανική και την παγκόσμια επανάσταση και την ίδια τη Σοβιετική Ένωση.
Η ίδια δισταχτικότητα και αναποφασιστικότητα, ο ίδιος διοικητικός ρουτινισμός, που αρνείται να αναλύσει με τη διαλεχτική υλιστική μέθοδο τις αλλαγές στην αντικειμενική κατάσταση, την πράξη και τις ανάγκες της, έγιναν ο υποκειμενικός μηχανισμός μέσα από τον οποίο χάθηκε η αντικειμενική επαναστατική ευκαιρία στη Γερμανία, τον Οχτώβρη του 1923.
Η πάλη του Τρότσκι για να αναλυθούν τα λάθη και να νικηθούν οι μέθοδες που τα αναπαράγουν και μεταφέρουν τις εχθρικές ταξικές πιέσεις μέσα στο μπολσεβίκικο κόμμα, είταν ζωτική για τον θεωρητικό εξοπλισμό της Αριστερής Αντιπολίτευσης ενάντια στον σταλινικό εκφυλισμό. Παραμένει ζωτική και σήμερα.
Ο Μπολσεβικισμός και η πάλη για τη συνέχεια του και την ανάπτυξη του είταν και είναι πάντα η πάλη για νέους Οχτώβρηδες, για την παγκόσμια επανάσταση. Δεν είταν ποτέ μια παρακαταθήκη αποστεωμένων σχημάτων. «Ο Μπολσεβικισμός», συμπεραίνει στα Μαθήματα του Οχτώβρη ο Τρότσκι, «δεν είναι μια θεωρία (δηλαδή δεν είναι απλά μια θεωρία) αλλά ένα σύστημα επαναστατικής εκπαίδευσης για την προλεταριακή επανάσταση. Αυτός είναι όλος ο Χέγκελ και η σοφία των βιβλίων και η ουσία όλης της φιλοσοφίας...», (σελ. 83).
Στον τύπο αυτό επαναστατικής εκπαίδευσης βασίζεται όλη η πάλη της Διεθνούς Επιτροπής της Τέταρτης Διεθνούς. Πάνω σ’ αυτά τα θεμέλια, στηρίζει και το ελληνικό της τμήμα την πάλη του να μετατρέψει την ΕΔΕ στο νέο μπολσεβίκικο κόμμα της εργατικής τάξης. Η δεύτερη έκδοση των Μαθημάτων του Οχτώβρη είναι μια συνεισφορά σ’ αυτή την πορεία προς το Ιδρυτικό Συνέδριο του Νέου Κόμματος, στο οποίο θα μετατραπεί η ΕΔΕ, τον Νοέμβρη του 1985.
Σ.Μ.
Αύγουστος 1985
Εισαγωγή
Τόσο οι συνθήκες όσο και οι προθέσεις του συγγραφέα, έχουν έτσι διαμορφώσει Τα Μαθήματα του Οχτώβρη ώστε να μην είναι απλά ένα δοκίμιο ιστορικής έρευνας. Αλλά ακόμα κι αν είταν κάτι τέτιο, και τίποτε περισσότερο, η συμβολή τους θα είταν και πάλι ανεχτίμητη. Η πλήρης γνώση των γεγονότων, που αποκορυφώθηκαν με τη σοβιετική εξέγερση, υπάρχει τώρα στην ασύγκριτη αφήγηση της μνημειώδους Ιστορίας του Τρότσκι. Αλλά όταν αυτό εδώ το κείμενο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1924, η περίοδος του Οχτώβρη είχε καλυφθεί από μια πυκνή ομίχλη. Θά ’ταν αρκετό να πάρουμε δυο μόνο περιπτώσεις. Ο αστικός κόσμος θεωρούσε την επιτυχία των Μπολσεβίκων σαν μια περίπτωση επιτυχημένου αυτοσχεδιασμού. Οι κομμουνιστές, ειδικά της Δύσης, σκέπτονταν μυστικιστικά ότι, πέρα από μικρο- εξαιρέσεις, οι Μπολσεβίκοι είχαν αντιμετωπίσει την επαναστατική κρίση με την απαιτούμενη πολιτική διορατικότητα και σαν μια συντονισμένη ομάδα.
Το ότι οι ίδιοι οι Ρώσοι δεν μπόρεσαν να διαλύσουν αυτή τη σύγχυση, αυτό δεν οφείλεται ολοκληρωτικά στο γεγονός ότι είταν απασχολημένοι με τα καθήκοντα της κοινωνικής ανοικοδόμησης. Η προ-Οχτωβριανή Ιστορία του Κόμματος δεν γνώρισε παρόμοιες παραλείψεις. Το πρόβλημα είναι ότι η αναλυτική μελέτη του Οχτώβρη απειλούσε το κύρος «κατεστημένων συμφερόντων». Το γραφειοκρατικό καθεστώς, που παγιώθηκε μετά το θάνατο του Λένιν, είχε λόγους να αποφεύγει μια λεπτομερή εξέταση της Ιστορίας. Η Διαθήκη του Λένιν έλεγε για τους Ζινόβιεφ και Κάμενεφ ότι «η υποχώρηση τους τον Οχτώβρη δεν είταν τυχαία». Ούτε είταν τυχαίο, όπως θα αποκάλυπτε η μελέτη του Οχτώβρη, ότι όταν απουσίαζε ο Λένιν, ολόκληρη η Παλιά Φρουρά των Μπολσεβίκων δεν μπόρεσε να συλλάβει το χαραχτήρα της επανάστασης του 1917. Και είταν γι’ αυτό το λόγο που, συνειδητά ή όχι, περνούσαν την εμπειρία του Οχτώβρη σαν ένα επεισόδιο στην ιστορία του Κόμματος, όχι πιο σημαντικό από μερικά άλλα. Για τον Τρότσκι, από την άλλη, το καμίνι του Οχτώβρη πρόσφερε τη λυδία λίθο της μαρξιστικής στρατηγικής και το ανάστημα της ηγεσίας. Η Κομμουνιστική Διεθνής πρέπει να αφομοιώσει τα μαθήματα της εμπειρίας του Οχτώβρη, αλλιώς θα οδηγήσει στην καταστροφή. Αλλά η αντίδραση είχε ήδη αρχίσει και η κομματική γραφειοκρατία ενδιαφερόταν πολύ περισσότερο να σταθεροποιήσει τη δική της εθνική εξουσία. Ο Τρότσκι, που κάτω από τη δική του, «άμεση ηγεσία», όπως δήλωσε ο ίδιος ο Στάλιν, «έγινε όλη η πραχτική δουλιά της οργάνωσης της εξέγερσης», έγινε ο στόχος μιας εκστρατείας πρωτάκουστης βιαιότητας. Επειδή δεν μπορούσε να αγνοήσει την ιστορία της επανάστασης, η γραφειοκρατία διάταξε τη διαστρέβλωση της. Η επίθεση στα Μαθήματα του Οχτώβρη, που υποκριτικά ονομάστηκε «φιλολογική συζήτηση», επρόκειτο έτσι να σημαδέψει ένα σημαντικό στάδιο στην πάλη ανάμεσα στον σταλινικό εθνικισμό και τον λενινιστικό (ή «τροτσκιστικό») διεθνισμό.
Η άμεση αφορμή για Τα Μαθήματα του Οχτώβρη που γράφτηκαν από τον Τρότσκι σαν εισαγωγή στα «;Άπαντά» του τού 1917, είταν η πανωλεθρία του γερμανικού κομμουνιστικού κινήματος το 1923. Στα μεταπολεμικά χρόνια, το κλειδί της επανάστασης στη Δύση βρισκόταν αναμφίβολα στα χέρια της Γερμανίας. Πνιγμένη από τα βάρη των Βερσαλιών, η πιο εκβιομηχανισμένη και συγκεντρωμένη οικονομία της Ευρώπης προκαλούσε αλλεπάλληλους ταξικούς ανταγωνισμούς που έφταναν σε σημείο έκρηξης. Αγωνιώντας, το 1923, να αναχτήσει την ελευθερία δράσης της, η γερμανική μπουρζουαζία αποφάσισε να εγκαταλείψει την πολιτική της «εκπλήρωσης» των επανορθώσεων, υιοθετώντας μια πολιτική παθητικής αντίστασης. Όταν η κυβέρνηση Κούνο δεν μπόρεσε να κάνει ορισμένες πληρωμές σε είδος, ο Πουανκαρέ διάταξε την κατάληψη του Ρουρ. Για να χρηματοδοτήσει τα έξοδα της αντίστασης η Κεντρική Κυβέρνηση, με εξαντλημένα τα αποθέματα και τις πιστώσεις, κατάφυγε στο μεγαλύτερο πληθωρισμό που γνώρισε η σύγχρονη ιστορία. Αλλά εκείνοι που πλήρωσαν το λογαριασμό δεν είταν ούτε οι επιδοτούμενοι βιομήχανοι του Ρουρ ούτε οι χρηματιστές σαν τον Στίνες, που συσσώρευσαν κολοσσιαίες περιουσίες. Τα θύματα είταν οι μεσαίες τάξεις, που τα σταθερά εισοδήματα τους απαλλοτριώθηκαν αλύπητα, και η εργατική τάξη, που το επίπεδο των μεροκαμάτων της συμπιέστηκε κάτω από το επίπεδο μιας απλής επιβίωσης. Τα θεμέλια της κοινωνικής δομής ράγισαν. Η εμπιστοσύνη στην αστική δημοκρατία, που ποτέ δεν είταν μεγάλη, εξαφανίστηκε. Το μίσος για τη Συνθήκη των Βερσαλιών κορυφώθηκε.
Οι μάζες στρέφονταν όλο και πιο πολύ στον κομμουνισμό για σωτηρία. Αν μετά την πανωλεθρία, το Κομμουνιστικό Κόμμα είταν ακόμα ικανό να συγκεντρώνει 3,7 εκατομμύρια ψήφους και να ενισχύει την εκπροσώπηση του στο Ράιχσταγ, όλα δείχνουν ότι το 1923 το Κόμμα θα μπορούσε να συσπειρώσει την αποφασιστική πλειοψηφία των μαζών. Όμως, ολόκληρη η δράση του περιορίστηκε στο σχηματισμό της κυβέρνησης συνασπισμού με τους αριστερούς Σοσιαλδημοκράτες της «Κόκκινης» Σαξωνίας –μια κυβέρνηση που, στο σύντομα διάλειμμα της ύπαρξής της, δεν μπόρεσε να πάρει ούτε ένα επαναστατικό μέτρο, εκτός αν χαραχτηρίσουμε έτσι τη συμφωνία να αποζημιωθεί ο βασιλιάς της Σαξονίας!
Σε μια στιγμή, η ηγεσία του Κόμματος συγκέντρωσε τελικά το θάρρος της για να ορίσει τη μέρα της εξέγερσης. Αλλά ο Μπράντλερ έκανε μερικούς γρήγορους υπολογισμούς για να δείξει ότι η μπουρζουαζία είχε ανώτερες στρατιωτικές δυνάμεις και η Κεντρική Επιτροπή ανακάλεσε αμέσως την απόφαση της. Ενεργώντας με βάση το Νόμο των Έκτακτων Εξουσιών (Belagerungszustand), η Ράιχσβερ του φον Ζέεκτ άρπαξε τότε την πρωτοβουλία, κυνήγησε την «Κόκκινη» σαξονική κυβέρνηση και πρόγραψε τους κομμουνιστές. Ενώ ο Μπράντλερ, ο Ταλχάιμερ και άλλα κομματικά στελέχη κατάφυγαν στη Μόσχα, ο αμερικάνικος καπιταλισμός μπήκε στη σκηνή με το Σχέδιο Ντοζ και η κατάσταση σταθεροποιήθηκε πάλι.
Οχτώ μήνες μετά από την παθητική αυτή παράδοση του κόμματος, συγκλήθηκε το Πέμπτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, για να κάνει τον απολογισμό. Οι εργασίες του, δυστυχώς, εμπνέονταν περισσότερο από τη γαλήνια αισιοδοξία του δρ. Παγκλός του Βολτέρου, παρά από το κριτικό πνεύμα του Λένιν. Η «κοινοβουλευτική κωμωδία της Σαξονίας» δέχτηκε ένα χείμαρρο από καταδίκες και έγιναν μεγαλόστομες διακηρύξεις ότι ποτέ πια δεν θα γινόταν συνασπισμός με τους «αριστερούς» Σοσιαλδημοκράτες. Ακολούθησε πολλή συζήτηση για το ότι υπολογίστηκε λάθος ο «ρυθμός», μια εύκολη αποκήρυξη του δεξιού κινδύνου και ένας ατέλειωτος θόρυβος υπέρ της «μπολσεβικοποίησης». Το Συνέδριο ενδιαφερόταν, πάνω απ’ όλα, να φορτώσει την ευθύνη στον Μπράντλερ και να βγάλει λάδι τους ποντίφηκες της Εκτελεστικής Επιτροπής στη Μόσχα. Εκείνο που το Συνέδριο δεν πήρε υπόψη του –την ουσία του προβλήματος– είταν, όπως το τοποθέτησε ο Τρότσκι, το γεγονός ότι «στις σημερινές συνθήκες, μια επαναστατική κατάσταση μπορεί, μέσα σε λίγες μέρες, να χαθεί για πολλά χρόνια».
Σ’ όλη του την πολιτική σταδιοδρομία, ο Τρότσκι αντιλαμβανόταν την τύχη του ρώσικου προλεταριάτου δεμένη με τις προοπτικές της ευρωπαϊκής επανάστασης. Ήδη από το 1905, είχε συμπεράνει ότι σε μια καθυστερημένη οικονομικά χώρα σαν τη Ρωσία, η επανάσταση θα δημιουργούσε τέτιες συνθήκες που θα επέτρεπαν στο προλεταριάτο να καταχτήσει την εξουσία νωρίτερα απ’ ότι σε μια αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα. Το νικηφόρο προλεταριάτο, πίστευε ο Τρότσκι, δεν θα σταματούσε στο πρόγραμμα της αστικής δημοκρατίας. Η προσπάθειά του να λύσει το αγροτικό πρόβλημα θα το έφερνε σε σύγκρουση με την καπιταλιστική, όπως και με τη φεουδαρχική ιδιοχτησία, οδηγώντας το στο πρόγραμμα του σοσιαλισμού. Ο Τρότσκι αναγνώριζε, όσο και οποιοσδήποτε άλλος, την ανάγκη άμεσων και πραχτικών εσωτερικών μέτρων για να δυναμώσει η μόνη διχτατορία που υπήρχε, Η Νέα Πορεία του στη σοβιετική οικονομική κρίση του 1923, είταν μια σθεναρή έκκληση για οικονομικό σχεδιασμό στη βάση της πλατύτερης δυνατής εργατικής δημοκρατίας. Αλλά ο Τρότσκι καταλάβαινε, κι όχι λιγότερο από το Λένιν, ότι σε τελευταία ανάλυση η νίκη του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση μπορούσε να σιγουρευτεί μόνο με την Ευρωπαϊκή Επανάσταση. Οι παραγωγικές δυνάμεις είχαν ξεπεράσει τα εθνικά σύνορα, και όσο μεγάλες κι αν είταν οι οικονομικές επιτυχίες ενός απομονωμένου εργατικού κράτους, το πρόγραμμα του «σοσιαλισμού σε μια χώρα» είταν μια μικροαστική ουτοπία. Η υποχώρηση της επανάστασης στο εξωτερικό, αναπόφευχτα θα απειλούσε τη Σοβιετική Ρωσία με μια όλο και στενότερη καπιταλιστική περικύκλωση. Η Παλιά Φρουρά των Μπολσεβίκων δεν θα μπορούσε να αντέξει στη μακρόχρονη πίεση των αντίπαλων κοινωνικών δυνάμεων περισσότερο από κάθε προηγούμενη επαναστατική ηγεσία που υπόκυψε στον εκφυλισμό. Η σωτηρία της Επανάστασης απαιτούσε την επέχτασή της.
Πραχτικά, λοιπόν, αυτό έκανε αναγκαία την ανάπτυξη κομμουνιστικών κομμάτων, που θα είταν ριζωμένα στις μάζες και αρκετά δυνατά ώστε να επωφεληθούν από κάθε επαναστατική κρίση για να καταχτήσουν την πολιτική εξουσία. Ο λόγος που το μεταπολεμικό επαναστατικό κύμα δεν είχε καταποντίσει τα αστικά κράτη, βρισκόταν στην απουσία κομμουνιστικών κομμάτων που θα αποσπούσαν την ηγεσία του μαζικού κινήματος από την αρπάγη της συντηρητικής Σοσιαλδημοκρατίας. Το πόσο λίγα κοινά έχει η έμφαση που δίνει ο Τρότσκι στο ρόλο της ηγεσίας με τον συνωμοτικό μπλανκισμό φαίνεται από τον αποφασιστικό ρόλο που ο ίδιος έπαιξε δίπλα στον Λένιν, στην καταπολέμηση του πουτσιστικού στοιχείου στο Τρίτο Συνέδριο. Το 1921, οι ηγέτες του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, δρώντας με βάση τη δική τους «θεωρία της συνεχούς επίθεσης», ξεκίνησαν μια ένοπλη εξέγερση σε μια στιγμή που το κόμμα δεν είχε αρκετή μαζική υποστήριξη και που η επαναστατική πλημμυρίδα είχε υποχωρήσει. Εκείνο που ο Τρότσκι πρότρεπε να γίνει, για να είναι το Κόμμα σε θέση να καταχτήσει την εξουσία, είταν να διεισδύσει στις μάζες με μια ρεαλιστική προσέγγιση στις εμπειρίες της καθημερινής πάλης τους και με την πολιτική του Ενιαίου Μετώπου. Αλλά το 1923 το πρόβλημα είταν πολύ διαφορετικό. Εκείνο που παρουσιαζόταν τώρα, είταν ότι, παρά την καπιταλιστική αποσύνθεση και την επαναστατική κατάσταση, ένα μαζικό κομμουνιστικό κόμμα μπορούσε και πάλι να παραλύσει. Όσο πιο πολύ πλησίαζε η επαναστατική κρίση, τόσο πιο κοντά βρισκόταν η κρίση στο επαναστατικό γενικό επιτελείο. Μια δεξιά θα εμφανιζόταν για να ορθολογικοποιήσει την αναποφασιστικότητα της και να καταλήξει στο να αρνηθεί ολοκληρωτικά την παρουσία οποιασδήποτε επαναστατικής κατάστασης. Θα επέμενε ότι «ο χρόνος είναι με το μέρος μας», ότι η κατάσταση χειροτερεύει σταθερά και ότι οι δυνατότητες για τελική νίκη είναι πιο μεγάλες.
Το καθήκον του Πέμπτου Συνεδρίου είταν να φωτίσει αύτη την πλευρά της επαναστατικής κρίσης. Δυστυχώς, όμως, η συμφορά, σ’ ότι αφορά το μέλλον της Κόμιντερν, είταν ότι ο χαραχτήρας της ρώσικης ηγεσίας σ’ αυτό το Συνέδριο είτανε τέτιος που γεννούσε απόλυτη αμφιβολία για την ικανότητα της να κρίνει τους Γερμανούς. Η εποχή του ιμπεριαλισμού κάνει απαραίτητα δυο τουλάχιστο χαραχτηριστικά γνωρίσματα της μαρξιστικής ηγεσίας: να κατανοεί τη σημασία της προλεταριακής επανάστασης και να συλλαμβάνει την αποφασιστική στιγμή της επαναστατικής κρίσης για να ολοκληρώσει τη στροφή από την αγκιτάτσια στην εξέγερση. Όμως, μέχρι την επιστροφή του Λένιν από το εξωτερικό το 1917, ούτε ένα μέλος της Παλιάς Μπολσεβίκικης Φρουράς δεν είχε ούτε καν διανοηθεί την κατάχτηση της εξουσίας ή τη σοσιαλιστική επανάσταση. Πραγματικά, ο ρόλος τους είταν ίδιος και απαράλλαχτος με το ρόλο των αριστερών Σοσιαλδημοκρατών. «Φυσικά, από μας δεν μπαίνει ζήτημα ανατροπής του καπιταλισμού, αλλά ζήτημα ανατροπής της μοναρχίας και της φεουδαρχίας», έγραφε η «Πράβντα», με εκδότες τους Κάμενεφ και Στάλιν, το Μάρτη του 1917. Αφού η Ρωσία δεν είχε ακόμα ολοκληρώσει τη δημοκρατική της επανάσταση, το προλεταριάτο έπρεπε να περιοριστεί με νομιμοφροσύνη στα όρια του «παλιού μπολσεβίκικου» συνθήματος της «δημοκρατικής διχτατορίας», σε αντίθεση με την προλεταριακή διχτατορία. Η Προσωρινή κυβέρνηση έπρεπε να υποστηριχτεί με όρους και «στο βαθμό» που θα αποκήρυσσε τις προσαρτήσεις ή θα έκλεινε ειρήνη. Μόνο κάτω από τη σιδερένια ηγεσία του Λένιν και τη δηκτική κριτική του στα παλιά μπολσεβίκικα σχήματα, το Κόμμα πραγματοποίησε τον επαναπροσανατολισμό του. Απαιτώντας μια πλήρη ρήξη με το αστικό καθεστώς, οι «Θέσεις του Απρίλη» έβαλαν τις μάζες στο δρόμο της εξέγερσης και της σοβιετικής εξουσίας.
Αν ο ιδεολογικός επανεξοπλισμός του Κόμματος το 1917 είταν το μεγάλο επίτευγμα του Λένιν, ο αφοπλισμός του, μετά το 1924, μπορεί να θεωρηθεί, σε μεγάλο βαθμό, σαν κατασκεύασμα του Στάλιν. Όταν έγραψε Τα Μαθήματα του Οχτώβρη, ο Τρότσκι δεν μπορούσε να έχει πλήρη αντίληψη του γεγονότος ότι ο Στάλιν θα γινόταν το επίκεντρο της γραφειοκρατίας, αν και με τη Διαθήκη του ο Λένιν είχε χτυπήσει δυνατά μια προειδοποιητική νότα. Σίγουρα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι και η πιο μικρή κριτική στον Στάλιν θα προκαλούσε τιμωρίες καμιά φορά σκληρότερες από εκείνες του lese majeste (έγκλημα καθοσιώσεως) του τσάρου. Η ότι θα ’ρχόταν μια μέρα που ο Κάμενεφ και ο Ζινόβιεφ, πρόεδροι, αντίστοιχα, των Σοβιέτ της Μόσχας και του Λένινγκραντ, θα εκτελούνταν από τα εκτελεστικά αποσπάσματα του Στάλιν. Μόνο το 1935 συνέλαβε ο Τρότσκι ότι το Θερμιδόρ είχε προλάβει το σοβιετικό καθεστώς από μια δεκαετία πριν. Η ολοένα αυξανόμενη διαφοροποίηση στα μεροκάματα, τα προνόμια και τα αξιώματα, θα δημιουργούσαν μια αριστοκρατία, εθνικιστική στις αντιλήψεις και ασυμβίβαστη με τη σοβιετική δημοκρατία. Όχι μόνο επρόκειτο να τσακιστεί η Αριστερή Αντιπολίτευση, που έκφραζε τα σοσιαλιστικά συμφέροντα της μη προνομιούχας εργατικής τάξης, αλλά και θα καταβροχθιζόταν η διεθνιστική πτέρυγα (στο Λένινγκραντ) της Παλιάς Φρουράς. Οι εξουσίες του Πολιτικού Γραφείου, της Κεντρικής Επιτροπής και του Συνέδριου του Κόμματος, απορροφήθηκαν, διαδοχικά, από τον παντοδύναμο Γενικό Γραμματέα.
Η κύρια πηγή αυτής της αντίδρασης βρισκόταν στις αναρίθμητες ήττες του παγκόσμιου προλεταριάτου. Παρ’ όλα αυτά, είταν η σταλινική Κόμιντερν που έκανε τη μεγαλύτερη συνεισφορά σ’ αυτές τις ήττες. Παρά τα βίαια διαλείμματα υπεραριστερισμού, η γενική γραμμή του Στάλιν φαίνεται με τον καλύτερο τρόπο στην οπορτουνιστική του στάση απέναντι στα γεγονότα της Γερμανίας το 1923. Χαραχτηριστικά, ενώ έπαιρνε μέρος στις κραυγές ενάντια στην ηγεσία των Μπράντλερ και Ταλχάιμερ, ο Στάλιν υποστήριζε μια θέση σχεδόν ταυτόσημη με τη δική τους. Στο γράμμα του προς τον Ζινόβιεφ και τον Μπουχάριν, που ο πρώτος το δημοσίευσε το 1927, ο Στάλιν έγραφε:
«...Αν σήμερα στη Γερμανία πέσει, ας πούμε, η εξουσία και οι κομμουνιστές την αρπάξουν, θα καταρρεύσουν με πάταγο. Αυτό στην “καλύτερη” περίπτωση. Και, στη χειρότερη, θα γίνουν κομμάτια και θα αναγκαστούν να κάνουν πίσω. Το ζήτημα δεν είναι ότι ο Μπράντλερ θέλει να “εκπαιδεύσουμε τις μάζες”, αλλά ότι η μπουρζουαζία, μαζί κι οι δεξιοί Σοσιαλδημοκράτες, σίγουρα θα μετασχηματίσουν τα μαθήματα –τη διαδήλωση– σε μια γενική μάχη (αυτή τη στιγμή όλα τα ατού είναι με το μέρος τους) και να τους εξολοθρεύσουν. Φυσικά, οι φασίστες δεν κοιμούνται, αλλά μας συμφέρει να επιτεθούν πρώτοι. Αυτό θα συσπειρώσει ολόκληρη την εργατική τάξη γύρω από τους κομμουνιστές (η Γερμανία δεν είναι Βουλγαρία). Ακόμα, σύμφωνα μ’ όλες τις πληροφορίες, οι φασίστες είναι αδύνατοι στη Γερμανία. Κατά τη γνώμη μου, οι Γερμανοί πρέπει να αναχαιτιστούν και όχι να σπρωχτούν μπροστά».
Σε άμεση αντίθεση με Τα Μαθήματα του Οχτώβρη, αυτή η πέρα για πέρα οπορτουνιστική δήλωση του Στάλιν είταν λαθεμένη σχεδόν σε κάθε σημείο της. Στο φως των γεγονότων, το συμπέρασμα ότι «η Γερμανία δεν είναι Βουλγαρία», ασυνείδητα φτάνει στο επίπεδο του γελοίου. Οι φασίστες πρέπει να επιτεθούν πρώτοι γιατί αυτό θα συσπειρώσει τους εργάτες γύρω από τους κομμουνιστές, αλλά οι φασίστες είναι αδύνατοι, έτσι... οι Γερμανοί πρέπει να αναχαιτιστούν. Στη Γερμανία, στη Γαλλία ή την Ισπανία σήμερα –σε κάθε επαναστατική κατάσταση μετά το 1923– η στρατηγική σοφία του σταλινισμού είταν η ίδια αυτή γραμμή: η αναχαίτιση των μαζών. Το επιχείρημα μοιάζει πολύ με εκείνο που μερικοί «παλιοί μπολσεβίκοι» χρησιμοποίησαν για να αντιταχτούν στην εξέγερση του 1917. Και όχι μόνο αυτό. Στην πάλη της ενάντια στη διαρκή επανάσταση, η γραφειοκρατία έχει επίσης επιστρέψει ιδεολογικά στην ξεπερασμένη φόρμουλα του μπολσεβικισμού του 1905, τη «δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Αυτή η φόρμουλα μπορεί να αποκαλυφτεί, με τη μια ή την άλλη μορφή, σαν η θεωρία πίσω από το «μπλοκ των τεσσάρων τάξεων» στην Κινέζικη Επανάσταση του 1925-1927, τα Εργατοαγροτικά Κόμματα στην Ανατολή, το Λαϊκό Μέτωπο τώρα.
Η σταλινική προσπάθεια να φτιαχτεί ένας συνασπισμός εργατών-αγροτών, όχι για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, αλλά απλά για την καταστροφή της μοναρχίας και της φεουδαρχίας, ενήργησε καταστροφικά. Όπως στην Κινέζικη Επανάσταση, η Κόμιντερν πρέπει, χάρη στη συμμαχία της με το Κουόμινταγκ, να αναχαιτίσει τις αγροτικές εξεγέρσεις και τις εργατικές απεργίες. Οι αντιτροτσκιστές «θεωρητικοί» δεν μπορούν ούτε πρόκειται να συλλάβουν το απλό γεγονός ότι η παλιά κρατική μηχανή τσακίστηκε και η αγροτική επανάσταση ολοκληρώθηκε, όχι από το καθεστώς του Κερένσκι, αλλά από το προλεταριακό καθεστώς. Η φόρμουλα της «δημοκρατικής διχτατορίας» έχει επιβληθεί στην αποικιακή Ανατολή, για να «εξαφανίσει», υποτίθεται, «τα υπολείμματα της φεουδαρχίας». Για την καπιταλιστική Δύση, όπου ο σταλινισμός είναι τώρα αφοσιωμένος στο να σώσει «τα ίχνη της αστικής δημοκρατίας», έχει επινοήσει την πανάκεια του Λαϊκού Μετώπου. Αν υπήρχε μια χώρα στον κόσμο όπου η υποστήριξη του Λαϊκού Μετώπου θα εμφανιζόταν δικαιωμένη, αυτή είταν η κυριαρχικά αγροτική Ρωσία, που δεν είχε περάσει ακόμα από το στάδιο της δημοκρατικής επανάστασης. Μια παραλλαγή Λαϊκού Μετώπου υπήρχε πράγματι εκεί –ο συνασπισμός των Καντέ (φιλελεύθερων), Σοσιαλεπαναστατών και Μενσεβίκων, στον όποιο ο Στάλιν και ο Κάμενεφ είχαν δόσει «κριτική» υποστήριξη, Κι όμως, όλη η στρατηγική του Λένιν κατευθυνόταν ενάντια στη συμμαχία με τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία και προς την ανατροπή του Λαϊκού αυτού Μετώπου, Ο λενινισμός ποτέ δεν μπέρδεψε τις επεισοδιακές συμφωνίες και συμβιβασμούς για πραχτικούς σκοπούς, με το πολύ διαφορετικό ζήτημα της κοινής πολιτικής και του κοινού προγράμματος. Ο ανεξάρτητος ρόλος του προλεταριάτου στην ταξική πάλη, και η ηγεμονία του, είχαν την ισχύ αξιωμάτων. Ούτε υπήρχε στο μαρξισμό του Λένιν θέση για ένα καθεστώς μεταβατικό ανάμεσα στη διχτατορία της μπουρζουαζίας και στη διχτατορία του προλεταριάτου. Η κρατική εξουσία, πίστευε, είταν το βασικό ζήτημα σε κάθε επανάσταση. Ένα «συνδυασμένο» είδος κράτους, όπου τα Σοβιέτ θα αντιπροσωπεύουν το προλεταριάτο και η Συνταχτική Συνέλευση την αστική εξουσία, είταν για τον Λένιν μια απλή αποκήρυξη του μαρξισμού και του σοσιαλισμού.
Όπως με το κινέζικο «μπλοκ των τεσσάρων τάξεων» άλλοτε, υποστηρίζουν το Λαϊκό Μέτωπο στη βάση του ότι αντιπροσωπεύει μια συμμαχία ανάμεσα στο προλεταριάτο και τους μικροαστούς ή τους αγρότες. Στην πραγματικότητα, η μπουρζουαζία ανέχεται, ωστόσο, το Λαϊκό Μέτωπο, γιατί συνδέει το προλεταριάτο με το στάτους κβο της καπιταλιστικής δημοκρατίας. Το Λαϊκό Μέτωπο υποστηρίζει τον αστικό νόμο και την τάξη. Διατάζει την κινητοποίηση της αστυνομίας ενάντια στην κατάληψη της γης από τους αγρότες και την κατάληψη των εργοστασίων από τους εργάτες. Ψηφίζει τις στρατιωτικές δαπάνες. Η συμμαχία με τις μεσαίες τάξεις δεν γίνεται διαμέσου των αντιπροσώπων των μικροαστικών κομμάτων που εξαρτώνται από το χρηματιστικό κεφάλαιο –τους Αθάνια, τους Νταλαντιέ και τους Εριό. Κάτω από τα σφυροκοπήματα της καπιταλιστικής κρίσης, η προηγούμενη πίστη των μικροαστών στο ρεφορμισμό παραμερίζει μπροστά στο αίτημα για σαρωτικές και ριζικές λύσεις. Αν το προλεταριάτο παρουσιάσει ένα επαναστατικό πρόγραμμα και δείξει την ικανότητα του για ηγεσία, θα κερδίσει τις μεσαίες τάξεις. Αν το προλεταριάτο αποτύχει, θα θριαμβεύσει η δημαγωγία του φασισμού. Η πάλη ενάντια στο φασισμό δεν πρόκειται να κερδηθεί με την υπεράσπιση του διεφθαρμένου και χρεοκοπημένου καθεστώτος της αστικής δημοκρατίας. Η λυδία λίθος της επαναστατικής στρατηγικής σήμερα είναι η Ισπανία. Εδώ έχουμε μια χώρα που παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με τα κύρια χαραχτηριστικά της ρώσικης επανάστασης –μια καθυστερημένη μπουρζουαζία δεμένη με τη φεουδαρχική εκμετάλλευση της γης, μια καταπιεσμένη αγροτιά πολύ άμορφη η ίδια για να αναλάβει την εθνική ηγεσία, ένα δραστήριο προλεταριάτο με ασύγκριτο θάρρος και αυτοθυσία. Ούτε οι Αθάνια ούτε οι Καμπανίς έχουν δόσει την παραμικρή ένδειξη ότι μπορούν να εκπληρώσουν τα δημοκρατικά καθήκοντα της επανάστασης καλύτερα από τον Κερένσκι. Αλλά η σταλινική γραφειοκρατία έχει αποφανθεί ότι το ζήτημα στην Ισπανία είναι «η δημοκρατία ενάντια στο φασισμό» και με λόγια και έργα οι Πασιονάριες και οι άλλοι κάνουν ότι μπορούν για να πνίξουν την προλεταριακή επανάσταση.
Μερικοί θα θεωρήσουν ίσως Τα Μαθήματα του Οχτώβρη πολύ σημαντικά για την Ευρώπη, αλλά κάπως απομακρυσμένα από τα προβλήματα του αμερικανού εργάτη. Αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος που μπορεί να κάνει κανείς. Στην κοινωνική δομή των ΕΠΑ έχουν ήδη γίνει βασικές αλλαγές. Η κρίση της δεκαετίας του ’30 έφερε τον αμερικανικό καπιταλισμό στο χείλος της κατάρρευσης. Το ηθικό της άρχουσας τάξης κλονίστηκε φοβερά. Αν σαν αποτέλεσμα είχαμε μόνο το Νιου Ντιλ κι όχι τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση, αυτό έγινε γιατί δεν υπήρχε ένα κόμμα του προλεταριάτου στο προσκήνιο, αρκετά ριζωμένο στις μάζες ώστε να αναλάβει την επαναστατική ηγεσία. Αν λάβουμε υπόψη μας τους βασικούς περιορισμούς του Νιου Ντιλ, η υποτροπή της κρίσης είναι αναπόφευχτη. Αν η σοσιαλιστική πρωτοπορία της αμερικάνικης εργατικής τάξης δεν το δει αυτό καθαρά και δεν πάρει τα απαιτούμενα μέτρα, η ιστορία δεν θα τη μεταχειριστεί με μεγαλύτερη ευγένεια απ’ ότι το γερμανικό ή το αυστριακό προλεταριάτο. Η εποχή μας είναι εποχή της συγκεντροποιημένης ταξικής πάλης. Η μια χώρα μετά την άλλη παρασύρεται στη δίνη της κοινωνικής αναταραχής. Η γερμανική επανάσταση του 1918 ακολουθήθηκε από την ουγγρική επανάσταση του 1919. Οι ιταλοί εργάτες κατάλαβαν τα μεταλλουργικά εργοστάσια το 1920. Ακολουθεί η γερμανική κρίση του 1923 και η βρετανική Γενική Απεργία του 1926. Η Βιέννη φουντώνει το 1927. Η Κινέζικη Επανάσταση το 1925-1927. Το 1933 έχουμε τη γερμανική καταστροφή. Τα αυστριακά οδοφράγματα. Η γαλλική Γενική Απεργία έρχεται το Ι934 και η κατάληψη των εργοστασίων το 1936. Ο εμφύλιος πόλεμος αγκαλιάζει σήμερα την Ισπανία. Αύριο μπορεί να είναι η σειρά των ΕΠΑ. Για να αποφύγει την ήττα, το προλεταριάτο πρέπει να προετοιμαστεί. Οι Φαβιανοί και οι Εργατικοί πολιτικοί που θεωρούν το σοσιαλισμό σαν ένα παιχνίδι για το 51% των ψήφων, δεν το καταλαβαίνουν αυτό –αλλά η κατάχτηση της εξουσίας είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από την υποστήριξη ενός νέου νομοσχεδίου. Η τιμωρία για την πολιτική νωθρότητα στις μέρες μας έρχεται γρήγορα και είναι τρομερή. Το προλεταριάτο δεν μπορεί, όπως η βρετανική αυτοκρατορία, να ξεγλιστρήσει. Δεν είναι αναγκαίο να πιστεύει κανείς ότι η μπολσεβίκικη οργάνωση είταν ένας καλοκουρντισμένος μηχανισμός –απόλυτη ενσάρκωση των 50 παραγράφων της Κόμιντερν για το χτίσιμο του κόμματος. Ενσωμάτωνε, ωστόσο, πείρα, πρωτοβουλία, αυτοθυσία. Είταν η πίεση των οργανωμένων εργατών-μπολσεβίκων που έκανε δυνατή τη νίκη του Λένιν στην Κεντρική Επιτροπή. Το συμπέρασμα είναι αναπόφευχτο. Χωρίς ένα επαναστατικό κόμμα, εκπαιδευμένο στη μέθοδο του μαρξισμού, το αυθόρμητο μαζικό κίνημα παραμένει τυφλό.
Με το θέμα της εξουσίας ασχολήθηκαν τελευταία και συγγραφείς της σχολής του κ. Τζον Στρέιτσι. Αλλά η προσέγγιση τους είναι σε κραυγαλέα αντίθεση με Τα Μαθήματα του Οχτώβρη. Ο Τρότσκι πιστεύει ότι το προλεταριάτο πρέπει να φυλάγεται όχι μόνο από το σοσιαλδημοκρατικό ρεφορμισμό, μα και από την καταστροφική πολιτική της σταλινικής Κόμιντερν. Στην «Επερχόμενη Πάλη για Εξουσία», ο κ. Στρέιτσι υποβάλλει τη Σοσιαλδημοκρατία σε εξουθενωτική κριτική, αλλά, με μεγάλο τακτ κι ακόμα με θαυματουργό τρόπο πετυχαίνει να γράψει ένα κεφάλαιο για τη «Φύση του Κομμουνισμού», χωρίς καμιά σοβαρή αναφορά στην πραγματική ιστορία της Κόμιντερν. Σ’ αυτό συναγωνίζεται έναν άλλο ειδικό στο πρόβλημα της εξουσίας, τον συμπατριώτη του κ. Παλμ Ντατ, που στιγματίζει κάθε μήνα τα εγκλήματα του Εργατικού Κόμματος και της Δεύτερης Διεθνούς, αφήνοντας τους αναγνώστες του με τη σαφή εντύπωση ότι μόνο το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι αιώνια μεγαλοπρεπές, αληθινό και ωραίο. Ο Τρότσκι απορρίπτει την πολιτική, αυτή υπεροψία σαν μια πολύ κακή υπηρεσία στην υπόθεση της επανάστασης. Γι’ αυτό το λόγο είναι πάλι σήμερα στη μειοψηφία, και, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, αναγκασμένος να βρει άσυλο στο Μεξικό. Υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι επειδή ο Στάλιν έχει τη δύναμη να τον καταδιώκει, ο Τρότσκι πρέπει να έχει άδικο. Σ’ αυτούς, έδοσε κάποτε την απάντηση ο Λένιν:
«Δεν είμαστε τσαρλατάνοι... Πρέπει να βασιζόμαστε στη συνείδηση των μαζών. Ακόμα κι αν είναι αναγκαίο να μείνουμε στη μειοψηφία, θα το κάνουμε. Δεν πρέπει να φοβόμαστε νά ’μαστε στη μειοψηφία. Θα συνεχίσουμε την κριτική μας για να απελευθερώσουμε τις μάζες από την απάτη... Η γραμμή μας θα αποδειχτεί σωστή... Όλοι οι καταπιεζόμενοι θα ’ρθούν σε μας. Δεν έχουν άλλη διέξοδο...».
Μορίς Σπεκτόρ
Ν. Υόρκη, 11 του Γενάρη 1937
Μέρος Πρώτο
Πρέπει να Μελετήσουμε την Οκτωβριανή Επανάσταση
Με την Οχτωβριανή Επανάσταση σημειώσαμε μια μεγάλη επιτυχία, η Οχτωβριανή Επανάσταση, όμως, δεν είχε την ίδια επιτυχία στον Τύπο μας. Μέχρι σήμερα δεν έχουμε ούτε ένα έργο που να δίνει μια γενική εικόνα της Οχτωβριανής Επανάστασης και να επισημαίνει τις σπουδαιότερες στιγμές της από πολιτική και οργανωτική άποψη. Κι όχι μόνο αυτό: το υλικό που χαραχτηρίζει τις διάφορες πλευρές της προετοιμασίας της επανάστασης ή την ίδια την επανάσταση δεν έχει ακόμα εκδοθεί. Δημοσιεύουμε πολλά ντοκουμέντα και υλικό πάνω στην ιστορία της επανάστασης και του Κόμματος πριν και μετά τον Οχτώβρη. Δίνουμε όμως πολύ λιγότερη προσοχή στον ίδιο τον Οχτώβρη[1]. Έχοντας ολοκληρώσει την επανάσταση, φαίνεται να έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δε θα χρειαστεί ποτέ πια να την επαναλάβουμε. Από τη μελέτη του Οχτώβρη, από τις συνθήκες της άμεσης προετοιμασίας του, φαίνεται να μην περιμένουμε κανένα άμεσο όφελος για τα επείγοντα καθήκοντα της παραπέρα οργάνωσης.
Μια τέτια, ωστόσο, προσέγγιση, ακόμα κι αν, ως ένα βαθμό, είναι ασυνείδητη, είναι βαθιά λαθεμένη και επιπλέον έχει ένα ορισμένο χαραχτήρα εθνικής στενοκεφαλιάς. Δεν θα χρειαστεί να ξανακάνουμε την Οχτωβριανή Επανάσταση, αυτό, όμως, δε σημαίνει καθόλου ότι δεν έχουμε να διδαχθούμε από την εμπειρία της. Είμαστε τμήμα της Διεθνούς και το προλεταριάτο των άλλων χωρών έχει να λύσει το πρόβλημα του δικού του Οχτώβρη που αναπόφευχτα πλησιάζει. Και στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου, είχαμε αρκετά πειστικές αποδείξεις ότι τα πιο προχωρημένα Κομμουνιστικά Κόμματα της Δύσης όχι μόνο δεν έχουν αφομοιώσει τη δική μας εμπειρία, αλλά και την αγνοούν ακόμα κι από την άποψη των γεγονότων.
Θα μπορούσε, βέβαια, να παρατηρήσει κανείς ότι είναι αδύνατο να μελετηθεί ο Οχτώβρης κι ακόμα να εκδοθεί το υλικό που άφορα τον Οχτώβρη χωρίς να ξανατεθούν επί τάπητος οι παλιές διαφωνίες. Αλλά ένας τέτιος τρόπος προσέγγισης του ζητήματος θα είταν παραπάνω από άθλιος. Οι διαφωνίες του 1917 είταν προφανώς πολύ βαθιές και με κανένα τρόπο τυχαίες. Αλλά θα είταν το λιγότερο μικροπρέπεια να προσπαθήσουμε τώρα να κάνουμε αυτές τις διαφορές ένα όπλο στην πάλη ενάντια σε κείνους που έκαναν τότε λάθος. Θα είταν, όμως, ακόμα πιο απαράδεχτο, ξεκινώντας από προσωπικούς υπολογισμούς, να αποσιωπήσουμε τα κεφαλαιώδη προβλήματα της Επανάστασης του Οχτώβρη, που έχουν μια διεθνή σπουδαιότητα.
Τον περασμένο χρόνο υποστήκαμε δυο σκληρές ήττες στη Βουλγαρία: αρχικά το ΚΚΒουλγαρίας[2], στη βάση φαταλιστικών δογματικών αντιλήψεων, άφησε να περάσει μια εξαιρετικά ευνοϊκή στιγμή για επαναστατική δράση (το ξεσήκωμα των χωρικών μετά το πραξηκόπημα του Τσανκόφ, τον Ιούνη). Στη συνέχεια, πασχίζοντας να επανορθώσει το λάθος του, ρίχτηκε στην εξέγερση του Σεπτέμβρη χωρίς να έχει προετοιμάσει τους αναγκαίους πολιτικούς και οργανωτικούς όρους. Η βουλγάρικη επανάσταση έπρεπε να είναι ο πρόλογος της γερμανικής επανάστασης. Όμως, ο ελεεινός αυτός πρόλογος είχε, δυστυχώς, μια συνέχεια ακόμα πιο ελεεινή στην ίδια τη Γερμανία. Το δεύτερο εξάμηνο του περασμένου χρόνου, παρακολουθήσαμε σ’ αυτή τη χώρα μια κλασική επίδειξη του τρόπου με τον οποίο μπορεί κανείς να αφήσει να περάσει μια εξαιρετική επαναστατική κατάσταση παγκόσμιας ιστορικής σημασίας[3]. Η βουλγάρικη και η γερμανική εμπειρία δεν έγινε, επίσης, το αντικείμενο μιας αρκετά ολοκληρωμένης και συγκεκριμένης μελέτης. Ο συγγραφέας αυτών των γραμμών έχει δόσει το σχεδιάγραμμα της ανάπτυξης των γεγονότων του περασμένου χρόνου στη Γερμανία (δες τα κεφάλαια: «Σε μια Καμπή» και «Το Στάδιο που Διανύουμε», στη μπροσούρα Ανατολή και Δύση). Ό,τι έγινε από κει και υστέρα έχει επιβεβαιώσει πέρα για πέρα αυτό το σχεδιάγραμμα. Κανείς δεν προσπάθησε να δόσει μια άλλη εξήγηση. Αλλά ένα σχεδιάγραμμα δεν είναι αρκετό. Χρειαζόμαστε μια ολοκληρωμένη εικόνα, με όλα τα στοιχεία της εξέλιξης των γεγονότων του περασμένου χρόνου στη Γερμανία –μια εικόνα που να φωτίζει τις αιτίες της φοβερής αυτής ιστορικής ήττας.
Είναι δύσκολο, ωστόσο, να μιλήσουμε για μια ανάλυση των γεγονότων της Βουλγαρίας και της Γερμανίας, όταν δεν έχουμε ακόμα δόσει έναν πίνακα της πολιτικής και ταχτικής της επανάστασης του Οχτώβρη. Δεν έχουμε ακόμα αναλύσει αυτό ακριβώς που κάναμε και πώς το κάναμε. Μετά τον Οχτώβρη, στον πυρετό της νίκης φαινόταν, ότι τα γεγονότα στην Ευρώπη θα εξελίσσονταν από μόνα τους και με τέτια ταχύτητα που δεν θα μας άφηναν καν το χρόνο να αφομοιώσουμε θεωρητικά τα μαθήματα του Οχτώβρη. Αλλά τα γεγονότα απόδειξαν ότι χωρίς ένα κόμμα ικανό να καθοδηγήσει την προλεταριακή επανάσταση, η ίδια η επανάσταση γίνεται αδύνατη. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να καταχτήσει την εξουσία με μια αυθόρμητη εξέγερση: ακόμα και σε μια χώρα πολύ αναπτυγμένη βιομηχανικά και με υψηλή κουλτούρα, όπως είναι η Γερμανία, η αυθόρμητη εξέγερση των εργαζομένων (το Νοέμβρη του 1918) το μόνο που μπόρεσε είταν να ξαναδόσει την εξουσία στα χέρια της μπουρζουαζίας. Μια κυρίαρχη τάξη είναι ικανή να καταχτήσει την εξουσία, αρπάζοντας την από μια άλλη κυρίαρχη τάξη, στηριγμένη στα πλούτη της, στην «κουλτούρα» της και στις αναρίθμητες σχέσεις της με τον παλιό κρατικό μηχανισμό. Αλλά, για το προλεταριάτο, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να υποκαταστήσει το Κόμμα του. Από τα μέσα του 1921[4] αρχίζει πραγματικά η περίοδος της στροφής προς τα έξω για το χτίσιμο των Κομμουνιστικών Κομμάτων (με τα συνθήματα: «πάλη για τις μάζες», «ενιαίο μέτωπο», κλπ.). Τα καθήκοντα του Οχτώβρη υποχωρούν σε δεύτερο πλάνο και, ταυτόχρονα, μπήκε στην άκρη η μελέτη του Οχτώβρη. Ο περασμένος χρόνος μας έφερε πάλι μπροστά στα καθήκοντα της προλεταριακής επανάστασης. Είναι καιρός να συγκεντρώσουμε όλα τα ντοκουμέντα, να εκδόσουμε όλο το υλικό και να προχωρήσουμε στη μελέτη τους.
Ξέρουμε, βέβαια, ότι κάθε λαός, κάθε τάξη, κι ακόμα κάθε κόμμα, εκπαιδεύονται κυρίως στη βάση της δικής τους εμπειρίας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η πείρα των άλλων χωρών, των άλλων τάξεων και κομμάτων είναι μικρότερης σημασίας. Δίχως τη μελέτη της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, της Επανάστασης του 1848 και της Κομμούνας του Παρισιού, δεν θα είχαμε ποτέ πραγματοποιήσει την Οχτωβριανή Επανάσταση, ακόμα και με την πείρα του 1905[5] Στην πραγματικότητα, περάσαμε μέσα από την «εθνική» αυτή εμπειρία βασισμένοι πάνω στα μαθήματα των προηγούμενων επαναστάσεων, επεχτείνοντας την ιστορική τους γραμμή. Στη συνέχεια, ολόκληρη η περίοδος της αντεπανάστασης αφιερώθηκε στη μελέτη των μαθημάτων που έπρεπε να βγουν και των αφαιρέσεων που έπρεπε να γίνουν από το 1905, Αλλά, για τη μελέτη της νικηφόρας επανάστασης του 1917 δεν συμπληρώσαμε ούτε το ένα δέκατο της δουλιάς που κάναμε για την επανάσταση του 1905. Βέβαια, δεν ζούμε σε μια περίοδο αντίδρασης, ούτε είμαστε στην εξορία. Αντίθετα, οι δυνάμεις και τα μέσα που διαθέτουμε τώρα δεν συγκρίνονται ούτε κατά διάνοια με αυτά που είχαμε τα μίζερα εκείνα χρόνια. Παντού όπου χρειάζεται πρέπει να τεθεί απλά και καθαρά στην ημερήσια διάταξη το καθήκον της μελέτης της Οχτωβριανής Επανάστασης, τόσο μέσα στο Κόμμα όσο και σ’ ολόκληρη τη Διεθνή. Είναι απαραίτητο για ολόκληρο το Κόμμα, και ιδιαίτερα για τη νέα γενιά, να μελετήσει και να αφομοιώσει βήμα το βήμα, την πείρα του Οχτώβρη που μας πρόσφερε μια υπέρτατη, αναμφισβήτητη και αμετάκλητη επαλήθευση του παρελθόντος μας και μας άνοιξε διάπλατα την πόρτα του μέλλοντος. Τα μαθήματα της γερμανικής επανάστασης του περασμένου χρόνου, είναι όχι μόνο μια σοβαρή υπενθύμιση, μα και μια απειλητική προειδοποίηση.
Θα μπορούσε να πει κανείς, και είναι αλήθεια, ότι και η πιο βαθιά γνώση της εξέλιξης της Επανάστασης του Οχτώβρη δε θα είταν μια εγγύηση για τη νίκη του γερμανικού μας Κόμματος. Μα αυτό το είδος του χοντροκομμένου και ουσιαστικά άξεστου ορθολογισμού δεν οδηγεί πουθενά. Είναι βέβαιο ότι μια απλή μελέτη της Οχτωβριανής Επανάστασης δεν είναι αρκετή για να εξασφαλίσει τη νίκη στις άλλες χώρες. Μπορεί, όμως, να έχουμε καταστάσεις όπου να έχουν συσσωρευτεί όλοι οι όροι για την επανάσταση και να λείπει μια διορατική και αποφασισμένη ηγεσία, ένα κόμμα, βασισμένο πάνω στην κατανόηση των νόμων και των μεθόδων της επανάστασης. Τέτια ακριβώς είταν η κατάσταση τον περασμένο χρόνο στη Γερμανία. Αυτό μπορεί να επαναληφθεί και σ’ άλλες χώρες. Αλλά, για τη μελέτη των νόμων και των μεθόδων της προλεταριακής επανάστασης, δεν υπάρχει, μέχρι σήμερα, πιο σοβαρή και πιο πλούσια πηγή από τη δική μας εμπειρία του Οχτώβρη. Οι ηγέτες των ευρωπαϊκών Κομμουνιστικών Κομμάτων που δεν θα κατορθώσουν να αφομοιώσουν την ιστορία της Οχτωβριανής Επανάστασης διαμέσου μιας κριτικής και πολύ λεπτομερειακής μελέτης, θα μοιάζανε με ένα στρατηγό που, προετοιμαζόμενος για νέους πολέμους κάτω από σύγχρονες συνθήκες, δεν θα κατόρθωνε να μελετήσει τη στρατηγική, την ταχτική και την τεχνική πείρα του τελευταίου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Ένας τέτιος στρατηγός θα οδηγούσε αναπόφευχτα το στρατό του στην ήττα.
Το κύριο όργανο της προλεταριακής επανάστασης είναι το κόμμα. Η πείρα μας ενός ολόκληρου χρόνου (Φλεβάρης 1917 – Φλεβάρης 1918) και οι συμπληρωματικές εμπειρίες της Φινλανδίας, της Ουγγαρίας, της Ιταλίας, της Βουλγαρίας και της Γερμανίας, μας επιτρέπουν να ανυψώσουμε σε αμετάβλητο σχεδόν νόμο το αναπόφευχτο μιας κρίσης μέσα στο κόμμα όταν αυτό περνάει από την προπαρασκευαστική επαναστατική δουλιά στην άμεση πάλη για την κατάχτηση της εξουσίας. Γενικά μιλώντας, οι κρίσεις μέσα στο Κόμμα ξεσπούν σε κάθε σημαντική στροφή του κόμματος, είτε σαν πρελούντιο αυτής της στροφής είτε σαν αποτέλεσμά της. Η αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι κάθε περίοδος ανάπτυξης του κόμματος έχει τα ειδικά χαραχτηριστικά της γνωρίσματα, και απαιτεί συγκεκριμένες μέθοδες και συνήθειες εργασίας. Μια στροφή στην ταχτική περιλαβαίνει ένα λίγο ή πολύ σημαντικό σπάσιμο απ’ αυτές τις συνήθειες και τις μέθοδες: σ’ αυτό βρίσκεται η πραγματική πηγή των συγκρούσεων και των κρίσεων.
«Συμβαίνει πολύ συχνά» –έγραφε ο Λένιν τον Ιούλη του 1917– «σε μια απότομη καμπή της ιστορίας, τα ίδια τα προχωρημένα κόμματα να μην μπορούν, για ένα χρονικό διάστημα λίγο ή πολύ μεγάλο, να συνηθίσουν με την καινούργια κατάσταση, επαναλαβαίνοντας τα ίδια συνθήματα που, ενώ χτες είταν σωστά, σήμερα έχουν χάσει κάθε νόημα, κι αυτό τόσο “ξαφνικά” όσο ξαφνική είταν η ιστορική καμπή», (Λένιν: «Άπαντα»[6], τόμ 14ος, σελ. 12).
Σ’ αυτό υπάρχει ο έξης κίνδυνος: εάν η στροφή είναι πολύ απότομη ή τελείως απροσδόκητη, και η προηγούμενη περίοδος έχει συσσωρεύσει πολλά αδρανή και συντηρητικά στοιχεία στα ηγετικά όργανα του κόμματος, τότε το κόμμα αποδείχνεται ανίκανο να δόσει ηγεσία την πιο κρίσιμη στιγμή, για την οποία προετοιμαζόταν δεκάδες χρόνια. Το κόμμα διαβρώνεται από την κρίση, το κίνημα ξεπερνάει το κόμμα και οδηγείται στην ήττα.
Ένα επαναστατικό κόμμα υπόκειται στην πίεση άλλων πολιτικών δυνάμεων. Σε κάθε στάδιο της ανάπτυξής του, το κόμμα επεξεργάζεται τις μέθοδές του για να αντεπιτεθεί και να αντισταθεί σ’ αυτές τις πιέσεις. Στις ταχτικές στροφές, που φέρνουν εσωτερικές ανασυντάξεις και προστριβές, η δύναμη αντίστασης του κόμματος εξασθενίζει. Από δω και η δυνατότητα που πάντα παρουσιάζεται, οι ομάδες μέσα στο κόμμα, που γεννιούνται από την ανάγκη μιας στροφής στην ταχτική, να προχωρήσουν πέρα από τις αρχικές τους διαφορές και να χρησιμέψουν σαν στήριγμα για διάφορες ταξικές τάσεις. Για να το πούμε πιο απλά: το κόμμα που δεν συμβαδίζει με τα ιστορικά καθήκοντα της τάξης του, γίνεται, ή διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει, ένα έμμεσο όργανο άλλων τάξεων.
Αν αυτά που είπαμε πιο πάνω είναι αληθινά για κάθε σημαντική στροφή στην ταχτική είναι ακόμα πιο αληθινά για τις μεγάλες στροφές στη στρατηγική. Λέγοντας ταχτική στην πολιτική εννοούμε, σε αναλογία με τη στρατιωτική επιστήμη, την τέχνη να διεξάγουμε μεμονωμένες επιχειρήσεις. Με τον όρο στρατηγική, εννοούμε την τέχνη της νίκης, δηλαδή της κατάληψης της εξουσίας. πριν από τον πόλεμο, συνήθως, δεν κάναμε αυτή τη διάκριση. Στην εποχή της Δεύτερης Διεθνούς αρκούμασταν στην αντίληψη της σοσιαλδημοκρατικής ταχτικής. Και αυτό δεν είταν τυχαίο. Η σοσιαλδημοκρατία εφάρμοζε κοινοβουλευτικές ταχτικές, συνδικαλιστικές ταχτικές, κοινοτικές ταχτικές, συνεργατικές ταχτικές, κλπ. Το ζήτημα του συνδυασμού όλων των δυνάμεων και όλων των μέσων –όλων των ειδών τα στρατεύματα– για να επιτευχθεί η νίκη ενάντια στον εχθρό, δεν έμπαινε στην εποχή της Δεύτερης Διεθνούς, γιατί αυτή η τελευταία δεν έθετε πραχτικά το καθήκον της πάλης για εξουσία. Μονάχα η επανάσταση του 1905 μετά από ένα μεγάλο διάλειμμα, έθεσε ξανά στην ημερήσια διάταξη τα ουσιώδη ζητήματα, τα στρατηγικά ζητήματα της προλεταριακής πάλης. Μ’ αυτό, εξασφάλισε τεράστια πλεονεχτήματα στους ρώσους σοσιαλδημοκράτες επαναστάτες, δηλαδή στους Μπολσεβίκους. Η μεγάλη εποχή της επαναστατικής στρατηγικής αρχίζει το 1917, πρώτα για τη Ρωσία και μετά για την υπόλοιπη Ευρώπη. Η στρατηγική, βέβαια, δεν είναι εμπόδιο για την ταχτική: τα ζητήματα του συνδικαλιστικού κινήματος, της κοινοβουλευτικής δραστηριότητας, κλπ., δεν εξαφανίζονται, αλλά αποχτούν τώρα μια καινούρια σημασία σαν μέθοδες υποταγμένες στη συνδυασμένη πάλη για εξουσία. Η ταχτική υποτάσσεται στη στρατηγική [7].
Αν οι στροφές στην ταχτική γεννούν συνήθως εσωτερικές προστριβές μέσα στο κόμμα, για ένα λόγο παραπάνω, οι στροφές στη στρατηγική πρέπει να προκαλούν πολύ βαθύτερες και οξύτερες αναστατώσεις. Και η πιο απότομη απ’ όλες τις στροφές είναι η στροφή του προλεταριακού κόμματος από την προπαρασκευαστική και προπαγανδιστική δουλιά, από την οργάνωση και την αγκιτάτσια στην άμεση πάλη για εξουσία, στην ένοπλη εξέγερση ενάντια στην μπουρζουαζία. Καθετί το αναποφάσιστο, το σκεπτικιστικό, το συμβιβαστικό, το συνθηκολόγο, μ’ άλλα λόγια, καθετί το μενσεβίκικο που υπάρχει μέσα στο κόμμα, εμφανίζεται στην επιφάνεια και αντιτίθεται στην εξέγερση, ψάχνει για θεωρητικές φόρμουλες για να δικαιολογήσει την αντίθεση του, και τις βρίσκει ολοέτοιμες στο οπλοστάσιο των χθεσινών οπορτουνιστών αντιπάλων. Θα έχουμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε αυτό το φαινόμενο αρκετές φορές στο μέλλον.
Η τελική επανεξέταση και εκλογή των κομματικών όπλων στις παραμονές της αποφασιστικής πάλης, έγινε στη διάρκεια του διαλείμματος, από το Φλεβάρη μέχρι τον Οχτώβρη, πάνω στη βάση της όσο το δυνατό πλατύτερης οργανωτικής δουλιάς και αγκιτάτσιας μέσα στις μάζες. Στη διάρκεια και μετά τον Οχτώβρη, τα όπλα αυτά δοκιμάστηκαν στη φωτιά κολοσσιαίων και ιστορικών δραστηριοτήτων. Το να επιχειρούμε αυτή τη στιγμή αρκετά χρόνια μετά τον Οχτώβρη, μια εκτίμηση των διαφορετικών απόψεων σ’ ότι άφορα την επανάσταση γενικά και τη ρωσική επανάσταση ιδιαίτερα, και με αυτόν τον τρόπο να περνάμε στα μουγκά την εμπειρία του 1917, είναι σαν να πέφτουμε στον πιο στείρο σχολαστικισμό. Αυτή δεν είναι βέβαια μαρξιστική πολιτική ανάλυση. Θά ’ταν σαν να φιλονικούσαμε γύρω από τα πλεονεχτήματα των διάφορων τρόπων κολύμβησης και την ίδια στιγμή να αρνούμαστε με πείσμα να κοιτάξουμε τους κολυμβητές που στο ποτάμι βάζουν σ’ εφαρμογή αυτά τα συστήματα. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος επαλήθευσης των απόψεων για την επανάσταση από την εφαρμογή τους στη διάρκεια της ίδιας της επανάστασης, όπως ακριβώς ο καλύτερος τρόπος κολύμβησης αποδείχνεται όταν ο κολυμβητής πηδάει στο νερό.
«Δημοκρατική Διχτατορία
του Προλεταριάτου και της Αγροτιάς»
Το Φλεβάρη και τον Οχτώβρη
Με την ανάπτυξη και την έκβαση της, η Οχτωβριανή Επανάσταση έδοσε ένα αμείλιχτο χτύπημα στη σχολαστικιστική παρωδία του μαρξισμού που είταν πλατιά διαδομένη ανάμεσα στους ρώσους σοσιαλδημοκράτες, αρχίζοντας από την Ομάδα για τη Χειραφέτηση της Εργασίας[8] και βρίσκοντας την πιο ολοκληρωμένη έκφραση της στους Μενσεβίκους. Η ουσία αυτού του ψευτο-μαρξισμού βρισκόταν στο ότι διαστρέβλωνε την υπό όρους και περιορισμένη αντίληψη του Μαρξ ότι: «οι πιο αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες δείχνουν στις λιγότερο αναπτυγμένες την εικόνα του μέλλοντος τους», σε έναν απόλυτο και (για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του ίδιου του Μαρξ) υπεριστορικό νόμο, και μετά, στη βάση αυτού του νόμου, προσπαθούσε να στηρίξει την ταχτική του προλεταριακού κόμματος. Μια τέτια διατύπωσε απόκλειε φυσικά ακόμα και την αναφορά στην οποιαδήποτε πάλη του ρωσικού προλεταριάτου για την κατάληψη της εξουσίας μέχρι να υπάρξει ένα «προηγούμενο» στις πιο αναπτυγμένες χώρες. Δεν διαφωνούμε, βέβαια, στο ότι κάθε καθυστερημένη χώρα βρίσκει μερικά χαραχτηριστικά του δικού της μέλλοντος στην ιστορία των αναπτυγμένων χωρών, αλλά δεν μπορούμε να μιλάμε για μια επανάληψη της εξέλιξης στο σύνολο της. Αντίθετα, όσο η καπιταλιστική οικονομία έπαιρνε ένα παγκόσμιο χαραχτήρα, τόσο πιο εντυπωσιακά πρωτότυπη γινόταν η εξέλιξη των καθυστερημένων χωρών που αναγκαστικά έπρεπε να συνδυάζουν τα στοιχεία της καθυστέρησής τους με τις τελευταίες επιτεύξεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης[9]. Στον πρόλογό του για τον Πόλεμο των Χωρικών, ο Έγκελς γράφει:
«Σ’ ένα ορισμένο στάδιο, που δεν έρχεται αναγκαστικά την ίδια στιγμή παντού ή στο ίδιο επίπεδο ανάπτυξης, η αστική τάξη αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι οι προλετάριοι, συνταξιδιώτες της την έχουν ξεπεράσει».
Η πορεία της ιστορικής εξέλιξης υποχρέωσε τη ρωσική μπουρζουαζία να κάνει αυτή την παρατήρηση πολύ πιο πριν και πολύ πιο ολοκληρωμένα από τις αστικές τάξεις των άλλων χωρών. Ο Λένιν πριν από το 1905, έκφρασε τον ιδιόρρυθμο χαραχτήρα της ρωσικής επανάστασης με τη φόρμουλα: «Δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς»[10]. Από μόνη της, αυτή η φόρμουλα δεν μπορούσε, όπως το έδειξε η κατοπινή εξέλιξη, να έχει κάποια σημασία, παρά μόνο σαν στάδιο προς τη σοσιαλιστική διχτατορία του προλεταριάτου, που στηρίζεται πάνω στην αγροτιά. Η λενινιστική διατύπωση του προβλήματος, επαναστατική και δυναμική από κάθε άποψη, είταν πέρα για πέρα και ασυμφιλίωτα αντίθετη με το μενσεβίκικο σχήμα, που έλεγε ότι η Ρωσία μπορούσε να διεκδικήσει μόνο μια επανάληψη της ιστορίας των αναπτυγμένων εθνών, με την μπουρζουαζία στην εξουσία και τους σοσιαλδημοκράτες στην αντιπολίτευση. Ορισμένοι κύκλοι του Κόμματος μας, όμως, έριχναν την έμφαση σ’ ότι άφορα τη φόρμουλα του Λένιν, όχι στη διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, μα στο δημοκρατικό της χαραχτήρα, σ’ αντίθεση με το σοσιαλιστικό της χαραχτήρα. Κι αυτό, πρέπει να το ξαναπούμε, μπορούσε να σημαίνει ότι στη Ρωσία, μια καθυστερημένη χώρα, μόνο μια δημοκρατική επανάσταση είταν δυνατή. Η σοσιαλιστική επανάσταση έπρεπε να αρχίσει στη Δύση. Εμείς δεν μπορούσαμε να άγκαζαριστούμε στο δρόμο του σοσιαλισμού παρά πίσω από την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Αλλά μια τέτια διατύπωση γλιστρούσε αναπόφευχτα στο μενσεβικισμό, κι αυτό αποκαλύφθηκε πλήρως το 1917, όταν τα καθήκοντα της επανάστασης έμπαιναν μπροστά μας, όχι σαν πρόγνωση αλλά σαν αποφασιστική δράση.
Το νά ’χεις, κάτω από πραγματικά επαναστατικές συνθήκες, μια θέση υποστήριξης της δημοκρατίας, σπρωγμένη στη λογική της συνέπεια, σε αντιπαράθεση με το Σοσιαλισμό σαν «όχι ακόμα ώριμο», αυτό σήμαινε, στην πολιτική, μια μετάθεση από την προλεταριακή στη μικροαστική θέση. Σήμαινε το πέρασμα στη θέση της αριστερής πτέρυγας της εθνικής επανάστασης.
Η επανάσταση του Φλεβάρη, αν υπολογιστεί από μόνη της, είταν μια αστική επανάσταση. Αλλά σαν αστική επανάσταση ήρθε πολύ αργά, πράγμα που της αφαιρούσε κάθε σταθερότητα. Κομμένη στα δυο από τις αντιθέσεις που βρήκαν αμέσως την έκφρασή τους στη δυαδική εξουσία[11] έπρεπε ή να μεταβληθεί σε άμεσο πρόλογο της προλεταριακής επανάστασης –αυτό που στην πραγματικότητα έγινε– ή να ρίξει τη Ρωσία πίσω σε μια μισο-αποικιακή κατάσταση, κάτω από ένα είδος αστικού-ολιγαρχικού καθεστώτος. Κατά συνέπεια, η περίοδος που ακολούθησε τη Φεβρουαριανή έπανάσταση μπορούσε να αντιμετωπιστεί από δύο πλευρές: είτε σαν μια περίοδος, σταθεροποίησης, ανάπτυξης και ολοκλήρωσης της «δημοκρατικής», επανάστασης, είτε σαν μια περίοδος προετοιμασίας για την προλεταριακή επανάσταση. Η πρώτη άποψη δεν άνηκε μόνο στους Μενσεβίκους[12] και τους Σοσιαλ-Επαναστάτες[13] , αλλά και σ’ ένα ορισμένο τμήμα της ηγεσίας του Κόμματος μας. Με τη μόνη διαφορά, ότι οι τελευταίοι προσπαθούσαν πραγματικά να σπρώξουν τη δημοκρατική επανάσταση όσο το δυνατό πιο αριστερά. Αλλά η μέθοδος στην ουσία είταν μία και μόνη –να «ασκηθεί πίεση» στην κυρίαρχη μπουρζουαζία, μια «πίεση» έτσι υπολογισμένη ώστε να παραμείνει στα πλαίσια του αστικού-δημοκρατικού καθεστώτος. Αν είχε κυριαρχήσει αυτή η πολιτική, η εξέλιξη της επανάστασης θα είχε περάσει πάνω από το κεφάλι του Κόμματος μας, και τελικά, η εξέγερση των εργατών και αγροτών θα είχε γίνει χωρίς κομματική ηγεσία. Μ’ άλλα λόγια, θα είχαμε μια επανάληψη των Ιουλιανών σε μια γιγάντια κλίμακα, δηλαδή, αυτή τη φορά, όχι σαν ένα επεισόδιο αλλά σαν μια καταστροφή.
Είναι ολοφάνερο, ότι η άμεση συνέπεια μιας τέτιας καταστροφής θα είταν και η φυσική συντριβή του Κόμματος μας. Αυτό μας δίνει ένα μέτρο για να καταλάβουμε πόσο βαθιές είταν οι διαφορές.
Η επιρροή των Μενσεβίκων και των Σοσιαλ-Επαναστατών στην πρώτη περίοδο της επανάστασης, δεν είταν βέβαια τυχαία. Αντανακλούσε την επικράτηση των μικροαστικών μαζών –κυρίως των αγροτικών– μέσα στον πληθυσμό, και την ανωριμότητα της ίδιας της επανάστασης. Αυτή ακριβώς η ανωριμότητα, μέσα σε εκπληκτικά ευνοϊκές συνθήκες εξαιτίας του πολέμου, έβαλε στα χέρια των μικροαστών επαναστατών την ηγεσία, ή τουλάχιστον ένα ομοίωμα ηγεσίας, που σήμαινε ότι αυτοί είταν που υπεράσπιζαν τα ιστορικά δικαιώματα της μπουρζουαζίας για την εξουσία. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Ρωσική Επανάσταση δεν μπορούσε να είχε ακολουθήσει έναν άλλο δρόμο κι όχι αυτόν που πήρε από τον Φλεβάρη μέχρι τον Οχτώβρη του 1917. Η πορεία σ’ αυτό το διάστημα δεν εξαρτήθηκε μόνο από τις ταξικές σχέσεις, αλλά κι από τις προσωρινές συνθήκες που είχε δημιουργήσει ο πόλεμος. Εξαιτίας του πολέμου, η αγροτιά είταν οπλισμένη και οργανωμένη σ’ ένα στρατό πολλών εκατομμυρίων πριν μπορέσει το προλεταριάτο να οργανωθεί κάτω από τη δική του σημαία και να πάρει την ηγεσία των αγροτικών μαζών, οι μικροαστοί επαναστάτες βρήκαν ένα φυσικό στήριγμα στον αγροτικό στρατό που ξεσηκωνόταν ενάντια στον πόλεμο. Με όλο το βάρος του αμέτρητου αυτού στρατού, από τον οποίο τελικά εξαρτιόνταν τα πάντα, οι μικροαστοί επαναστάτες εξασκούσαν μια πίεση πάνω στους εργάτες και στην πρώτη περίοδο τούς είχαν πάρει μαζί τους. Τα γεγονότα πριν από τον πόλεμο δείχνουν ότι πάνω στις ίδιες ταξικές βάσεις η πορεία της επανάστασης μπορούσε να είταν διαφορετική. Τον Ιούλη του 1914, η Πετρούπολη συγκλονίστηκε από επαναστατικές απεργίες και τά πράγματα είχαν φτάσει σε τέτιο σημείο ώστε στους δρόμους γινόντουσαν ανοιχτές συγκρούσεις. Η ηγεσία αυτού του κινήματος είταν αναμφισβήτητα στα χεριά της παράνομης οργάνωσης και του νόμιμου Τύπου του Κόμματος μας. Ο μπολσεβικισμός αύξαινε την επιρροή του στη βάση μιας άμεσης πάλης ενάντια στο λικβινταρισμό και γενικά τά μικροαστικά κόμματα. Η ανάπτυξη του κινήματος θα σήμαινε, πάνω απ’ όλα, την ανάπτυξη του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Τα Σοβιέτ των Εργατών Αντιπροσώπων το 1914 –αν η εξέλιξη είχε φτάσει στο στάδιο των Σοβιέτ– θα είταν πιθανό μπολσεβίκικα από την αρχή. Το ξύπνημα των χωριών θα γινόταν κάτω από την άμεση ή έμμεση ηγεσία των Σοβιέτ των πόλεων, κάτω από την ηγεσία των Μπολσεβίκων. Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι οι Σοσιαλ-Επαναστάτες θα εξαφανίζονταν ξαφνικά από τα χωριά. Όχι. Το πιθανότερο είναι ότι το πρώτο στάδιο της αγροτικής επανάστασης θα βρισκόταν κάτω από τη σημαία των Ναρόντνικων[14]. Αλλά η εξέλιξη των γεγονότων, έτσι όπως την παρουσιάσαμε, θα ανάγκαζε τους ίδιους τους Ναρόντνικους να προωθήσουν την αριστερή τους πτέρυγα, για να ζητήσουν μια συμμαχία με τα μπολσεβίκικα Σοβιέτ των πόλεων. Βέβαια, το άμεσο αποτέλεσμα μιας εξέγερσης θα εξαρτιόταν ακόμα και σε μια τέτια περίπτωση, την πρώτη περίοδο, από τη διάθεση και την καθοδήγηση του στρατού που είταν δεμένος με την αγροτιά. Είναι αδύνατο κι ακόμα επιπόλαιο το να προσπαθούμε τώρα να μαντέψουμε αν το κίνημα του 1914-1915 θα είχε οδηγήσει σε νίκη, αν το ξέσπασμα του πολέμου δεν έβαζε ένα καινούριο και γιγάντιο κρίκο στην αλυσίδα των εξελίξεων. Αλλά μπορούμε με αρκετή βεβαιότητα να πούμε ότι αν η εξέλιξη των γεγονότων του Ιούλη 1914 είχε οδηγήσει σε μια νικηφόρα-επανάσταση, η ανατροπή της τσαρικής μοναρχίας θα σήμαινε, το πιθανότερο, την άμεση κατάληψη της εξουσίας από τα επαναστατικά εργατικά Σοβιέτ, που, μέσω των αριστερών Ναρόντνικων, θα είχαν φέρει (από την αρχή κιόλας) τις αγροτικές μάζες στην τροχιά τους.
Ο πόλεμος διέκοψε το αναπτυσσόμενο επαναστατικό κίνημα, πρώτα για να το καθυστερήσει αλλά για να το επιταχύνει ύστερα στο έπακρο. Ο πόλεμος, διαμέσου του αμέτρητου αυτού στρατού, δημιούργησε μια απόλυτα ευνοϊκή βάση, τόσο κοινωνικά όσο και οργανωτικά, για τα μικροαστικά κόμματα. Η ιδιομορφία της αγροτιάς βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι, παρά τον τεράστιο αριθμό της, είναι δύσκολο να την συμπτύξεις σε μια οργανωμένη βάση ακόμα κι όταν διέπεται από ένα επαναστατικό πνεύμα. Στηριγμένα στους ώμους μιας έτοιμης οργάνωσης, το στρατό, τα μικροαστικά κόμματα τρομοκράτησαν το προλεταριάτο και το σύγχυσαν με τον αμυνιτισμό[15]. Γι’ αυτό ο Λένιν επιτέθηκε κατευθείαν στο παλιό σύνθημα της «δημοκρατικής διχτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς», που κάτω από τις καινούρiες συνθήκες σήμαινε τη μετατροπή του μπολσεβίκικου Κόμματος σε αριστερή πτέρυγα του αμυνίτικου μπλοκ. Για τον Λένιν το κύριο καθήκον είταν να οδηγήσει την προλεταριακή πρωτοπορία έξω από το βάλτο του αμυνιτισμού. Μόνο μ’ αυτή την προϋπόθεση μπορούσε το προλεταριάτο στο επόμενο στάδιο να γίνει ο άξονας γύρω από τον οποίο θα συγκεντρώνονταν οι εργαζόμενες αγροτικές μάζες. Αλλά σ’ αυτή την περίπτωση, ποια θα είταν η θέση μας απέναντι στη δημοκρατική επανάσταση ή μάλλον στη δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς; Ο Λένιν είταν αδυσώπητος ανασκευάζοντας τους «παλιούς μπολσεβίκους» που «ήδη πολλές φορές, έλεγε, είχαν παίξει έναν αξιοθρήνητο ρόλο στην ιστορία του Κόμματος μας, επαναλαβαίνοντας άκριτα τις φόρμουλες που είχαν μάθει, αντί να μελετάνε τις ιδιομορφίες της καινούριας και ζωντανής πραγματικότητας». «Πρέπει να συμβαδίζουμε όχι με τις παλιές φόρμουλες, αλλά με τη νέα πραγματικότητα». «Ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ρωτούσε ο Λένιν, η παλιά μπολσεβίκικη φόρμουλα του συντρόφου Κάμενεφ ότι “η αστικοδημοκρατική επανάσταση δεν έχει ολοκληρωθεί”;». «Όχι, απαντούσε, δεν ανταποκρίνεται. Η φόρμουλα πάλιωσε. Δεν έχει αξία. Είναι νεκρή. Κάθε προσπάθεια να αναστηθεί θα αποδειχθεί μάταιη», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμος 14ος, σελ. 28, 33).
Ο Λένιν, είναι αλήθεια, έλεγε καμιά φορά ότι τα Σοβιέτ των Εργατών, Στρατιωτών και Αγροτών Αντιπροσώπων στην πρώτη περίοδο της Φεβρουαριανής Επανάστασης υλοποίησαν ως ένα βαθμό, την επαναστατική δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Κι αυτό είταν αλήθεια στο ποσοστό που τα Σοβιέτ ενσάρκωναν την εξουσία γενικά. Αλλά, όπως ο Λένιν εξήγησε επανειλημμένα, τα Σοβιέτ της Φεβρουαριανής περιόδου ενσάρκωναν μόνο τη μισή εξουσία. Υποστήριζαν την εξουσία της αστικής τάξης, ενώ ασκούσαν μια μισο-αντιπολιτευτική «πίεση» πάνω της. Και είταν αυτή ακριβώς η ενδιάμεση θέση τους που δεν τους επέτρεψε να υπερβούν τα πλαίσια του δημοκρατικού συνασπισμού των εργατών, αγροτών και χωρικών. Αυτός ο συνασπισμός στο βαθμό που στηριζόταν όχι σε κανονικές κυβερνητικές σχέσεις, αλλά πάνω στην ένοπλη δύναμη και στην άμεση επαναστατική εποπτεία, έτεινε προς τη διχτατορία. Ωστόσο, είταν ακόμα μακριά, από την πραγματική δικτατορία. Η αστάθεια των συμφιλιωτικών Σοβιέτ βρισκόταν ακριβώς στη δημοκρατική αυτή αμορφία ενός συνασπισμού μισοεξουσίας των εργατών, αγροτών και στρατιωτών. Τα Σοβιέτ έπρεπε ή να εξαφανισθούν τελείως ή να πάρουν την πραγματική εξουσία στα χέρια τους. Δεν μπορούσαν, όμως, να πάρουν την εξουσία σαν ένας δημοκρατικός εργατοαγροτικός συνασπισμός όπου αντιπροσωπεύονταν όλα τα κόμματα. Μπορούσαν να την πάρουν μόνο σαν διχτατορία του προλεταριάτου κάτω από την ηγεσία ενός κόμματος που θα κέρδιζε μαζί του τις αγροτικές μάζες αρχίζοντας από τα μισοπρολεταριακά τους στρώματα. Με άλλα λόγια ο δημοκρατικός συνασπισμός των εργατών και αγροτών μπορούσε να σχηματιστεί σαν μια ανώριμη μορφή εξουσίας ανίκανης να καταλάβει την πραγματική εξουσία, και μπορούσε να σχηματισθεί μόνο σαν τάση κι όχι σαν ένα συγκεκριμένο γεγονός. Κάθε επόμενη κίνηση προς την κατάχτηση της εξουσίας έπρεπε αναπόφευχτα να συντρίψει το δημοκρατικό κάλυμμα, να φέρει την πλειοψηφία των αγροτών αντιμέτωπη με την ανάγκη να ακολουθήσουν τους εργάτες, να δόσει στο προλεταριάτο την ευκαιρία να πραγματοποιήσει μια ταξική διχτατορία, και, μ’ αυτό τον τρόπο, να θέσει στην ημερήσια διάταξη –μαζί με μια πλήρη και πέρα για πέρα ριζική δημοκρατικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων– μια ολοκάθαρη σοσιαλιστική εισβολή του εργατικού κράτους στη σφαίρα των καπιταλιστικών δικαιωμάτων ιδιοχτησίας. Κάτω από τέτιες συνθήκες, όποιος συνέχιζε να εξαρτιέται από το σύνθημα της «δημοκρατικής διχτατορίας» αρνιόταν στην πραγματικότητα την εξουσία, και οδηγούσε την επανάσταση σε αδιέξοδο.
Το βασικό ζήτημα που αμφισβητούσαν και που γύρω του στρέφονταν τα πάντα, είταν: θα έπρεπε ή όχι να παλέψουμε για την εξουσία; Θα έπρεπε ή όχι να καταλάβουμε την εξουσία; Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να δείξει ότι τότε δεν είχαμε να κάνουμε με μια απλή επεισοδιακή διαφωνία απόψεων αλλά με δύο τάσεις πρωταρχικής σημασίας. Η πρώτη και κύρια τάση είταν η προλεταριακή που οδηγούσε στο δρόμο της παγκόσμιας επανάστασης. Η άλλη είταν η «δημοκρατική», δηλαδή μια μικροαστική τάση, που οδηγούσε σε τελευταία ανάλυση, στην υποταγή της προλεταριακής πολιτικής στις απαιτήσεις της αστικής κοινωνίας μέσα από ένα ρεφορμιστικό προτσές. Αυτές οι δυο τάσεις βρέθηκαν σε βίαιη σύγκρουση σε κάθε ουσιαστικό ζήτημα που εμφανίστηκε μέσα στο 1917. Είναι ακριβώς η επαναστατική εποχή –δηλαδή η εποχή όπου το συσσωρευμένο κεφάλαιο του κόμματος μπαίνει σε άμεση κυκλοφορία– που πρέπει αναπόφευχτα να ανοίξει στη δράση και να αποκαλύψει τις παρεκκλίσεις αυτού του είδους. Οι δυο αυτές τάσεις σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, με περισσότερες ή λιγότερες αλλαγές, θα εκδηλωθούν περισσότερο από μια φορά στη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου σε κάθε χώρα. Αν με τον όρο Μπολσεβικισμό –κι εδώ τονίζουμε την ουσιαστική όψη του– εννοούμε μια τέτια προετοιμασία, ένα τέτια ατσάλωμα, μια τέτια οργάνωση της εργατικής πρωτοπορίας που να την κάνει ικανή να καταλάβει την εξουσία με το όπλο στο χέρι, κι αν με τον όρο Σοσιαλδημοκρατία καταλαβαίνουμε την παραδοχή μιας ρεφορμιστικής αντιπολιτευόμενης δραστηριότητας μέσα στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας και μια προσαρμογή στη νομιμότητα της –δηλαδή την πραγματική εκπαίδευση των μαζών στην ιδέα του απαραβίαστου του αστικού κράτους– τότε πράγματι, είναι απόλυτα καθαρό ότι ακόμα και μέσα στο ίδιο το Κομμουνιστικό Κόμμα, που δεν βγαίνει πάνοπλο από τη χοάνη της ιστορίας, η πάλη μεταξύ των σοσιαλδημοκρατικών τάσεων και του μπολσεβικισμού εμφανίζεται πιο καθαρά, πιο ανοιχτά, πιο απροκάλυπτα στη διάρκεια της άμεσης επαναστατικής περιόδου, όταν μπαίνει άμεσα το ζήτημα της εξουσίας.
* * *
Τό πρόβλημα της κατάληψης της εξουσίας τέθηκε στο Κόμμα μετά τις 4 του Απρίλη, δηλαδή μετά την άφιξη του Λένιν στην Πετρούπολη. Αλλά ακόμα και μετά απ’ αυτό, η πολιτική γραμμή του Κόμματος με κανένα τρόπο δεν πήρε ένα ενιαίο και αδιαίρετο χαραχτήρα, χωρίς κανείς να την αμφισβητεί. Παρά τις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης του Απρίλη 1917[16], η αντιπολίτευση στην επαναστατική πορεία –άλλοτε καλυμμένη, άλλοτε ανοιχτή– διαπέρασε ολόκληρη την περίοδο της προετοιμασίας.
Η μελέτη της ροπής των διαφωνιών ανάμεσα στο Φλεβάρη και τη σταθεροποίηση της Οχτωβριανής Επανάστασης, δεν έχει μόνο ιδιαίτερη θεωρητική, αλλά και μεγάλη πραχτική σημασία. Ο Λένιν μίλησε, το 1910, για τις διαφωνίες του Δεύτερου Συνέδριου του Κόμματος, το 1903, αποκαλώντας τες «προβλεπτικές», δηλαδή προειδοποιητικές. Είναι πολύ σημαντικό να σκιαγραφήσουμε αυτές τις διαφωνίες σε μια μελέτη, αρχίζοντας από την πηγή τους, δηλαδή από το 1903, ή ακόμα από ένα προηγούμενο σημείο, ας πούμε, που αρχίζει με τον «Οικονομισμό»[17]. Αλλά μια τέτια μελέτη αποχτάει νόημα μόνο αν οδηγείται μέχρι τη λογική της συνέπεια κι αν καλύπτει την περίοδο όπου αυτές οι διαφωνίες υποβλήθηκαν σε μια αποφασιστική δοκιμασία, δηλαδή την Οχτωβριανή περίοδο.
Δεν μπορούμε, στα όρια αυτού του προλόγου, να ασχοληθούμε εξαντλητικά με όλα τα στάδια αυτής της πάλης. Αλλά το θεωρούμε αναγκαίο να κλείσουμε κάπως τό απαράδεχτο χάσμα που υπάρχει στη φιλολογία μας σ’ ότι αφορά την πιο σημαντική περίοδο εξέλιξης του Κόμματός μας.
Όπως ήδη έχουμε πει, οι διαφωνίες επικεντρώθηκαν γύρω από το ζήτημα της εξουσίας. Γενικά μιλώντας, αυτή είναι η λυδία λίθος που επιτρέπει να προσδιοριστεί ο χαραχτήρας του επαναστατικού (ή του αντεπαναστατικού) κόμματος.
Υπάρχει μια πολύ στενή σχέση ανάμεσα στο ζήτημα της εξουσίας και το ζήτημα του πολέμου που τέθηκε και αποφασίστηκε εκείνη την περίοδο. Προτείνουμε να μελετήσουμε τα δυο αυτά ζητήματα σε χρονολογική σειρά, παίρνοντας τα πιο χαραχτηριστικά ορόσημα: τη θέση του Κόμματος και του κομματικού Τύπου στην πρώτη περίοδο μετά την ανατροπή του τσαρισμού και πριν από την άφιξη του Λένιν. Την πάλη γύρω από τις Θέσεις του Λένιν. Τη Συνδιάσκεψη του Απρίλη. Τις συνέπειες των Ιουλιανών. Την περίοδο του Κορνίλοφ. Τη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη και τo Προ-Κοινοβούλιο. Το ζήτημα της ένοπλης εξέγερσης και της κατάληψης της εξουσίας (από το Σεπτέμβρη μέχρι τον Οχτώβρη). Και τό ζήτημα μιας «ομοιογενούς» Σοσιαλιστικής Κυβέρνησης.
Η μελέτη αυτών των διαφωνιών πιστεύουμε ότι θα μας βοηθήσει να βγάλουμε συμπεράσματα μεγάλης σπουδαιότητας και για τα άλλα κόμματα τής Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Η Πάλη Ενάντια στον Πόλεμο και ο Αμυνιτισμός
Η ανατροπή του τσαρισμού το Φλεβάρη του 1917 σημείωσε, βέβαια, ένα γιγάντιο άλμα προς τα μπρος. Αλλά αν πάρουμε το Φλεβάρη μόνο του, δηλαδή αν δεν τον θεωρήσουμε σαν ένα βήμα προς τον Οχτώβρη, τότε δεν σημαίνει τίποτε άλλο πέρα από το ότι η Ρωσία πλησίασε τον τύπο μιας αστικής δημοκρατίας, όπως, ας πούμε, της Γαλλίας. Τα μικροαστικά επαναστατικά κόμματα, όπως συνήθως, θεώρησαν ότι η επανάσταση του Φλεβάρη δεν είταν ούτε αστική ούτε ένα βήμα προς τη σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά ένα είδος αυτοσυντήρητης της «δημοκρατικής» οντότητας. Εκεί πάνω στήριξαν την ιδεολογία του επαναστατικού αμυνιτισμού. Υπεράσπιζαν, τάχα, όχι την κυριαρχία μιας τάξης, αλλά την «επανάσταση» και τη «δημοκρατία». Αλλά ακόμα και μέσα στο Κόμμα μας, η επαναστατική ώθηση του Φλεβάρη δημιούργησε στην αρχή μια φοβερή σύγχυση σ’ ότι αφορά τις πολιτικές προοπτικές. Συγκεκριμένα, η «Πράβντα»[18] είχε το Μάρτη μια θέση πολύ πιο κοντινή στον επαναστατικό αμυνιτισμό παρά στη θέση του Λένιν.
«Όταν ένας στρατός στέκεται αντιμέτωπος μ’ έναν άλλο στρατό», διαβάζουμε σ’ ένα από τα κύρια άρθρα της, «η πιο παράλογη πολιτική είναι να προτείνουμε ο ένας από τους δυο στρατούς να παρατήσει τα όπλα και να πάει στο σπίτι του. Μια τέτια πολιτική δεν είναι πολιτική ειρήνης αλλά μια δουλική πολιτική, μια πολιτική που απορρίπτεται περιφρονητικά από έναν ελεύθερο λαό. Όχι. Ο λαός θα παραμείνει ακλόνητος στις θέσεις του, απαντώντας στις σφαίρες με σφαίρες και στις οβίδες με οβίδες. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε καμιά αποδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων της επανάστασης», («Πράβντα» Νο 9, 15 του Μάρτη 1917, στο άρθρο «Όχι στη Μυστική Διπλωματία»).
Εδώ δεν υπάρχει ούτε καν αναφορά στις τάξεις, στους καταπιεζόμενους και στους καταπιεστές. Αντί γι’ αυτό, μιλάει για έναν «ελεύθερο λαό». Δεν υπάρχουν τάξεις που παλεύουν για την εξουσία αλλά ένας «ελεύθερος λαός», που «παραμένει ακλόνητος στις θέσεις του». Τόσο οι ιδέες όσο και η διατύπωση είναι διαποτισμένα από άκρη σ’ άκρη με αμυνιτισμό! Και παρακάτω στο ίδιο άρθρο:
«Το σύνθημα μας δεν είναι η άδεια κραυγή “Κάτω ο Πόλεμος”, που σημαίνει την αποδιοργάνωση του επαναστατικού στρατού και του στρατού που έχει γίνει ακόμα πιο επαναστατικός. Το σύνθημα μας είναι να εξασκήσουμε πίεση (!) ώστε να αναγκάσουμε την Προσωρινή Κυβέρνηση να κάνει, με επιτυχία, ανοιχτά και μπροστά στα μάτια της παγκόσμιας δημοκρατίας (!) μια προσπάθεια (!) να οδηγήσει (!) όλες τις εμπόλεμες χώρες να αρχίσουν άμεσα διαπραγματεύσεις για να σταματήσει ο παγκόσμιος πόλεμος. Μέχρι τότε ο καθένας (!) θα παραμείνει στο πόστο του (!)».
Το πρόγραμμα της εξάσκησης πίεσης σε μια ιμπεριαλιστική κυβέρνηση για να την «οδηγήσει» σε μια τέτια πρωτοβουλία, είταν το πρόγραμμα των Κάουτσκι και Λέντεμπουρ στη Γερμανία, του Ζαν Λονζέν στη Γαλλία, του Μακντόναλντ στην Αγγλία, αλλά ποτέ το πρόγραμμα του μπολσεβικισμού. Σαν συμπέρασμα, το άρθρο όχι μόνο στέλνει τους «θερμότερους χαιρετισμούς» του στο περίφημο Μανιφέστο του Σοβιέτ της Πετρούπολης που απευθυνόταν «Προς τους Λαούς του Κόσμου»[19] (ένα μανιφέστο που είταν διαβρωμένο από την αρχή μέχρι το τέλος από το πνεύμα του επαναστατικού αμυνιτισμού), αλλά και εκφράζει «με ευχαρίστηση» την αλληλεγγύη της Συνταχτικής Επιτροπής με τις αποφάσεις ανοιχτού αμυνιτισμού που υιοθετήθηκαν σε δυο συγκεντρώσεις στην Πετρούπολη. Μια από αυτές τις αποφάσεις έγραφε:
«Αν οι δημοκρατίες της Αυστρίας και της Γερμανίας δεν ενδιαφερθούν για τη φωνή μας» (δηλαδή τη «φωνή» της Προσωρινής Κυβέρνησης και του συμφιλιωτικού Σοβιέτ –Λ.Τ.), «τότε θα υπερασπιστούμε την πατρίδα μας μέχρι την τελευταία σταγόνα του αίματός μας», («Πράβντα», Νο 9, 15 του Μάρτη 1917).
Το πιο πάνω άρθρο δεν είναι μια εξαίρεση. Αντίθετα εκφράζει με ακρίβεια τη θέση της «Πράβντα» πριν να γυρίσει ο Λένιν στη Ρωσία. Έτσι, στο επόμενο τεύχος της εφημερίδας, στο άρθρο «Για τον Πόλεμο», παρόλο που περιέχει κάποια κριτική για το «Μανιφέστο Προς τους Λαούς του Κόσμου», διαβάζουμε το εξής:
«Είναι αδύνατο να μη χαιρετίσουμε τη χθεσινή διακήρυξη του Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Αντιπροσώπων της Πετρούπολης προς τους Λαούς του κόσμου, που τους καλεί να αναγκάσουν τις κυβερνήσεις τους να σταματήσουν τη σφαγή», («Πράβντα», Νο 10, 16 του Μάρτη 1917).
Και ποιος είναι ο δρόμος για το σταμάτημα του πολέμου; Το ίδιο άρθρο συνεχίζει:
«Η διέξοδος είναι η εξάσκηση πίεσης στην Προσωρινή Κυβέρνηση[20] με την απαίτηση να διακηρύξει ότι η κυβέρνηση είναι έτοιμη να αρχίσει αμέσως διαπραγματεύσεις για την ειρήνη», (όπ.π.).
Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πολλά παρόμοια αποσπάσματα με καλυμμένο χαραχτήρα αμυνιτισμού και συμφιλίωσης. Στη διάρκεια της ίδιας αυτής περιόδου, κι ακόμα βδομάδες νωρίτερα, ο Λένιν, που δεν είχε απελευθερωθεί από το κλουβί της Ζυρίχης, βροντοφώναζε στα άρθρα του, στα «Γράμματα από Μακριά»[21] (πολλά απ’ αυτά τα γράμματα δεν έφτασαν ποτέ στην «Πράβντα») ενάντια στον πιο μικρό υπαινιγμό, ενάντια σε κάθε υποχώρηση στον αμυνιτισμό και τη συμφιλίωση. Διακρίνοντας την εικόνα των επαναστατικών γεγονότων μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη των καπιταλιστικών ειδήσεων, έγραφε στις 8 του Μάρτη:
«Είναι απόλυτα ανεπίτρεπτο να κρύψουμε από τους εαυτούς μας κι από το λαό ότι αυτή η κυβέρνηση επιδιώκει τη συνέχιση του ιμπεριαλιστικού πολέμου και ότι είναι το πραχτορείο του αγγλικού καπιταλισμού που ζητάει την παλινόρθωση της μοναρχίας και την ενίσχυση της εξουσίας των γαιοχτημόνων και των καπιταλιστών<», («Προλετάρσκαγια Ρεβολούτσια», Νο 7 (30), σελ. 299).
Λίγο αργότερα, στις 12 του Μάρτη, έγραφε:
«Το να προτείνεις σ’ αυτή την κυβέρνηση να συνάψει ειρήνη, είναι σαν να κάνεις μάθημα ηθικής σ’ έναν ιδιοχτήτη μπορντέλου», (όπ.π., σελ. 243).
Όταν η «Πράβντα» πρότεινε να «εξασκηθεί πίεση» στην Προσωρινή Κυβέρνηση για να οδηγηθεί να επέμβει υπέρ της ειρήνης «μπροστά στα μάτια της παγκόσμιας δημοκρατίας», ο Λένιν έγραψε:
«Μια έκκληση στην κυβέρνηση Γκούτσοφ-Μιλιουκόφ για να συνάψει γρήγορα μια έντιμη, δημοκρατική και επωφελή ειρήνη, είναι ίδια με την έκκληση ενός καλού παπά στο χωριό προς τους γαιοχτήμονες και τους εμπόρους να διάγουν θεοσέβαστη ζωή, να αγαπάνε τον πλησίον τους όπως τον εαυτό τους και να γυρίζουν το δεξί μάγουλο όταν τους χαστουκίζουν από το αριστερό», (όπ.π., σελ. 244).
Στις 4 του Απρίλη, μια μέρα μετά την άφιξη του στην Πετρούπολη[22] , ο Λένιν εναντιώθηκε αποφασιστικά στη θέση της «Πράβντα» πάνω στο ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης. Έγραφε:
«Καμιά απολύτως υποστήριξη στην Προσωρινή Κυβέρνηση! Πρέπει να ξεσκεπάσουμε την απάτη όλων των υποσχέσεών της, ιδιαίτερα σ’ ότι αφορά την αποκήρυξη των προσαρτήσεων. Πρέπει να υπάρχει ένα ξεσκέπασμα κι όχι η απαράδεκτη αυτή “απαίτηση” –που μόνο αυταπάτες μπορεί να θρέψει– ότι αυτή η κυβέρνηση, μια καπιταλιστική κυβέρνηση, πρέπει να πάψει να είναι ιμπεριαλιστική», (Λένιν: «Άπαντα», τόμος 12ος, μέρος Ι, σελ. 18).
Είναι περιττό να πούμε ότι ο Λένιν χαραχτήρισε τη διακήρυξη των Συμφιλιωτών της 14 του Μάρτη, που με τόσα κομπλιμέντα είχε δεχθεί η «Πράβντα», «σκοτεινή» και «συγχυσμένη». Είναι πλήρης υποκρισία το να καλείς τους άλλους λαούς, να σπάσουν από τους τραπεζίτες τους και την ίδια στιγμή να σχηματίζεις κυβέρνηση συνασπισμού με τους τραπεζίτες της δικής σου χώρας.
«Αυτοί του “κέντρου” ορκίζονται» γράφει ο Λένιν σ’ ένα σχέδιο πλατφόρμας, «ότι είναι μαρξιστές και διεθνιστές, ότι είναι υπέρ της ειρήνης, και για κάθε είδους “πίεση” προς την κυβέρνηση, “απαιτώντας” με κάθε τρόπο η κυβέρνησή τους “να εκφράσει τη θέληση του λαού για ειρήνη”», (όπ.π., σελ. 52).
Θα μπορούσε όμως κανείς να φέρει μια αντίρρηση: το επαναστατικό κόμμα πρέπει να αρνείται να «εξασκεί πίεση» στην μπουρζουαζία και στην κυβέρνηση της; Όχι βέβαια. Η εξάσκηση πίεσης πάνω σε μια αστική κυβέρνηση είναι ο δρόμος για τη μεταρρύθμιση. Ένα επαναστατικό μαρξιστικό κόμμα δεν απορρίπτει τις μεταρρυθμίσεις. Αλλά ο δρόμος της μεταρρύθμισης εξυπηρετεί ένα χρήσιμο σκοπό σε δευτερεύοντα κι όχι ουσιαστικά ζητήματα. Η «πίεση» δεν μπορεί ποτέ να οδηγήσει την αστική τάξη να αλλάξει την πολιτική της σ’ ένα θέμα απ’ όπου εξαρτάται η τύχη της. Ο πόλεμος δημιούργησε μια επαναστατική κατάσταση ακριβώς γιατί δεν υπήρχε κανένα περιθώριο για ρεφορμιστική «πίεση». Η μόνη εκλογή για τις μάζες είταν ή να ακολουθήσουν μέχρι το τέλος την αστική τάξη ή να ξεσηκωθούν ενάντια της και να αρπάξουν την εξουσία από τα χέρια της. Στην πρώτη περίπτωση, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν μερικές υποχωρήσεις από την μπουρζουαζία σ’ ότι άφορα την εσωτερική πολιτική, με την προϋπόθεση της χωρίς όρους υποστήριξης της εξωτερικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής της. Γι’ αυτό το λόγο, ο σοσιαλ-ρεφορμισμός μεταμορφώθηκε ανοιχτά, με το ξέσπασμα του πολέμου σε σοσιαλ-ιμπεριαλισμό. Για τον ίδιο αυτό λόγο, τα πραγματικά επαναστατικά στοιχεία αναγκάστηκαν να αναλάβουν την πρωτοβουλία της δημιουργίας της νέας αυτής Διεθνούς.
Η θέση της «Πράβντα» δεν είταν προλεταριακή-επαναστατική, αλλά δημοκρατική-αμυνίτικη, ακόμα κι αν ταλαντευόταν στον αμυνιτισμό της. Είχαμε ανατρέψει τον τσαρισμό και θα έπρεπε τώρα να εξασκήσουμε πίεση στη δημοκρατική μας κυβέρνηση. Αυτή πρέπει να προτείνει, ειρήνη στους λαούς της γης. Αν η γερμανική Δημοκρατία αποδειχτεί ανίκανη να εξασκήσει επαρκή πίεση στην κυβέρνηση της, τότε θα υπερασπίσουμε την «πατρίδα» μας μέχρι την τελευταία σταγόνα του αίματος μας.
Η πραγματοποίηση της ειρήνης δεν έμπαινε σαν το ανεξάρτητο καθήκον της εργατικής τάξης που οι εργάτες καλούνταν να το εκπληρώσουν πάνω από το κεφάλι της Προσωρινής Κυβέρνησης, γιατί η κατάχτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο δεν έμπαινε σαν ένα πραχτικό επαναστατικό καθήκον. Αυτά όμως τα δυο καθήκοντα είναι άμεσα δεμένα.
Η Συνδιάσκεψη του Απρίλη
Ο λόγος που έβγαλε ο Λένιν στο σιδηροδρομικό σταθμό της Φινλανδίας πάνω στο σοσιαλιστικό χαραχτήρα της ρωσικής επανάστασης, έπεσε σαν βόμβα για πολλούς ηγέτες του Κόμματος. Η πολεμική ανάμεσα στον Λένιν και τους υποστηριχτές της «ολοκλήρωσης της δημοκρατικής επανάστασης» άρχισε από την πρώτη κιόλας μέρα.
Η ένοπλη διαδήλωση του Απρίλη[23] όπου και ρίχτηκε το σύνθημα «Κάτω η Προσωρινή Κυβέρνηση!» στάθηκε η αφορμή για μια σκληρή σύγκρουση. Αυτό το επεισόδιο χρησιμοποιήθηκε σαν πρόφαση από τους αντιπρόσωπους της δεξιάς πτέρυγας για να κατηγορήσουν τον Λένιν για μπλανκισμό[24]. Η ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης, που τότε υποστηριζόταν από την πλειοψηφία των Σοβιέτ, θα μπορούσε, τάχα, να πραγματοποιηθεί μόνο παραγνωρίζοντας την πλειοψηφία των εργαζομένων. Από τυπική άποψη, μια τέτια κατηγορία μπορούσε να φαίνεται εμπεδωμένη, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπήρχε η παραμικρή σκιά μπλανκισμού στην πολιτική του Λένιν τον Απρίλη. Για τον Λένιν, όλο το ζήτημα εξαρτιόταν από το κατά πόσο τα Σοβιέτ εξακολουθούσαν να αντανακλούν τις πραγματικές διαθέσεις των μαζών, και αν το Κόμμα έκανε ή όχι λάθος καθορίζοντας τη στάση του σε σχέση με την πλειοψηφία των Σοβιέτ. Η διαδήλωση του Απρίλη που πήγε «πιο αριστερά» απ’ ότι περίμενε κανείς, είταν μια αναγνωριστική εξόρμηση για να δοκιμαστεί η διάθεση των μαζών και οι αμοιβαίες σχέσεις τους με την πλειοψηφία των Σοβιέτ. Η αναγνωριστική αυτή επιχείρηση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι είταν αναγκαία μια μακριά προπαρασκευαστική περίοδος. Και βλέπουμε ότι στις αρχές του Μάη, ο Λένιν επιτέθηκε βίαια στους ναύτες της Κρονστάνδης που είχαν προχωρήσει πολύ πιο πέρα και είχαν διακηρύξει την αντίθεσή τους ενάντια στην αναγνώριση της Προσωρινής Κυβέρνησης... Οι αντίπαλοι της πάλης για εξουσία προσέγγιζαν με τελείως διαφορετικό τρόπο το ζήτημα. Στη Συνδιάσκεψη του Απρίλη του Κόμματος, ο σύντροφος Κάμενεφ διατύπωσε την παρακάτω κατηγορία:
«Στο νούμερο 19 της “Πράβντα”, μερικοί σύντροφοι» (είναι ολοφάνερο ότι αναφέρεται στον Λένιν –Λ.Τ.) «πρότειναν για πρώτη φορά μια απόφαση πάνω στην ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης. Η απόφαση αυτή, που τυπώθηκε πριν από την τελευταία κρίση, απορρίφθηκε αργότερα επειδή θά ’φερνε την αποδιοργάνωση και χαραχτηρίστηκε σαν τυχοδιωχτική. Αυτό σημαίνει ότι οι σύντροφοι μας έμαθαν κάτι από την κρίση. Η απόφαση που προτείνεται τώρα» (δηλαδή η απόφαση που πρότεινε ο Λένιν στη Συνδιάσκεψη –Λ.Τ.) «επαναλαμβάνει αυτό το λάθος...».
Αυτός ο τρόπος διατύπωσης του ζητήματος είναι πάρα πολύ ενδεικτικός. Ο Λένιν, μετά την εμπειρία της αναγνωριστικής εξόρμησης, απόσυρε το σύνθημα της άμεσης ανατροπής της Προσωρινής Κυβέρνησης. Αλλά δεν το έκανε για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα –για τόσες βδομάδες ή μήνες– αλλά σε άμεση σχέση με την ταχύτητα που θα αναπτυσσόταν η αγανάχτηση των μαζών ενάντια στους συμφιλιωτές. Η αντιπολίτευση, αντίθετα, θεώρησε το ίδιο σύνθημα σαν ένα σοβαρό λάθος. Στην προσωρινή υποχώρηση του Λένιν δεν υπήρχε ο παραμικρός υπαινιγμός μιας αλλαγής στην πολιτική γραμμή. Ο Λένιν δεν ξεκινούσε από το γεγονός ότι η δημοκρατική επανάσταση δεν είχε ολοκληρωθεί. Βασιζόταν αποκλειστικά στην ιδέα ότι οι μάζες δεν είταν ικανές εκείνη τη στιγμή να ανατρέψουν την Προσωρινή Κυβέρνηση και γι’ αυτό θα έπρεπε να γίνει καθετί που είταν δυνατό για να γίνει ικανή η εργατική τάξη να ανατρέψει την Προσωρινή Κυβέρνηση το γρηγορότερο.
Η Συνδιάσκεψη του Απρίλη του Κόμματος είχε ολόκληρη αφιερωθεί στο εξής βασικό ζήτημα: προχωρούμε προς την κατάχτηση της εξουσίας στο όνομα της σοσιαλιστικής επανάστασης ή βοηθάμε (οποιονδήποτε και οτιδήποτε) για να ολοκληρωθεί η δημοκρατική επανάσταση; Δυστυχώς, τα πραχτικά της Συνδιάσκεψης του Απρίλη δεν έχουν ακόμα εκδοθεί, παρόλο που στην ιστορία του Κόμματος μας δεν υπάρχει άλλο Συνέδριο που να είχε τόση μεγάλη και τόση άμεση σημασία σ’ ότι άφορα την τύχη της επανάστασης όση η Συνδιάσκεψη του Απρίλη 1917.
Οι Θέσεις του Λένιν: Ασυμφιλίωτη πάλη ενάντια στον αμυνιτισμό και τους υποστηριχτές του. Κατάληψη της πλειοψηφίας στα Σοβιέτ. Ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης. Κατάληψη της εξουσίας διαμέσου των Σοβιέτ. Επαναστατική πολιτική για την ειρήνη. Πρόγραμμα Σοσιαλιστικής Επανάστασης στο εσωτερικό και Παγκόσμιας Επανάστασης στο εξωτερικό. Σ’ αντίθεση μ’ αυτές τις θέσεις, η αντιπολίτευση, όπως είδαμε, υποστήριζε ότι είταν απαραίτητο να ολοκληρώσουμε τη δημοκρατική επανάσταση εξασκώντας πίεση στην Προσωρινή Κυβέρνηση και μέσα σ’ αυτό το προτσές τα Σοβιέτ θα παράμεναν τα όργανα «ελέγχου» πάνω στην εξουσία της μπουρζουαζίας. Εδώ έχουμε μια άλλη και ασύγκριτα πιο συμφιλιωτική στάση στον αμυνιτισμό.
Ένας από τους αντίπαλους της θέσης του Λένιν διακήρυχνε στη Συνδιάσκεψη του Απρίλη:
«Μιλάμε για τα Σοβιέτ των Εργατών και Στρατιωτών Αντιπροσώπων σαν να είταν τα οργανωτικά κέντρα των δικών μας δυνάμεων και της κρατικής εξουσίας... Το ίδιο το όνομα τους δείχνει ότι αποτελούν ένα μπλοκ μικροαστικών και προλεταριακών δυνάμεων που αντιμετωπίζουν ακόμα τα ανολοκλήρωτα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα. Αν η αστικοδημοκρατική επανάσταση είχε ολοκληρωθεί, αυτό το μπλοκ δεν θα υπήρχε... και το προλεταριάτο θα διεξήγαγε μια επαναστατική πάλη ενάντια στο μπλοκ... Κι ωστόσο, αναγνωρίζουμε τα Σοβιέτ σαν κέντρα για την οργάνωση των δυνάμεων. Κατά συνέπεια, η αστική επανάσταση δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, δεν έχει ακόμα επιβιώσει, και πιστεύω ότι όλοι πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, με την ολοκλήρωση αυτής της επανάστασης, η εξουσία θα περάσει στα χέρια του προλεταριάτου», (Από την ομιλία του συντρόφου Κάμενεφ).
Είναι ολοφάνερο ότι το επιχείρημα αυτό είναι πέρα για πέρα σχηματικό. Η ουσία της υπόθεσης βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι «η ολοκλήρωση αυτής της επανάστασης» δεν μπορεί ποτέ να πραγματοποιηθεί χωρίς να αλλάξει χέρια η εξουσία. Ο παραπάνω ομιλητής αγνοεί τον ταξικό άξονα της επανάστασης. Δεν καθορίζει τα καθήκοντα του Κόμματος από τον πραγματικό συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων, αλλά από ένα τυπικό ορισμό της επανάστασης σαν αστικής ή αστικοδημοκρατικής. Πρέπει να συμμετάσχουμε σ’ ένα μπλοκ με τη μικροαστική τάξη και να ασκούμε έλεγχο πάνω στην αστική εξουσία μέχρι που να ολοκληρωθεί η αστική επανάσταση. Αυτό το σχήμα είναι καθαρά μενσεβίκικο. Καθορίζοντας μ’ ένα δογματικό τρόπο τα καθήκοντα της επανάστασης από την ονομασία της («αστική» επανάσταση) φτάνει αναγκαστικά στην πολιτική της άσκησης ελέγχου πάνω στην Προσωρινή Κυβέρνηση και στην απαίτηση η Προσωρινή Κυβέρνηση να προβάλει μια ειρηνευτική πολιτική χωρίς προσαρτήσεις, κ.τ.λ. Με την ολοκλήρωση της δημοκρατικής επανάστασης εννοούσε μια σειρά μεταρρυθμίσεις που θα πραγματοποιούνταν μέσα από τη Συνταχτική Συνέλευση[25]. Επιπλέον, το Μπολσεβίκικο Κόμμα θα αναλάβαινε το ρόλο της αριστερής πτέρυγας στη Συνταχτική Συνέλευση. Μια τέτια άποψη απογυμνώνει το σύνθημα «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» από κάθε πραγματικό περιεχόμενο. Αυτό εκφράστηκε με τη μεγαλύτερη συνέπεια και ακρίβεια στη Συνδιάσκεψη του Απρίλη, από τον Νογκίν που ανήκε επίσης στην αντιπολίτευση.
«Στο προτσές της ανάπτυξης, οι πιο σημαντικές λειτουργίες των Σοβιέτ θα εξαφανισθούν. Μια ολόκληρη σειρά από διοικητικές λειτουργίες θα μεταφερθούν στους κοινοτικούς, νομαρχιακούς και άλλους οργανισμούς. Αν εξετάσουμε τη μελλοντική εξέλιξη της δομής του κράτους, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι πρέπει να συγκληθεί μια Συνταχτική Συνέλευση και μετά ένα Κοινοβούλιο... Έτσι, βλέπουμε ότι οι πιο σημαντικές λειτουργίες των Σοβιέτ θα σβήσουν βαθμιαία. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι τα Σοβιέτ θα σβήσουν στην καταισχύνη. Απλά θα μεταβιβάσουν τις λειτουργίες τους. Κάτω από αυτά ακριβώς τα Σοβιέτ δεν θα πραγματοποιηθεί η Κομμούνα–Δημοκρατία στη χώρα μας».
Τέλος, ένας τρίτος αντίπαλος ασχολήθηκε με το ίδιο ζήτημα από την άποψη ότι η Ρωσία δεν είταν έτοιμη για το σοσιαλισμό:
«Μπορούμε να υπολογίζουμε στην υποστήριξη των μαζών, αν ρίξουμε το σύνθημα της προλεταριακής επανάστασης; Η Ρωσία είναι η πιο μικροαστική χώρα της Ευρώπης. Το να υπολογίζουμε στη συμπάθεια των μαζών για μια σοσιαλιστική επανάσταση είναι αδύνατο. Και, κατά συνέπεια, όσο το Κόμμα θα επιμένει στην άποψη για μια σοσιαλιστική επανάσταση, τόσο ο ρόλος του θα περιορίζεται σ’ έναν προπαγανδιστικό κύκλο. Η παρόρμηση για τη σοσιαλιστική επανάσταση πρέπει να έρθει από τη Δύση».
Και συνεχίζει:
«Από πού θα ανατείλει ο ήλιος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης; Πιστεύω ότι, παίρνοντας υπόψη όλες τις προϋποθέσεις και το γενικό πολιτιστικό επίπεδο, δεν είμαστε εμείς που πρέπει να αρχίσουμε τη σοσιαλιστική επανάσταση. Μας λείπουν οι αναγκαίες δυνάμεις. Στη χώρα μας δεν υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Στη Δύση, όμως, το ζήτημα μπαίνει με τον ίδιο τρόπο που μπήκε σε μας η ανατροπή του τσαρισμού».
Στα συμπεράσματα του Νογκίν δεν έφτασαν όλοι οι αντίπαλοι του Λένιν στη Συνδιάσκεψη του Απρίλη –όλοι τους, όμως, λογικά οδηγήθηκαν μετά από μερικούς μήνες, την παραμονή του Οχτώβρη να δεχτούν αυτά τα συμπεράσματα. Ή πρέπει να αναλάβουμε την ηγεσία της προλεταριακής επανάστασης ή πρέπει να δεχτούμε το ρόλο της αντιπολίτευσης στο αστικό κοινοβούλιο –έτσι έμπαινε το πρόβλημα στο Κόμμα μας. Είναι ολοφάνερο ότι η δεύτερη θέση είναι στην ουσία μια μενσεβίκικη θέση, ή, καλύτερα, η θέση που αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν οι ίδιοι οι Μενσεβίκοι μετά την επανάσταση του Φλεβάρη. Στην πραγματικότητα, οι ηγέτες των Μενσεβίκων, χρόνια ολόκληρα μας διαβεβαίωναν ότι η μελλοντική επανάσταση θα είναι αστική, ότι η κυβέρνηση μιας αστικής επανάστασης μπορεί να εκπληρώσει μόνο αστικά καθήκοντα, κι ότι η Σοσιαλδημοκρατία δεν έπρεπε να αναλάβει τα καθήκοντα της αστικής δημοκρατίας και έπρεπε να παραμείνει μια αντιπολίτευση «πιέζοντας τη μπουρζουαζία προς τα αριστερά». Αυτό το θέμα αναπτύχθηκε με μια ιδιαίτερα ανιαρή εμβάθυνση από τον Μαρτίνοφ. Με την έναρξη της αστικής επανάστασης το 1917, οι Μενσεβίκοι βρέθηκαν αμέσως στο επιτελείο της κυβέρνησης. Πίσω από την «πάνω σε αρχές» θέση τους κρυβόταν ένα μόνο πολιτικό συμπέρασμα, ότι το προλεταριάτο δεν θα τολμούσε να καταλάβει την εξουσία. Αλλά είναι αρκετά καθαρό ότι εκείνοι οι Μπολσεβίκοι που καταδίκαζαν τη μενσεβίκικη υπουργοποίηση και που ταυτόχρονα αντιτίθενταν στην κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο, στην ουσία περνούσαν στις προεπαναστατικές θέσεις των Μενσεβίκων.
Η επανάσταση προκάλεσε πολιτικές μετατοπίσεις προς δυο κατευθύνσεις: ενάντια στη θέληση τους, οι αντιδραστικοί γίνανε Καντέτοι (Συνταγματικοι Δημοκράτες) και οι Καντέτοι Δημοκρατικοί –μια καθαρά τυπική μετατόπιση προς τα αριστερά. Οι Σοσιαλ-Επαναστάτες και οι Μενσεβίκοι έγιναν το κυρίαρχο αστικό κόμμα –μια μετατόπιση προς τα δεξιά. Αυτά είναι τα μέσα με τα όποια η αστική κοινωνία προσπαθεί να δημιουργήσει ένα καινούριο σκελετό για την κρατική εξουσία, σταθερότητα και τάξη. Τη στιγμή, όμως, που οι Μενσεβίκοι περνούσαν από μια τυπική σοσιαλιστική σε μια χυδαία δημοκρατική θέση, η δεξιά πτέρυγα των Μπολσεβίκων μετατοπιζόταν σε μια τυπική σοσιαλιστική θέση, δηλαδή στη χθεσινή μενσεβίκικη θέση.
Η ίδια ανακατάταξη δυνάμεων έγινε και πάνω στο ζήτημα του πολέμου. Η μπουρζουαζία, έχτός από μια χούφτα δογματιστές, συνέχισε να σφυρίζει τον ίδιο ανιαρό της σκοπό: όχι προσαρτήσεις, όχι αποζημιώσεις κι αυτό γιατί οι ελπίδες για προσαρτήσεις είταν ήδη ελάχιστες. Ο τσιμερβαλντικοί Μενσεβίκοι και οι Σοσιαλ-Επαναστάτες που είχαν κάνει κριτική στους γάλλους σοσιαλιστές γιατί είχαν υπερασπίσει την αστική δημοκρατική τους πατρίδα, έγιναν οι ίδιοι αμυνίτες από τη στιγμή που αισθάνθηκαν πώς αποτελούν ένα τμήμα της αστικής δημοκρατίας. Από μια παθητική διεθνιστική θέση, μετατοπίστηκαν σε μια δραστήρια πατριωτική θέση. Την ίδια στιγμή, η δεξιά πτέρυγα των Μπολσεβίκων πέρασε σε μια παθητική διεθνιστική θέση (εξασκώντας «πίεση» στην Προσωρινή Κυβέρνηση για μια δημοκρατική ειρήνη «χωρίς προσαρτήσεις, χωρίς αποζημιώσεις»). Έτσι, στη Συνδιάσκεψη του Απρίλη, η φόρμουλα της δημοκρατικής διχτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς, διχάστηκε και θεωρητικά και πολιτικά και έδοσε δυο ανταγωνιστικές απόψεις: μια δημοκρατική άποψη, μασκαρεμένη με τυπικά σοσιαλιστικές επιφυλάξεις, και μια επαναστατική σοσιαλιστική άποψη, τη γνήσια μπολσεβίκικη και λενινιστική άποψη.
–Τα Ιουλιανά και το Επεισόδιο Κορνίλοφ
–Η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη και το Προ-Κοινοβούλιο
Οι αποφάσεις της Συνδιάσκεψης του Απρίλη έδοσαν στο Κόμμα ένα σωστό και πάνω σε αρχές προσανατολισμό, αλλά δεν διέλυσαν τις διαφωνίες στις κορυφές του Κόμματος. Αντίθετα, με την πορεία των γεγονότων, οι διαφωνίες αυτές πήραν ακόμα πιο συγκεκριμένη μορφή και έφτασαν στην πιο οξυμένη τους έκφραση στην αποφασιστικότερη στιγμή της επανάστασης –τον Οχτώβρη.
Η προσπάθεια να οργανωθεί μια διαδήλωση στις 10 του Ιούνη (με πρωτοβουλία του Λένιν) απορρίφτηκε σαν τυχοδιωχτισμός από τους ίδιους εκείνους συντρόφους που είχαν απογοητευθεί από το χαραχτήρα της διαδήλωσης του Απρίλη. Η διαδήλωση της 10 του Ιούνη δεν έγινε γιατί απαγορεύτηκε από το Συνέδριο των Σοβιέτ. Αλλά στις 18 του Ιούνη το Κόμμα εκδικήθηκε. Η γενική διαδήλωση στην Πετρούπολη, που οι Συμφιλιωτές είχαν χωρίς σύνεση οργανώσει, έγινε σχεδόν εξολοκλήρου κάτω από τα συνθήματα των Μπολσεβίκων. Ωστόσο, η κυβέρνηση γύρευε να βρει το δικό της δρόμο. Τελείως επιπόλαια διέταξε μια ηλίθια επίθεση στο μέτωπο. Η στιγμή είταν αποφασιστική. Ο Λένιν προειδοποιούσε συνέχεια το Κόμμα για κάθε απρόσεχτο βήμα. Στις 21 του Ιούνη, έγραψε, στην «Πράβντα».:
«Σύντροφοι, μια διαδήλωση την κρίσιμη αυτή στιγμή δεν μας συμφέρει. Είμαστε τώρα αναγκασμένοι να ζήσουμε σ’ ένα εντελώς καινούριο στάδιο της επανάστασης μας», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμος XIV, μέρος Ι, σελ. 276).
Αλλά τα Ιουλιανά, ένα σημαντικό ορόσημο στο δρόμο της επανάστασης όπως και στο δρόμο των εσωκομματικών διαφωνιών, πλησίαζαν.
Στο Ιουλιανό κίνημα, η αυθόρμητη πίεση των μαζών της Πετρούπολης έπαιξε ένα αποφασιστικό ρόλο. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Λένιν τον Ιούλη ζύγιζε στο μυαλό του διάφορα ερωτήματα, όπως: «Έχει φθάσει η ώρα; Η διάθεση των μαζών έχει ξεπεράσει το εποικοδόμημα των Σοβιέτ; Διατρέχουμε τον κίνδυνο να υπνωτισθούμε από τη Σοβιετική νομιμότητα και να μείνουμε πίσω από τις μάζες και να ξεκόψουμε απ’ αυτές;». Είναι πολύ πιθανό ότι στη διάρκεια των Ιουλιανών έγιναν με πρωτοβουλία συντρόφων που ειλικρινά πίστευαν ότι δεν παρέκκλιναν από τις εκτιμήσεις του Λένιν σ’ ότι αφορά την κατάσταση, μεμονωμένες και καθαρά στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο Λένιν είπε αργότερα: «Κάναμε πολλές και μεγάλες βλακείες τον Ιούλη». Αλλά η ουσία των Ιουλιανών είταν ότι κάναμε ξανά, μια νέα και πολύ πιο εχτεταμένη αναγνώριση της κατάστασης σ’ ένα καινούριο και ανώτερο στάδιο του κινήματος. Έπρεπε να υποχωρήσουμε, κάτω από σκληρές συνθήκες. Το Κόμμα, στο βαθμό που είταν προετοιμασμένο για την εξέγερση και την κατάληψη της εξουσίας, θεωρούσε –όπως και ο Λένιν– ότι η διαδήλωση του Ιούλη είταν μόνο ένα επεισόδιο στο οποίο έπρεπε να πληρώσουμε ακριβά για το ζύγιασμα της δύναμης μας, όπως και της δύναμης του εχθρού, αλλά αυτό δεν μπορούσε να μεταβάλει την κύρια γραμμή της δραστηριότητας μας. Από την άλλη μεριά, οι σύντροφοι που είταν αντίθετοι στην πολιτική που σκόπευε στην κατάληψη της εξουσίας, περιορίζονταν στο να βλέπουν στο επεισόδιο του Ιούλη έναν καταστροφικό τυχοδιωχτισμό. Η κινητοποίηση των δεξιών στοιχείων στο Κόμμα εντατικοποιήθηκε. Η κριτική τους έγινε ακόμα πιο κατηγορηματική. Είχαμε επίσης μια αντίστοιχη αλλαγή στον τόνο των ανταπαντήσεων τους. Ο Λένιν έγραφε:
«Όλα αυτά τα κλαψουρίσματα, όλα αυτά τα επιχειρήματα ότι «δεν υπήρχε ανάγκη» να συμμετάσχουμε (σε μια προσπάθεια να δόσουμε μια «ειρηνική και οργανωτική» έκφραση στην περισσότερο από δικαιολογημένη απογοήτευση και αγανάχτηση των μαζών!!), Ισοδυναμούν με αποστασίες, ανεξάρτητα αν προέρχονται από Μπολσεβίκους ή είναι συνηθισμένες εκδηλώσεις μικροψυχίας και αοριστολογίας των μικροαστών», (Ν. Λένιν: «ʼπαντα», τόμος 14ος, μέρος 2ο, σελ. 28).
Η χρησιμοποίηση της λέξης «αποστασία» εκείνο τον καιρό, ρίχνει ένα τραγικό φως πάνω στις διαφωνίες. Στη συνέχεια, η απαίσια αυτή λέξη εμφανιζόταν ολοένα και πιο συχνά.
Η οπορτουνιστική στάση απέναντι στο ζήτημα της εξουσίας και στο ζήτημα του πολέμου, προσδιόρισε, βέβαια, και μια ανάλογη στάση απέναντι στη Διεθνή. Οι δεξιοί έκαναν μια προσπάθεια να οδηγήσουν το Κόμμα στη Συνδιάσκεψη της Στοκχόλμης[26] των σοσιαλπατριωτών. Ο Λένιν έγραψε στις 16 του Αυγούστου:
«Η ομιλία του συντρόφου Κάμενεφ, στις 6 του Αυγούστου, στην Παν-Ρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ, πάνω στο θέμα της Συνδιάσκεψης της Στοκχόλμης, δεν μπορεί παρά να έρθει σε αντίθεση με τό μέρος εκείνο των Μπολσεβίκων που παραμένουν πιστοί στο Κόμμα τους και στις μπολσεβίκικες αρχές τους», (Ν. Λένιν: όπ.π., σελ. 56).
Και πιο κάτω, αναφερόμενος σε ορισμένες δηλώσεις που ισχυρίζονταν ότι ένα μεγάλο επαναστατικό λάβαρο κυμάτιζε πάνω από τη Στοκχόλμη, ο Λένιν είπε:
«Αυτά είναι παχιά λόγια, που έχουν την πηγή τους στο μυαλό του Τσερνόφ και του Τσερετέλι. Είναι ένα εξοργιστικό ψέμα. Δεν είναι τό λάβαρο της επανάστασης, αλλά τό λάβαρο των αλογοεμπόρων, του συμβιβασμού, και της αμοιβαίας αμνήστευσης. Το λάβαρο των σοσιαλ-ιμπεριαλιστών και των παζαρεμάτων ανάμεσα στους τραπεζίτες, για τό μοίρασμα των προσαρτήσεων –αυτό είναι τό λάβαρο που έχει ξεδιπλωθεί διάπλατα πάνω από τη Στοκχόλμη», (Ν. Λένιν: όπ.π., σελ. 57).
Ο δρόμος προς τη Στοκχόλμη είταν, στην πραγματικότητα, ο δρόμος προς τη Δεύτερη Διεθνή, τό ίδιο όπως η συμμετοχή στο Προ-Κοινοβούλιο είταν ο δρόμος για την αστική δημοκρατία. Ο Λένιν είταν υπέρ του μποϊκοταρίσματος της Συνδιάσκεψης της Στοκχόλμης, όπως αργότερα είταν υπέρ του μποϊκοταρίσματος του Προ-Κοινοβουλίου. Πάνω στο κορύφωμα της πάλης δεν ξεχνούσε ούτε για μια στιγμή τα καθήκοντα της οικοδόμησης μιας νέας Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Από τις 10 του Απρίλη, ο Λένιν είχε προτείνει να αλλάξουμε τό όνομα του Κόμματος. Κάθε αντίρρηση ενάντια στο καινούριο όνομα τη χαραχτήριζε με τα παρακάτω λόγια:
«Αυτά τα επιχειρήματα είναι τα επιχειρήματα της ρουτίνας, τα επιχειρήματα του λήθαργου, τα επιχειρήματα της αποτελμάτωσης». «Ε, είναι καιρός πια, επέμενε, να βγάλουμε τό ακάθαρτο πουκάμισο και να βάλουμε ένα καθαρό».
Όμως η αντίσταση στις κορυφές του Κόμματος είταν τόσο δυνατή, που έπρεπε να περάσει ένας ολόκληρος χρόνος –που στη διάρκεια του ολόκληρη η Ρωσία απαλλάχτηκε από τα βρόμικα ρούχα της αστικής κυριαρχίας– πριν αποφασίσει το Κόμμα να πάρει ένα, νέο όνομα, επιστρέφοντας στις παραδόσεις του Μαρξ και του Έγκελς. Το επεισόδιο αυτό για την αλλαγή του ονόματος του Κόμματος είναι μια συμβολική έκφραση του ρόλου του Λένιν στη διάρκεια ολόκληρου του 1917: στην πιο απότομη στροφή της ιστορίας, διεξήγαγε τον πιο έντονο αγώνα μέσα στο Κόμμα ενάντια στις μέρες που είχαν περάσει και στο όνομα των ήμερων που έρχονταν. Κι η αντίσταση, των ήμερων που είχαν περάσει, που βάδιζαν κάτω από το λάβαρο της «παράδοσης», έφτανε μερικές φορές σε σημείο παροξυσμού.
Τα γεγονότα με τον Κορνίλοφ[27] , που δημιούργησαν μια απότομη μετατόπιση της κατάστασης προς όφελος μας, άμβλυναν προσωρινά τις διαφορές, τις άμβλυναν χωρίς να τις εξαλείψουν. Στη δεξιά πτέρυγα, εμφανίστηκε εκείνες τις μέρες μια τάση να πλησιάσουμε την πλειοψηφία στα Σοβιέτ στη βάση της υπεράσπισης της επανάστασης και, ως ένα μέρος, της πατρίδας. Η αντίδραση του Λένιν σ’ αυτό εκφράστηκε με το γράμμα του στην Κεντρική Επιτροπή στις αρχές του Σεπτέμβρη. Έγραφε:
«Έχω την πεποίθηση ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι χωρίς αρχές, οι όποιοι γλιστράνε προς τον αμυνιτισμό[28] ή (όπως άλλοι Μπολσεβίκοι) σ’ ένα μπλοκ με τους Σοσιαλ-Επαναστάτες και στην υποστήριξη της Προσωρινής Κυβέρνησης. Αυτό είναι απόλυτα λαθεμένο. Δεν βασίζεται σε αρχές. Θα γίνουμε αμυνίτες μονάχα μετά το πέρασμα της εξουσίας στο προλεταριάτο...».
Και πιο κάτω:
«Ακόμα και τώρα δεν πρέπει να υποστηρίξουμε την κυβέρνηση Κερένσκι. Αυτό δεν στηρίζεται πάνω σε αρχές. Θα ρωτήσετε ίσως: “Δεν πρέπει να πολεμήσουμε ενάντια στον Κορνίλοφ;”. Ναι, βέβαια. Αλλά αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Μια γραμμή-σύνορο τα διαχωρίζει που μερικοί Μπολσεβίκοι την ξεπερνούν και πέφτουν στο «συμφιλιωτισμό», αφήνοντας τον εαυτό τους να παρασυρθεί από την πλημμυρίδα των γεγονότων», (Ν. Λένιν: όπ.π., σελ. 95).
Το επόμενο στάδιο στην ανάπτυξη των διαφορών είταν η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη (14 με 22 του Σεπτέμβρη) και το Προ–Κοινοβούλιο που την ακολούθησε (7 Οχτώβρη)[29]. Ο στόχος των Μενσεβίκων και των Σοσιαλ–Επαναστατών είταν να μπερδέψουν τους Μπολσεβίκους στη Σοβιετική νομιμότητα και μετά να μετατρέψουν ανώδυνα την τελευταία σε αστική κοινοβουλευτική νομιμότητα. Οι δεξιοί είταν έτοιμοι να το δεχτούν αυτό. Γνωρίσαμε ήδη πιο πάνω τον τρόπο με τον οποίο παρουσίαζαν τη μελλοντική ανάπτυξη της επανάστασης: τα Σοβιέτ θα παράδιδαν βαθμιαία τις λειτουργίες τους στα αντίστοιχα ιδρύματα –στις Δούμες, στα Ζέμστβος, στα συνδικάτα και, τελικά, στη Συνταχτική Συνέλευση– και θα εξαφανίζονταν αυτόματα από το προσκήνιο. Μέσα από το κανάλι του Προ–Κοινοβουλίου, τα πολιτικά ενδιαφέροντα των μαζών θα απομακρύνονταν από τα Σοβιέτ σαν «προσωρινοί» και ετοιμοθάνατοι θεσμοί, και θα διοχετεύονταν προς τη Συνταχτική Συνέλευση σαν τον θρίαμβο της δημοκρατικής επανάστασης. Στο μεταξύ, οι Μπολσεβίκοι είχαν ήδη την πλειοψηφία στα Σοβιέτ της Πετρούπολης και της Μόσχας. Η επιρροή μας στο στρατό μεγάλωνε όχι από μέρα σε μέρα αλλά από ώρα σε ώρα. Δεν είταν πια ένα ζήτημα πρόγνωσης ή προοπτικής. Είταν στην κυριολεξία το ζήτημα του πώς θα δράσουμε την επόμενη μέρα.
Η συμπεριφορά των συμφιλιωτικών κομμάτων που είχαν μεταβληθεί σε πραγματικά κανάλια προς την Δημοκρατική Συνδιάσκεψη είταν η ενσάρκωση της μικροπρεπούς φαυλότητας. Παρ’ όλ’ αυτά, η πρόταση μας που εισηγούνταν να εγκαταλείψουμε επιδειχτικά τη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη αφήνοντας την στα ρετάλια της, αντιμετωπίστηκε με αποφασιστική πάλη απόμερους των δεξιών στοιχείων της φράξιας που εξακολουθούσε να έχει επιρροή στις κορυφές του Κόμματος. Η σύγκρουση σ’ αυτό το ζήτημα είταν το πρελούδιο της πάλης πάνω στο ζήτημα του μποϊκοταρίσματος του Προ–Κοινοβούλιου. Στις 24 του Σεπτέμβρη, δηλαδή μετά τη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη ο Λένιν έγραφε:
«Οι Μπολσεβίκοι έπρεπε να είχαν εγκαταλείψει τη Συνδιάσκεψη σαν διαμαρτυρία και ακόμα για να αποφύγουν την παγίδα που είχε στηθεί από τη Συνδιάσκεψη με στόχο να αποσπάσει την προσοχή του λαού απ’ όλα τα σοβαρά προβλήματα», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμος 14ος, μέρος 2ο, σελ. 144).
Η συζήτηση στη μπολσεβίκικη φράξια της Δημοκρατικής Συνδιάσκεψης πάνω στο ζήτημα του μποϊκοταρίσματος του Προ–Κοινοβούλιου, είχε ιδιαίτερη σπουδαιότητα, παρά τη σχετικά περιορισμένη έκταση του ίδιου του θέματος. Στην πραγματικότητα, είταν η πιο εκτεταμένη και, επιφανειακά, η πιο πετυχημένη προσπάθεια απόμερους της δεξιάς να στρέψει το Κόμμα στο μονοπάτι της «ολοκλήρωσης της δημοκρατικής επανάστασης». Φαίνεται ότι δεν κρατήθηκαν πραχτικά απ’ αυτή τη συζήτηση. Όπως και νά ’χει, δεν έχει μείνει κανένα κείμενο, κι απ’ ότι μπορώ να γνωρίζω δεν βρέθηκαν ούτε οι σημειώσεις του γραμματέα. Οι εκδότες αυτού του τόμου βρήκαν ορισμένα, βέβαια πολύ λίγα, ντοκουμέντα ανάμεσα στα χαρτιά μου. Ο σύντροφος Κάμενεφ ανάπτυξε μια επιχειρηματολογία που, αργότερα, κάτω από μια οξύτερη και πιο συγκεκριμένη μορφή, ενσωματώθηκε στο γνωστό γράμμα των Κάμενεφ και Ζινόβιεφ (στις 11 του Οχτώβρη) προς τις κομματικές οργανώσεις. Η μόνη διατύπωση τού ζητήματος πάνω σε αρχές έγινε από τον Νογκίν: το μποϊκοτάρισμα τού Προ–Κοινοβούλιου είναι ένα κάλεσμα για εξέγερση δηλ. μια επανάληψη των Ιουλιανών. ʼλλοι σύντροφοι βασίστηκαν σε γενικές αντιλήψεις σοσιαλ–δημοκρατικής κοινοβουλευτικής ταχτικής. Στην ουσία λέγανε:
«Κανείς δεν θα τολμούσε να προτείνει να μποϊκοτάρουμε το Κοινοβούλιο. Κι όμως γίνεται μια πρόταση να μποϊκοτάρουμε ένα ολόιδιο οργανισμό μόνο και μόνο γιατί ονομάζεται Προ–Κοινοβούλιο».
Η βασική αντίληψη των δεξιών είταν η εξής: η επανάσταση πρέπει αναπόφευχτα να οδηγήσει από τα Σοβιέτ στην εγκαθίδρυση του αστικού κοινοβουλευτισμού. Το «Προ–Κοινοβούλιο» αποτελεί ένα φυσικό κρίκο μέσα σ’ αυτό το προτσές. Γι’ αυτό, είναι τρέλα να αρνούμαστε να πάρουμε μέρος στο Προ–Κοινοβούλιο τη στιγμή που είμαστε έτοιμοι να καταλάβουμε τα αριστερά έδρανα στο ίδιο το Κοινοβούλιο. Είταν απαραίτητο να ολοκληρώσουμε τη δημοκρατική επανάσταση και να «προετοιμαστούμε» για την σοσιαλιστική επανάσταση. Πώς όμως θα προετοιμαστούμε; Με το πέρασμα από το σχολειό του αστικού κοινοβουλευτισμού. Γιατί, βλέπετε, οι αναπτυγμένες χώρες δείχνουν στις καθυστερημένες την εικόνα του μέλλοντος τους. Η ανατροπή της τσαρικής μοναρχίας είχε κατανοηθεί σαν επαναστατική –και είταν– αλλά η κατάχτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο γίνεται αντιληπτή μ’ έναν κοινοβουλευτικό τρόπο, πάνω στη βάση μιας ολότελα ολοκληρωμένης δημοκρατίας. Πολλά χρόνια δημοκρατικού καθεστώτος πρέπει να μεσολαβήσουν ανάμεσα στην αστική και την προλεταριακή επανάσταση. Η πάλη για τη συμμετοχή μας στο Προ–Κοινοβούλιο είταν μια πάλη για τον «Εξευρωπαϊσμό» του εργατικού κινήματος, για να το κατευθύνουμε όσο το δυνατό πιο γρήγορα στο κανάλι μιας δημοκρατικής «πάλης για εξουσία», δηλαδή στο κανάλι της σοσιαλ–δημοκρατίας. Η φράξια μας στη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη, που αριθμούσε πάνω από 100 άτομα, δεν διέφερε πολύ, ιδιαίτερα εκείνες τις μέρες, από ένα συνέδριο του Κόμματος. Η πλειοψηφία της φράξιας εκφράστηκε υπέρ της συμμετοχής στο Προ–Κοινοβούλιο. Το γεγονός αυτό είταν από μόνο του αρκετό για να σημάνουμε συναγερμό, και από κείνη τη στιγμή ο Λένιν χτυπούσε συναγερμό αδιάκοπα.
Τη στιγμή που συνεδρίαζε η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη, ο Λένιν έγραφε:
«Θα είταν τεράστιο λάθος και η αποκορύφωση του κοινοβουλευτικού κρετινισμού απόμερους μας, αν αντιμετωπίζαμε τη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη σαν Κοινοβούλιο, γιατί ακόμα κι αν ανακηρυσσόταν σε Κοινοβούλιο, σε Ανώτατο Κοινοβούλιο της Επανάστασης, δεν μπορεί να αποφασίσει τίποτε. Η τελική απόφαση βρίσκεται έξω απ’ αυτό, στις εργατικές συνοικίες της Πετρούπολης και της Μόσχας», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμος 14ος, μέρος 2ο, σελ. 138).
Οι εχτιμήσεις του Λένιν σ’ ότι άφορα τη σημασία της συμμετοχής ή της μη συμμετοχής στο Προ-Κοινοβούλιο μπορούν να βρεθούν σε πολλές διακηρύξεις του και ιδιαίτερα στο γράμμα του της 29 του Σεπτέμβρη στην Κεντρική Επιτροπή, όπου μιλάει για τα «τόσο εξοργιστικά λάθη των Μπολσεβίκων, όπως η αδιάντροπη απόφαση για συμμετοχή στο Προ-Κοινοβούλιο». Για τον Λένιν, η απόφαση αυτή είταν μια έκφραση των ίδιων δημοκρατικών αυταπατών και μικροαστικών ταλαντεύσεων ενάντια στις οποίες είχε πολεμήσει, είχε αναπτύξει και τελειοποιήσει, στην πορεία αυτής της πάλης, τις αντιλήψεις του για την προλεταριακή επανάσταση. Δεν είναι αλήθεια ότι πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια από την αστική στην προλεταριακή επανάσταση. Δεν είναι αλήθεια ότι το σχολειό του κοινοβουλευτισμού είναι το μοναδικό ή το κυριότερο ή το αναγκαίο εκπαιδευτικό σχολειό για την κατάληψη της εξουσίας. Δεν είναι αλήθεια ότι ο δρόμος προς την εξουσία περνάει αναγκαστικά από την αστική δημοκρατία. Όλες αυτές είναι νεκρές αφαιρέσεις, δογματικά πρότυπα και έχουν ένα και μόνο συγκεκριμένο πολιτικό ρόλο, να δέσουν την προλεταριακή πρωτοπορία χειροπόδαρα και μέσα από «δημοκρατικούς» κρατικούς μηχανισμούς να την μεταβάλουν σε μια αντιπολιτευόμενη πολιτική σκιά της μπουρζουαζίας με το όνομα Σοσιαλ-δημοκρατία. Η πολιτική του προλεταριάτου δεν πρέπει να καθοδηγείται από μαθητικά πρότυπα αλλά σύμφωνα με την πραγματική ροή της ταξικής πάλης. Το καθήκον μας δεν είναι να πάμε στο Προ-Κοινοβούλιο αλλά να οργανώσουμε την εξέγερση και να καταλάβουμε την εξουσία. Τά υπόλοιπα θα ακολουθήσουν. Ο Λένιν πρότεινε ακόμα να συγκληθεί ένα έκτακτο Συνέδριο του Κόμματος, προτείνοντας σαν πλατφόρμα το μποϊκοτάρισμα του Προ-Κοινοβούλιου. Από κει και ύστερα, όλα τα γράμματα και τα άρθρα του χτυπούν σ’ ένα σημείο: δεν πρέπει να πάμε στο Προ-Κοινοβούλιο και να γίνουμε «επαναστατική» ουρά των Συμφιλιωτών. Πρέπει να βγούμε στους δρόμους –να πολεμήσουμε για εξουσία!
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Οι ημερομηνίες που χρησιμοποιούνται σ’ αυτές τις σημειώσεις αναφέρονται στο σημερινό ημερολόγιο (π.χ. η 16 του Απρίλη στο παλιό ρωσικό ημερολόγιο θα είταν 3 του Απρίλη –μια διαφορά 13 ήμερων).
[1]. Τα Μαθήματα του Οχτώβρη εκδόθηκαν για πρώτη φορά τον Οχτώβρη του 1924 σαν μια εισαγωγή που έγραψε ο Τρότσκι στους 2 τόμους της συλλογής των έργων του τού πρώτου χρόνου της επανάστασης, με τον τίτλο «1917». Οι ιδέες που περιέχει η Εισαγωγή αυτή είχαν όλες εκφραστεί τη μια στιγμή ή την άλλη, μετά το 1917, αλλά όσο ζούσε ο Λένιν δεν είχε αμφισβητηθεί ποτέ η μπολσεβίκικη ακεραιότητά τους. Η Τριανδρία (Στάλιν–Ζινόβιεφ–Κάμενεφ), όμως, πήραν σαν πρόφαση την Εισαγωγή για να εξορκίσουν το φάντασμα του «Τροτσκισμού». Όταν αργότερα ο Ζινόβιεφ έσπασε από τον Στάλιν, παραδέχτηκε ότι οι ανάγκες της «πάλης για εξουσία» τον είχαν ωθήσει να προτείνει να συνδεθούν οι τωρινές συγκεκριμένες διαφορές με τον Τρότσκι, με στις διαφορές του ιστορικού παρελθόντος. Ο Τρότσκι θα κατηγορούνταν ότι προσπαθούσε να εκτοπίσει ιδεολογικά τον Λενινισμό. Στη διάρκεια της επίθεσης ενάντια στα Μαθήματα του Οχτώβρη (της λεγόμενης «φιλολογικής συζήτησης») ο Τρότσκι κατηγορήθηκε, κατά καιρούς, για απαισιοδοξία και τυχοδιωχτισμό, για μια μικροαστική παρέκκλιση και ότι υποτιμούσε την αγροτιά. Κρυφά, ο Ζινόβιεφ και ο Κάμενεφ πρότειναν να διαγραφτεί ο Τρότσκι από το Κόμμα. Αλλά ο Στάλιν, που προσπαθούσε προσεχτικά να κερδίσει χρόνο –και την απόλυτη εξουσία– πρόβαλε βέτο ενάντια σ’ αυτή τη σκέψη. Ολόκληρος ο μηχανισμός του κράτους και της Κόμιντερν, όμως, μπήκε σε κίνηση για να απομονώσει τον Τρότσκι και να τρομοκρατήσει τους οπαδούς του. Παρόλο που άφησαν τον Τρότσκι να παραμείνει στο Πολιτικό Γραφείο, τον βγάλανε (τεχνικά «παραιτήθηκε») από την Επαναστατική Επιτροπή Πολέμου. Η επίσημη απόφαση που έκλεισε τη «συζήτηση» πρόβλεπε τη διεξαγωγή μιας συστηματικής καμπάνιας μέσα στο Κόμμα για να το εκπαιδεύσει ενάντια στον «μικροαστικό» και «αντιμπολσεβίκικο» χαραχτήρα του Τροτσκισμού από το 1903 και μετά! (σελ. 17).
[2]. Τον Ιούνη του 1923, η βουλγάρικη κυβέρνηση του αγροτικού ηγέτη Σταμπουλίνσκι, ανατράπηκε με μια ένοπλη εξέγερση των δυνάμεων της αντίδρασης, που είχαν ηγέτη τους τον Τσανκόφ, τον αρχηγό του βουλγάρικου φασισμού πριν τον πόλεμο. Χάραχτηρίζοντας την κατάσταση σαν μια πάλη ανάμεσα σε αστικές κλίκες και παραβλέποντας και το αγροτικό και το εθνικό (Μακεδονικό) πρόβλημα, το Κομμουνιστικό Κόμμα διακήρυξε την ουδετερότητα του. Μόλις νίκησε, το καθεστώς του Τσανκόφ, άρχισε την πιο άγρια καταδίωξη ενάντια στους κομμουνιστές, αναγκάζοντας τους να περάσουν στην παρανομία. Όμως, ο Κολάροφ, ο επίσημος αντιπρόσωπος των βουλγάρων κομμουνιστών στη Μόσχα, απλά αρνήθηκε ότι το Κόμμα είχε υποστεί οποιαδήποτε ήττα. Το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου οι κομμουνιστές, κάνοντας μια πέρα για πέρα λαθεμένη εχτίμηση της αλλαγής στην κατάσταση σαν αποτέλεσμα της αδράνειας τους τον Ιούνη, προσπάθησαν να ανακτήσουν το έδαφος με μια άκαιρη εξέγερση. Αυτή η περιπέτεια είταν, φυσικά, από τα πριν καταδικασμένη να ηττηθεί, (σελ. 18).
[3]. Αναφέρεται στα γεγονότα της Γερμανίας το 1923, μετά τη γαλλική κατάχτηση του Ρουρ, όταν η γερμανική κυβέρνηση δεν παράδοσε ορισμένες αποζημιώσεις σε είδος, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας των Βερσαλλιών. Η γενική εξάρθρωση της γερμανικής οικονομίας (δες Εισαγωγή) έφερε μια φοβερή κοινωνική και πολιτική κρίση, (σελ. 18).
[4]. Το Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς συνήλθε τον Ιούνη του 1921. Μετά από μια λεπτομερειακή συζήτηση της «Δράσης του Μάρτη» του γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το Συνέδριο υιοθέτησε τελικά το σύνθημα «Στην εξουσία μέσα από την κατάχτηση των μαζών», βάζοντας τη βάση για την πολιτική του Ενιαίου Μετώπου. Αυτή η προσέγγιση στο πρόβλημα της εξουσίας, που παρουσιάστηκε πιο δυναμικά από τον Λένιν και τον Τρότσκι, δεν έγινε δεχτή χωρίς την πιο σκληρή πάλη ενάντια στο υπεραριστερό και πουτσιστικό στοιχείο του Συνεδρίου. Με την αξιέπαινη πρόθεση να βοηθήσει τη Σοβιετική Ρωσία, αλλά αψηφώντας πλήρως την πραγματικότητα σ’ ότι αφορά την κατάσταση στη Γερμανία, το Κομμουνιστικό Κόμμα χρησιμοποίησε ορισμένα παράπονα των εργατών της κεντρικής Γερμανίας για να καλέσει σε ένοπλη εξέγερση. Η στρατηγική πίσω απ’ αυτή τη Δράση του Μάρτη του 1921, είταν γνωστή σαν η «Θεωρία της Διαρκούς Επίθεσης». Η ιδέα είταν να «ηλεκτρίσει» τις αδρανείς μάζες με τη δράση της εξεγειρόμενης μειοψηφίας. Μα οι μάζες των σοσιαλδημοκρατών αποδείχτηκαν εχθρικές ή αδιάφορες και η κομμουνιστική εξέγερση καταπνίχτηκε από το στρατό, (σελ. 19).
[5]. Τα γεγονότα του 1905 είταν ένας πρόλογος στις επαναστάσεις του Φλεβάρη και του Οχτώβρη 1917. Ο αντίχτυπος του Ρωσο-Γιαπωνέζικου πολέμου υπόσκαψε σοβαρά την αυτοκρατορία. Τον πρώτο χρόνο του πολέμου υπήρχαν 25.000 μόνο απεργοί. Το 1905, το κύμα των απεργιών, πολιτικών και οικονομικών, αγκάλιασε 2.863.000 εργάτες. Την ίδια στιγμή, ξέσπασαν αγροτικές εξεγέρσεις που συνοδεύονταν με την κατάληψη της γης. Εκμεταλλευόμενη το μαζικό κίνημα, η φιλελεύθερη μπουρζουαζία απαίτησε από τη μοναρχία την παραχώρηση μιας συνταγματικής μορφής κυβέρνησης. Οι εργάτες οργανώθηκαν ανεξάρτητα από τον αστικό φιλελευθερισμό, μέσα στα Σοβιέτ, που έγιναν το όργανο της Γενικής Απεργίας και της πάλης για εξουσία. Σ’ ένα στάδιο των γεγονότων, τα Σοβιέτ θέσανε ανοιχτά υπό αμφισβήτηση την εξουσία της μοναρχίας. Όταν οι φιλελεύθεροι κατάλαβαν ότι δεν θα έφτανε να κλονίσουν μονάχα τον τσαρισμό, αλλά ότι η πάλη θα συνεπαγόταν και την ανατροπή του, έσπασαν από τις μάζες, διευκολύνοντας τη μοναρχία να κλείσει τους αιματηρούς λογαριασμούς της με τους εργάτες και τους αγρότες, (σελ. 19).
[6]. Όλες οι παραθέσεις από τον Λένιν (σημειώνει ο αμερικανός μεταφραστής των Μαθημάτων του Οχτώβρη από τα ρωσικά, Τζον Ράιτ) είναι από την πρώτη ρωσική έκδοση των «Απάντων» του Λένιν. Να σημειώσουμε ότι την πρώτη αυτή έκδοση των «Απάντων», που την είχε επιμεληθεί ο Κάμενεφ με «ακριβείς βιογραφικές σημειώσεις» και πραγματικά ιστορικά γεγονότα, θα την απαγορεύσει ο Στάλιν στις αρχές της δεκαετίας του 1930, και «μάλιστα θα βάλει τη NKVD να την κατασχέσει από όλα τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου που την είχαν», όπως μας πληροφορεί ο γάλλος βιογράφος του Στάλιν, Ζαν Ζακ Μαρί (βλ. ΣΤΑΛΙΝ, σελ. 238, Εκδόσεις «Οδυσσέας», 2003). Έτσι ανοίγει ο «αιώνας» της σταλινικής Πλαστογραφίας, της απάτης και των εγκλημάτων,(σελ. 21)
[7]. «Η αντίληψη της επαναστατικής στρατηγικής ρίζωσε στα μεταπολεμικά μονάχα χρόνια και στην αρχή, αναμφισβήτητα, κάτω από την επίδραση της στρατιωτικής ορολογίας. Κι αυτό δεν είναι με κανένα τρόπο τυχαίο. Πριν από τον πόλεμο μιλούσαμε μονάχα για ταχτική του προλεταριακού κόμματος. Κι αυτή η αντίληψη συμβιβαζόταν αρκετά ικανοποιητικά με τις τότε ισχύουσες συνδικαλιστικές, κοινοβουλευτικές μέθοδες που δεν υπέρβαιναν τα όρια των καθημερινών απαιτήσεων και καθηκόντων. Λέγοντας ταχτική, εννοούμε το σύστημα μέτρων που υπηρετεί ένα και μόνο τρέχον καθήκον ή ένα και μόνο κλάδο της ταξικής πάλης. Αντίθετα, η επαναστατική στρατηγική αγκαλιάζει ένα συνδυασμένο σύστημα δραστηριοτήτων που λόγω της σχέσης, της συνέπειας και της ανάπτυξης τους πρέπει να οδηγήσουν το προλεταριάτο στην κατάχτηση της εξουσίας. Οι βασικές αρχές της επαναστατικής στρατηγικής διατυπώθηκαν φυσικά από τότε που ο μαρξισμός πρωτόβαλε μπροστά στα επαναστατικά κόμματα το καθήκον της κατάχτησης της εξουσίας στη βάση της ταξικής πάλης...», (Λ. Τρότσκι: Η Τρίτη Διεθνής Μετά τον Λένιν, σελ. 75-77), (σελ. 22).
[8]. «Η Ομάδα για τη Χειραφέτηση της Εργασίας» ιδρύθηκε από τον Πλεχάνοφ και άλλους ρώσους πρόσφυγες ηγέτες (Άξελροντ, Ζασούλιτς, Ντόιτς, Ιγκνάτοφ), μετά το σπάσιμο τους από το Λαϊκισμό, το 1893 στην Ελβετία. Είταν η πρώτη, βασικά, ρώσικη σοσιαλδημοκρατική οργάνωση και διαλύθηκε όταν Ιδρύθηκε το Ενωμένο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, (σελ. 24).
[9]. «Οι νόμοι της ιστορίας δεν έχουν τίποτε το κοινό με τα σχολαστικά σχήματα. Η ανισομέρεια, ο πιο γενικός νόμος του ιστορικού προτσές, αποκαλύπτεται με περισσότερη οξύτητα και πολυπλοκότητα στα πεπρωμένα των καθυστερημένων χωρών. Κάτω από το μαστίγιο της εξωτερικής αναγκαιότητας, η καθυστερημένη τους κουλτούρα αναγκάζεται να κάνει άλματα. Από τον καθολικό νόμο της ανισομέρειας απορρέει ένας άλλος νόμος, που ελλείψει ενός καλύτερου ονόματος, μπορούμε να τον ονομάσουμε νόμο της συνδυασμένης ανάπτυξης –με την έννοια της προσέγγισης διαφόρων σταδίων– του συνδυασμού ξεχωριστών βημάτων, του αμαλγάματος αρχαϊκών με νεότερες μορφές...», (Λ. Τρότσκι: Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης, Τόμος 1ος, σελ. 5-6), (σελ. 24).
[10]. Το σύνθημα της «δημοκρατικής διχτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς», πρέπει να ξεχωριστεί απ’ αυτό της «διχτατορίας του προλεταριάτου». Με το πρώτο εννοούμε έναν επαναστατικό συνασπισμό των εργατών και των αγροτών κάτω από την ηγεμονία των εργατών, για την κατάργηση της αυτοκρατορίας και της δουλοπαροικίας και γενικά για την πραγματοποίηση της δημοκρατικής επανάστασης. Από την άλλη, η διχτατορία του προλεταριάτου είναι το πολιτικό καθεστώς διαμέσου του οποίου οι εργάτες, με την υποστήριξη της αγροτιάς, εγκαθιδρύουν μια σοσιαλιστική τάξη πραγμάτων. Ενάντια στην άποψη του Πλεχάνοφ ότι η αστική δημοκρατική επανάσταση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς τη βοήθεια της αστικής τάξης, ο Λένιν έμεινε σταθερά αντίθετος σε οποιαδήποτε συμμαχία με τον αστικό φιλελευθερισμό, στη βάση ότι οι οικονομικοί και κοινωνικοί δεσμοί του με το παλιό καθεστώς τον προόριζαν να παίξει έναν αντιδραστικό ρόλο. Ο Τρότσκι, όπως και όλοι οι ρώσοι μαρξιστές, είταν απόλυτα σύμφωνος με τον Λένιν στο θέμα των δημοκρατικών καθηκόντων της Ρωσικής Επανάστασης. Ούτε υπήρξε καμιά πραγματική διαφορά μεταξύ τους οσοναφορά την αναγκαιότητα να κινητοποιηθεί η αγροτιά σαν σύμμαχος. Η θεωρία της «Διαρκούς Επανάστασης» του Τρότσκι, που την θεωρούσε θεμελιακά εναρμονισμένη με τη στρατηγική του μπολσεβικισμού, τόνιζε ότι η πραγματική λύση των δημοκρατικών και εθνικών καθηκόντων σε χώρες καθυστερημένης αστικής ανάπτυξης είταν δυνατή μόνο κάτω από τη διχτατορία του προλεταριάτου. Και ο λόγος βρίσκεται στο γεγονός ότι η αγροτιά είναι πολύ άμορφη για να παίξει έναν ανεξάρτητο ρόλο, (σελ. 25).
[11]. Ο Λένιν, στο βιβλίο του Για τη Δυαδική Εξουσία, γράφει: «Το βασικό ζήτημα σε κάθε επανάσταση είναι το ζήτημα της κρατικής εξουσίας. Αν δεν κατανοηθεί αυτό, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική συμμετοχή στην επανάσταση, για να μη μιλήσουμε για την καθοδήγησή της... Σε τί συνίσταται η δυαδική εξουσία; Στο γεγονός ότι δίπλα στην Προσωρινή Κυβέρνηση, την κυβέρνηση της μπουρζουαζίας, έχει αναπτυχθεί μια άλλη, ακόμα αδύνατη, εμβρυακή, αλλά αναμφισβήτητα μια πραγματική και αναπτυσσόμενη κυβέρνηση –τα Σοβιέτ των Αντιπροσώπων των Εργατών και Στρατιωτών... Αυτή η εξουσία είναι του τύπου της Κομμούνας του Παρισιού του 1871. Τα βασικά χαραχτηριστικά αυτού του είδους της εξουσίας είναι: (1) Από την άποψη της καταγωγής της δεν έχει προηγούμενα μελετηθεί νομικά και δεν έχει περάσει από το κοινοβούλιο, αλλά είναι το αποτέλεσμα της άμεσης πρωτοβουλίας των μαζών από τα κάτω, από παντού: σαν κατευθείαν “κατάχτηση” για να χρησιμοποιήσουμε μια δημοφιλή έκφραση. (2) Αντί οι θεσμοί της αστυνομίας και του στρατού να είναι χωρισμένοι από το λαό και αντίθετοι από το λαό, υπάρχει ο άμεσος εξοπλισμός ολόκληρου του λαού. Η κυβερνητική τάξη εξασφαλίζεται έτσι από τους ίδιους τους οπλισμένους εργάτες και αγρότες, από τον ίδιο τον οπλισμένο λαό. (3) Οι υπάλληλοι, όπως και οι γραφειοκράτες, που ή εκτοπίζονται από την άμεση εξουσία του λαού ή τίθενται κάτω από ειδικό έλεγχο, γίνονται όχι μόνο υπάλληλοι εκλεγμένοι από το λαό, αλλά και είναι πάντα ανακλητοί με πρωτοβουλία του λαού, υποβιβάζονται στη θέση απλών αντιπροσώπων, από ένα προνομιούχο κοινωνικό στρώμα που κατείχε βολικές και πολύ επικερδείς “θέσεις”, μεταμορφώνονται σε εργάτες ειδικευμένους στο χειρισμό ορισμένων “εργαλείων” παίρνοντας ένα μισθό όχι υψηλότερο από αυτόν του μέσου ειδικευμένου εργάτη...», (Λένιν: «Άπαντα», τόμος 20ός, μέρος Ι, σελ. 115-116), (σελ. 25).
[12]. Οι Μενσεβίκοι είταν η ρεφορμιστική πτέρυγα της Ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας, που ιδρύθηκε το 1898. Έσπασαν από τους Μπολσεβίκους το 1903 πάνω σε οργανωτικά ζητήματα του Κόμματος και ζητήματα επαναστατικής πολιτικής. Οι Μενσεβίκοι αντιτίθενταν στην αντίληψη του Λένιν για ένα επαναστατικό κόμμα σαν την πρωτοπορία του προλεταριάτου, χτισμένο στη βάση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Προτιμούσαν την πιο χαλαρή, λιγότερο πειθαρχημένη μορφή της Δυτικοευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας. Εκτιμώντας το χαραχτήρα της Ρωσικής Επανάστασης σαν αστικοδημοκρατικό, οι Μενσεβίκοι υποστήριξαν ένα συνασπισμό με τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία. Υποστήριξαν την Προσωρινή Κυβέρνηση το 1917 και αντιτάχτηκαν σθεναρά στην εξέγερση του Οχτώβρη, στη βάση του ότι η Ρωσία «δεν είταν ώριμη για το σοσιαλισμό», (σελ. 26).
[13]. Οι Σοσιαλ-Επαναστάτες βασίζονταν σε ένα πρόγραμμα χειραφέτησης των αγροτών. Καθαρά αντιμαρξιστές, είταν από την αρχή αντίθετοι σ’ αυτό που αποκαλούσαν «δόγμα της Ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας, ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμιά επαναστατική δύναμη έξω από το προλεταριάτο των πόλεων». Το πρόγραμμά τους καλούσε για «ελεύθερη λαϊκή εξουσία, εθνικοποίηση της γης και εθνικοποίηση όλων των μεγάλων βιομηχανιών». Μια από τις κύριες μέθοδες τους για την πάλη ενάντια στον τσαρισμό, είταν η τρομοκρατία. Το 1917 χρησιμοποίησαν, όπως και οι Μενσεβίκοι, την επιρροή τους στα Σοβιέτ για να στηρίξουν το καθεστώς του Κερένσκι και πάλεψαν σκληρά ενάντια στην ιδέα της κατάχτησης της εξουσίας από το προλεταριάτο. Η αριστερή τους πτέρυγα, όμως, συνεργάστηκε με τους Μπολσεβίκους μέχρι τη Συμφωνία Ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ, που την κατάγγειλαν σαν μια «προδοσία» της επανάστασης, (σελ. 26).
[14]. Οι Ναρόντνικοι είταν ρώσοι λαϊκιστές-σοσιαλιστές του τέλους του περασμένου αιώνα, που οι ιδέες τους είχαν μια ανταπόκριση σ’ ένα αξιόλογο αριθμό υποστηριχτών. Αμφισβητούσαν τη μαρξιστική αντίληψη ότι η Ρωσία θα περνούσε από το στάδιο του καπιταλισμού. Θεωρούσαν τις αγροτικές κοινότητες, που επιβίωναν ακόμα, σαν την εμβρυακή μορφή κομμουνισμού. Προσπαθούσαν να εξαπλώσουν τις ιδέες τους με το «να πάνε στο λαό» και να ξεσηκώσουν την αγροτιά για τον αγώνα ενάντια στον τσαρισμό, μέσα από την «προπαγάνδα των έργων» ή την τρομοκρατία, (σελ. 27).
[15]. «Αμυνιτισμός» είταν η άποψη ότι ο ρωσικός στρατός έπρεπε να συνεχίσει τον πόλεμο όσο ο γερμανικός στρατός υπάκουε ακόμα στον Κάιζερ. Σαν πολιτική είταν αντίθετη στον «ντεφετισμό» του Λένιν, που διακήρυξε ότι «η ήττα της Ρωσίας είναι το μικρότερο κακό». Η «Πράβντα», πριν από την επιστροφή του Λένιν, ισχυριζόταν ότι «όλος ο “ντεφετισμός”... πέθανε από τη στιγμή που το πρώτο επαναστατικό σύνταγμα εμφανίστηκε στους δρόμους της Πετρούπολης». Η «Πράβντα» οδηγήθηκε σ’ αυτή τη θέση γιατί, όπως έγραφε, «το σύνθημα μας είναι πίεση στην Προσωρινή Κυβέρνηση με στόχο να την αναγκάσουμε... να κάνει μια απόπειρα να πείσει όλες τις εμπόλεμες χώρες να αρχίσουν άμεσα διαπραγματεύσεις...». Ο Λένιν, όμως, κατάγγειλε ανοιχτά την Προσωρινή Κυβέρνηση σαν καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική και στιγμάτισε την πολιτική της πατριωτικής «υπεράσπισης» της σαν προδοσία του Σοσιαλισμού, (σελ. 28).
[16]. Η Παν-Ρωσική Συνδιάσκεψη του Απρίλη των Μπολσεβίκων συνήλθε στην Πετρούπολη στις 24-29 του Απρίλη. Στην ημερήσια διάταξη περιλαμβάνονταν τα εξής: Η Πολιτική Κατάσταση (Προοπτικές της Ρωσικής Επανάστασης), ο Πόλεμος, οι Προπαρασκευαστικές Εργασίες για την Ίδρυση της Τρίτης Διεθνούς, το Αγροτικό Ζήτημα, το Ζήτημα του Προγράμματος και το Εθνικό Ζήτημα. Τα πραχτικά αναφέρονται συνοπτικά μόνο στη συζήτηση, αλλά το ίδιο το Συνέδριο είταν ίσως ένα από τα πιο αποφασιστικά στην ιστορία του Κόμματος. Η γραμμή που ακολουθούσαν ο Στάλιν και ο Κάμενεφ πριν φτάσει ο Λένιν στη Ρωσία, αντικαταστάθηκε οριστικά από τη στρατηγική της κατάληψης της εξουσίας. Ο Στάλιν έβλεπε τη διαφορά ανάμεσα στη Σοβιετική και την Προσωρινή Κυβέρνηση σαν μια απλή διαφορά καταμερισμού της εργασίας. Έβλεπε την Προσωρινή Κυβέρνηση, όπως ο ίδιος έλεγε, «σαν ενισχυτή των καταχτήσεων του επαναστατικού λαού». Είταν υπέρ της ένωσης με τους Μενσεβίκους. «Πρέπει να το κάνουμε. Είναι απαραίτητο να καθορίσουμε την πρόταση μας για τη βάση μιας ένωσης. Η ένωση είναι δυνατή στη βάση του Τσίμερβαλντ-Κίνταλ... Θα ξεπεράσουμε τις μικροδιαφωνίες μέσα στο Κόμμα». Οι Θέσεις του Απρίλη του Λένιν βγάλανε στην επιφάνεια μια πολύ βαθιά διαφωνία. «Ακόμα και οι μπολσεβίκοι μας δείχνουν εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση», έγραφε ο Λένιν. «Μονάχα οι καπνοί της επανάστασης μπορούν να το εξηγήσουν αυτό. Αυτός είναι ο θάνατος του σοσιαλισμού. Αν αυτή είναι η θέση σας, οι δρόμοι μας χωρίζουν. Προτιμάω να μείνω στη μειοψηφία», (σελ. 30).
[17]. Ο Οικονομισμός είταν μια ρωσική ποικιλία του συνδικαλισμού. Είχε την άποψη ότι ο οικονομικός αγώνας αρκούσε να αναπτύξει αυθόρμητα ένα μαζικό κίνημα, την πολιτική συνείδηση και μια δραστήρια ηγεσία. Ο Λένιν αφιέρωσε ένα πολύ μεγάλο μέρος της σημαντικής μπροσούρας του Τί να Κάνουμε; σε μια επίθεση στον οικονομισμό, σαν μια επικίνδυνη τάση να εξιδανικεύει την καθυστέρηση της εργατικής τάξης, να αποφεύγει τα ζητήματα ενός πολιτικού κινήματος και την αναγκαιότητα ενός επαναστατικού κόμματος, σελ. 30).
[18]. «Πράβντα» είταν το όργανο της Κεντρικής Επιτροπής των Μπολσεβίκων. Εκδόθηκε ξανά στην Πετρούπολη μετά από την επανάσταση του Φλεβάρη, (σελ. 32).
[19]. Στις 14 του Μάρτη, η Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ έβγαλε ένα μανιφέστο που καλούσε για μια δημοκρατική ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις ή αποζημιώσεις. «Η ώρα έχει φτάσει, δήλωνε, για να πάρει ο λαός στα δικά του τα χέρια την απόφαση για τον πόλεμο και την ειρήνη». Αλλά, στην πραγματικότητα, το μανιφέστο το αποδέχτηκε πέρα για πέρα ο Λόιντ Τζορτζ και με κανένα τρόπο δεν διάφερε από τη ρητορική του Γούντροου Ουίλσον. Ο πραγματικός έλεγχος της εξωτερικής πολιτικής παράμεινε στα χέρια του Μιλιουκόφ, που ακολούθησε τους παλιούς ρωσικούς ιμπεριαλιστικούς στόχους, (σελ. 33).
[20] . Ο τσάρος πιάστηκε στις 15 του Μάρτη 1917, αφού είχε ήδη παραιτηθεί υπέρ του Αρχιδούκα Μικαέλ, σαν αντιβασιλέα. Ο τελευταίος, όμως, αρνήθηκε «φρονίμως ποιών». Η Προσωρινή Επιτροπή της Αυτοκρατορικής Δούμας, με τη συγκατάθεση της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ της Πετρούπολης, εγκαθίδρυσε μια Προσωρινή Κυβέρνηση με τον πρίγκιπα Λβοφ σαν πρωθυπουργό. Ο καθηγητής Μιλιουκόφ είχε το υπουργείο των Εξωτερικών, ο Α.Φ. Γκούτσκοφ είταν υπουργός Πολέμου, ο Κερένσκι υπουργός Δικαιοσύνης. Η Προσωρινή Κυβέρνηση συνέχισε την ιμπεριαλιστική πολιτική του τσαρικού προκατόχου της. Ο Μιλιουκόφ διακήρυξε ότι είταν υπέρ της προσάρτησης της Κωνσταντινούπολης και της υποτιθέμενης θέλησης του έθνους να φέρει τον πόλεμο σε μια αποφασιστική νίκη. Η αγανάχτηση των μαζών βρήκε την έκφραση της στις διαδηλώσεις του Απρίλη, με την απαίτηση να παραιτηθεί ο Μιλιουκόφ. Αλλά, με ηγεσία τους συμβιβαστές Μενσεβίκους και Σοσιαλ-Επαναστάτες, το Σοβιέτ κράτησε τις μάζες κάτω από τον έλεγχο του. Νοιώθοντας την ανασφάλεια της, όμως, η Προσωρινή Κυβέρνηση κάλεσε την Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ να σχηματίσουν μαζί μια κυβέρνηση συνασπισμού. Ενάντια στην άποψη των Μπολσεβίκων, η Εκτελεστική Επιτροπή συμφώνησε. Ο Μιλιουκόφ και οι άλλοι παραιτήθηκαν. Στις 18 του Μάη σχηματίστηκε η δεύτερη Προσωρινή Κυβέρνηση (ο πρώτος συνασπισμός) με τον Κερένσκι υπουργό Πολέμου. Ο σοσιαλεπαναστάτης Βίκτορ Τσερνόφ είταν υπουργός Γεωργίας, ο μενσεβίκος Σκομπέλεφ υπουργός Εργασίας, ο μενσεβίκος Τσερετέλι υπουργός Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων, ο λαϊκιστής-σοσιαλιστής Πεσεκχόνοφ υπουργός Τροφίμων και Εφοδίων. Η Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ δικαιολόγησε τον συνασπισμό με το επιχείρημα ότι θα έφερνε την ειρήνη και θα στερέωνε τη Δημοκρατία. Στην πραγματικότητα ο συνασπισμός συνέχιζε τον πόλεμο και ενθάρρυνε την αντίδραση. Η κυβέρνηση δεν μπορούσε να αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των αντιμαχόμενων τάξεων. Η κρίση έγινε πιο οξεία και η μπουρζουαζία σαμποτάριζε την παραγωγή. Ο καντέτος υπουργός Εμπορίου, Κονοβάλοφ, παραιτήθηκε. Πέντε υπουργοί των καντέτων παραιτήθηκαν πάνω στη συμφωνία του Τσερετέλι με την ουκρανική Ράντα. Καθετί αναβαλλόταν μέχρι τη Συνταχτική Συνέλευση, που με τη σειρά της αναβαλλόταν συνέχεια. Στις 20 του Ιούλη, ο πρίγκιπας Λβοφ παραιτήθηκε και πήρε τη θέση του ο Κερένσκι σαν Πρωθυπουργός, διατηρώντας το υπουργείο Πολέμου. Από την αρχή, οι απόψεις του Λένιν για την Προσωρινή Κυβέρνηση είταν εντελώς ξεκάθαρες. Σαν καπιταλιστική κυβέρνηση, έπρεπε να ανατραπεί. Αλλά επειδή συντηρούνταν με την υποστήριξη των Σοβιέτ, η Προσωρινή Κυβέρνηση δεν μπορούσε να ανατραπεί αμέσως. Μια και η χρήση βίας ενάντια στις μάζες απορρίπτεται χωρίς συζήτηση, μια και οι μαρξιστές δεν πιστεύουν στην κατάχτηση της εξουσίας από μια μειοψηφία, η επαναστατική πρωτοπορία έπρεπε πρώτα να κερδίσει την πλειοψηφία των εργατών και αγροτών. Όλη η εξουσία έπρεπε να ανήκει στα Σοβιέτ. Τα Σοβιέτ δεν θα μπορούσαν να συνυπάρχουν με ένα αστικό-κοινοβουλευτικό κράτος. Ή η διχτατορία του προλεταριάτου ή οι κατέχουσες τάξεις έπρεπε να υπερισχύσουν, (σελ. 34).
[21]. Τα «Γράμματα από Μακριά», ο Λένιν τα έγραψε από την Ελβετία, ανάμεσα στις 2 και 8 του Απρίλη. Μονάχα το πρώτο γράμμα αυτής της σειράς, «Το Πρώτο Στάδιο της Πρώτης Επανάστασης», έφτασε στην Πετρούπολη για να δημοσιευτεί στην «Πράβντα» Νο 14 και 15. Τα άλλα δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1924 στο Νο 2 της Συλλογής Λένιν (στα Ρωσικά). Το πέμπτο («Προβλήματα της Επαναστατικής Προλεταριακής Οργάνωσης του Κράτους»), που άρχισε στις 8 του Απρίλη, τη μέρα που αναχώρησε ο Λένιν από την Ελβετία, δεν τελείωσε ποτέ, (σελ. 34).
[22]. Ο Λένιν έφτασε στην Πετρούπολη στις 16 του Απρίλη του 1917. Την επόμενη μέρα, ο Ζινόβιεφ αναφέρθηκε στις συνθήκες του ταξιδιού τους από την Ελβετία, μέσω της Γερμανίας, στο ξακουστό «σφραγισμένο τρένο», στην Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Τριάντα δύο πολιτικοί εξόριστοι που συνδέονταν με διάφορα κόμματα, είχαν κάνει μαζί αυτό το ταξίδι. Ο Φριτς Πλάτεν, ο ελβετός σοσιαλιστής, είταν εκείνος που διαπραγματεύτηκε τους όρους του ταξιδιού. Είχε συνάψει μια γραπτή συμφωνία με τον γερμανό πρεσβευτή στην Ελβετία. Τα κύρια σημεία της είταν τα έξης: (1) Όλοι οι εξόριστοι, ανεξάρτητα από την άποψη τους για τον πόλεμο, μπορούσαν να περάσουν από τη Γερμανία. (2) Το σιδηροδρομικό βαγόνι που θα χρησιμοποιούσαν οι εξόριστοι θα θεωρούνταν ξένο έδαφος. Κανείς δεν θα είχε το δικαίωμα να μπει σ’ αυτό χωρίς την άδεια του Πλάτεν. Δεν θα υπήρχε κανένας έλεγχος, ούτε των διαβατηρίων ούτε των αποσκευών. (3) Οι ταξιδιώτες συμφωνούσαν να κάνουν ζύμωση στη Ρωσία για να ανταλλαγούν οι εξόριστοι που πέρασαν από τη Γερμανία μ’ έναν αντίστοιχο αριθμό αυστρο-γερμανών φυλακισμένων στη Ρωσία, (σελ. 34).
[23]. Μια αυθόρμητη ένοπλη διαδήλωση, με 25-30.000 στρατιώτες υποστηριζόμενους από τους εργάτες, βγήκαν στους δρόμους με το σύνθημα «να απομακρυνθεί ο Μιλιουκόφ», που θεωρούνταν υπεύθυνος για την παράταση του πολέμου. Στις 21 του Απρίλη, η Επιτροπή των Μπολσεβίκων της Πετρούπολης κάλεσε για άλλη μια διαδήλωση. Με τη σειρά της, η Κεντρική Επιτροπή των καντέτων κάλεσε τους οπαδούς της «να ενωθούν γύρω από Την Προσωρινή Κυβέρνηση και να την υποστηρίξουν». Το αστικό πατριωτικό στοιχείο συγκρούστηκε με τους εργάτες και ακολούθησε μια αιματηρή συμπλοκή. Η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος, αναφέρει ο Τρότσκι, συγκέντρωσε τους αριστερούς μπολσεβίκους και τους δήλωσε ότι θεωρεί το βέτο του Σοβιέτ για τις διαδηλώσεις απόλυτα εντάξει και ότι έπρεπε να υποτάσσονται σ’ αυτό χωρίς όρους. «Το σύνθημα “Κάτω η Προσωρινή Κυβέρνηση” είναι λαθεμένο σήμερα, έλεγε η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, γιατί χωρίς μια σταθερή (δηλαδή, συνειδητή και οργανωμένη) πλειοψηφία στο πλευρό του επαναστατικού προλεταριάτου, ένα τέτιο σύνθημα είναι ή μια κούφια φράση ή οδηγεί σε απόπειρες τυχοδιωχτικού χαραχτήρα». Η απόφαση αυτή διακήρυσσε ότι το καθήκον του κινήματος είταν η κριτική, η προπαγάνδα και το κέρδισμα της πλειοψηφίας των Σοβιέτ, σαν το θεμέλιο της κατάχτησης της εξουσίας, (σελ. 37).
[24] . Ο Α. Μπλανκί (1805-1881), ο διάσημος γάλλος επαναστάτης, υποστήριζε την κατάχτηση της εξουσίας με μια συνωμοτική εξέγερση του προλεταριάτου. Ο μαρξισμός δεν διαφωνεί με τον μπλανκισμό σ’ ότι αφορά την αντιμετώπιση της εξέγερσης σαν μια τέχνη, διαφωνεί, όμως, πάνω στο ζήτημα των συνθηκών της εξέγερσης. «Για να πετύχει, έγραφε ο Λένιν, η εξέγερση πρέπει να βασίζεται όχι σε μια συνωμοσία, όχι σε ένα κόμμα, αλλά στην προχωρημένη τάξη. Αυτό είναι το πρώτο σημείο. Η εξέγερση πρέπει να βασίζεται στο επαναστατικό ξεσήκωμα του λαού. Αυτό είναι το δεύτερο σημείο. Η εξέγερση πρέπει να βασίζεται στο κρίσιμο σημείο της ιστορίας της ωριμάζουσας επανάστασης, τότε που η δραστηριότητα της πρωτοπορίας του λαού είναι ατό κορύφωμα της, τότε που οι ταλαντεύσεις στις γραμμές των εχθρών, και στις γραμμές των αδύνατων, τρομοκρατημένων, αναποφάσιστων φίλων της επανάστασης, είναι στο κορύφωμά τους. Αυτό είναι το τρίτο σημείο. Είναι στον τονισμό αυτών των τριών όρων, σαν έναν τρόπο προσέγγισης της εξέγερσης, που ο μαρξισμός διαφέρει από τον μπλανκισμό», (σελ. 37).
[25]. «Η απαίτηση για τη σύγκληση της Συνταχτικής Συνέλευσης αποτελούσε στο παρελθόν ένα εντελώς κανονικό μέρος του προγράμματος της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας, γιατί σε μια αστική δημοκρατία η Συνταχτική Συνέλευση αποτελεί την υψηλότερη μορφή της δημοκρατίας...», έγραφε ο Λένιν στις «Θέσεις για τη Συνταχτική Συνέλευση», στις 8 του Γενάρη 1918. Μα το 1917 οι μπολσεβίκοι, ενώ απαιτούσαν τη Συνταχτική Συνέλευση, συνέχεια δίνανε έμφαση στο ότι μια δημοκρατία των Σοβιέτ είταν μια υψηλότερη μορφή δημοκρατίας από την κοινή αστική δημοκρατία. Αφού τα Σοβιέτ αποσπάσανε την εξουσία με την Οχτωβριανή Επανάσταση, η Συνταχτική Συνέλευση έχασε τη σημασία της. Όταν η Συνταχτική Συνέλευση συνήλθε στις 18 του Γενάρη 1918, είταν για μια μέρα μόνο. Η σύνθεση της, βασικά δεξιά Σοσιαλ-Επαναστατική, βασιζόταν σε εκλογικούς καταλόγους που είχαν συνταχθεί πριν μετακινηθούν οι μάζες προς τον μπολσεβικισμό. Αφού διάβασαν μια διακήρυξη που κατάγγελνε την πλειοψηφία της Συνταχτικής Συνέλευσης σαν αντεπαναστατική, οι Μπολσεβίκοι και οι αριστεροί Σοσιαλ-Επαναστάτες αποσύρθηκαν. Την ίδια μέρα, η Συνταχτική Συνέλευση διαλύθηκε και στις 19 του Γενάρη η Σοβιετική Κυβέρνηση τη διάλυσε και επίσημα, (σελ. 40).
[26]. Απόμερους μιας Κοινής Επιτροπής των Σκανδιναβικών Σοσιαλιστικών Κομμάτων, ο εκδότης της δανέζικης «Σοσιαλ-Ντεμοκράτεν», Μπόργκμπγιεργκ, έδοσε μια πρόσκληση στην Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ να παρακολουθήσουν ένα Διεθνές Συνέδριο Ειρήνης στη Στοκχόλμη. Οι Μενσεβίκοι και οι Σοσιαλ-Επαναστάτες δέχτηκαν, όπως και οι γερμανοί κεντριστές Χάαζε, Κάουτσκι και Λέντεμπουρ. Οι άγγλοι και γάλλοι σοσιαλιστές απορρίψανε την πρόσκληση για πατριωτικούς λόγους. Η Συνδιάσκεψη του Απρίλη των Μπολσεβίκων απόρριψε το σχέδιο για το λόγο που είπε ο Λένιν, ότι είταν μια πολιτική μανούβρα του γερμανικού ιμπεριαλισμού, που δούλευε μέσα από τις σοσιαλιστικές κυβερνήσεις να ψαρέψει τους πιο επωφελείς όρους σ’ ότι άφορα την ειρήνη. Μονάχα ο Κάμενεφ υποστήριξε την ιδέα της συμμετοχής (σελ. 45).
[27]. Μετά από το Κρατικό Συνέδριο της Μόσχας, στις 26 του Αυγούστου 1917, τα πιο αντιδραστικά στοιχεία της χώρας άρχισαν να ετοιμάζουν ένα πραξικόπημα ενάντια στα Σοβιέτ. Το Συνέδριο αυτό το κάλεσε ο Κερένσκι σαν μέρος της βοναπαρτιστικής πολιτικής του, του «πλατέματος της βάσης» της Προσωρινής Κυβέρνησης. Στη σύνθεση του, το Συνέδριο αυτό είταν πέρα για πέρα αντεπαναστατικό. Το γενικό παράπονο τους είταν ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση δεν είχε αρκετή δύναμη, υπονοώντας ότι τα Σοβιέτ είχαν πάρα πολλή δύναμη. Τα γεγονότα επιταχύνθηκαν, όταν, στις 2 του Σεπτέμβρη, οι Γερμανοί ξεκίνησαν την επίθεση τους στο μέτωπο της Ντβίνα και κατάλαβαν τη Ρίγα. Υπήρχαν στοιχεία ότι το ρωσικό μέτωπο το είχε ανοίξει προδοτικά ο Κορνίλοφ για να δημιουργήσει μια κατάσταση πανικού –την απαραίτητη ατμόσφαιρα για το στρατιωτικό πραξικόπημα του. Ο Κερένσκι και ο Κορνίλοφ εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση για να πάρουν μέρος σε μια συνωμοσία ενάντια στις μάζες της Πετρούπολης. Το σχέδιό τους είταν να επιτεθεί ο Κορνίλοφ στην Πετρούπολη και να αφοπλίσει τις σοβιετικές μάζες με τους κοζάκους του. Αλλά στο μεταξύ, το Σοβιέτ ανάγκασε τον Κερένσκι να εκδόσει μια εντολή για τη σύλληψη του Κορνίλοφ. Ο τελευταίος επιτέθηκε στην Πετρούπολη για να εγκαθιδρύσει τη στρατιωτική διχτατορία του. Οι μάζες κινητοποιήθηκαν με επαναστατικό ζήλο και ο Κορνίλοφ ηττήθηκε. Το κύρος των Μπολσεβίκων ανέβηκε αμέσως και ο Τρότσκι εκλέχτηκε πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης, (σελ. 46).
[28]. Από τη δομή του τελευταίου μέρους της φράσης είναι καθαρό ότι εδώ έχει παραληφθεί μια αναφορά σε ορισμένα ονόματα –(Λ.Τ.), (σελ. 46).
[29]. Το Δημοκρατικό Συνέδριο αποφασίστηκε στον καιρό της ανταρσίας του Κορνίλοφ για να στηρίξει το καταρρακωμένο κύρος της «Δημοκρατίας» και να βάλει φρένο στον Κερένσκι. Βασικά, όμως, είταν ένα μέσο που σχεδίασε ο Τσερετέλι για να εμποδίσει την πάλη των Μπολσεβίκων για την εξουσία των Σοβιέτ και με την ελπίδα ότι το Συνέδριο θα μπορούσε να γίνει ένα αντίβαρο στα Σοβιέτ. Στο Συνέδριο, οι Μπολσεβίκοι είταν στη μειοψηφία, μια που το σύστημα αντιπροσώπευσης είχε πολύ προσεχτικά δόσει στα Ζέμστβος και στους άλλους αστικούς θεσμούς την πλειοψηφία σε σχέση με τους αντιπροσώπους του Σοβιέτ. Σε μια συνέλευση των τελευταίων, ο Τρότσκι μίλησε για τη μεταβίβαση της εξουσίας στα Σοβιέτ, αλλά καταψηφίστηκε. Στο ίδιο το Συνέδριο, στη δήλωση του απόμερους των Μπολσεβίκων, είπε ότι είταν έτοιμοι να πάρουν την εξουσία αν γίνονταν πλειοψηφία στα Σοβιέτ. Το Συνέδριο δεν μπορούσε να πάρει μια απόφαση για το ζήτημα του συνασπισμού (δηλαδή συμπεριλαμβανόμενων και των Καντέτων). Πριν διαλυθεί, διόρισε ένα μόνιμο σώμα που αποτελούνταν από το 15% των μελών κάθε ομάδας, για να αποτελέσει ένα Συμβούλιο της Δημοκρατίας ή ένα Προ-Κοινοβούλιο, μέχρι να συνέλθει η Συνταχτική Συνέλευση. Σε μια Συνδιάσκεψη των μπολσεβίκων αντί-προσώπων, ο Τρότσκι πρότεινε το μποϊκοτάρισμα του Προ-Κοινοβούλιου για το λόγο ότι δεν αντιπροσώπευε τον πραγματικό συσχετισμό των δυνάμεων και είταν ένα μέσο να ακινητοποιηθούν τα Σοβιέτ. Βρέθηκε στη μειοψηφία, αλλά ο Λένιν, που έλλειπε, συμμεριζόταν την άποψη του ότι το Προ-Κοινοβούλιο είταν «κάλπικο». Είταν τότε που έγραφε: «Ο Τρότσκι είταν υπέρ του μποϊκοτάζ. Μπράβο, σύντροφε Τρότσκι!». Στην πρώτη συνεδρίαση του Προ-Κοινοβούλιου, ο Τρότσκι δήλωσε ότι είταν γεμάτο από εκπροσώπους των κατεχουσών τάξεων και ότι είταν ενάντια στην επανάσταση. Οι Μπολσεβίκοι αποσύρθηκαν τελικά, αφού διάβασαν μια δήλωση, και αποφάσισαν να καλέσουν το Παν-Ρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, (σελ. 46).
Μέρος Δεύτερο
Οι Παραμονές της Οκτωβριανής Επανάστασης
–Τα Επακόλουθα
Το έκτακτο Συνέδριο αποδείχτηκε περιττό. Η πίεση που άσκησε ο Λένιν, εξασφάλισε την απαραίτητη μετατόπιση των δυνάμεων προς τα αριστερά τόσο μέσα στην Κεντρική Επιτροπή όσο και μέσα στη φράξια μας στο Προ-Κοινοβούλιο. Οι Μπολσεβίκοι αποχώρησαν από το Προ-Κοινοβούλιο στις δέκα του Οκτώβρη. Στην Πετρούπολη το Σοβιέτ ήρθε σε σύγκρουση με την Κυβέρνηση πάνω στη διαταγή της μετάθεσης στο μέτωπο του μέρους εκείνου της φρουράς που συμπαθούσε τους Μπολσεβίκους. Στις 16 του Οκτώβρη δημιουργήθηκε η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή, το νόμιμο Σοβιετικό όργανο της εξέγερσης. Η δεξιά πτέρυγα του Κόμματος προσπαθούσε να επιβραδύνει την εξέλιξη των γεγονότων. Η πάλη των τάσεων μέσα στο Κόμμα, όπως και η ταξική πάλη μέσα στη χώρα, μπήκε σε μια αποφασιστική φάση. Η θέση των δεξιών παρουσιάζεται καλύτερα και πιο ολοκληρωμένα στα κυριότερα σημεία της σε ένα γράμμα των Κάμενεφ και Ζινόβιεφ με τον τίτλο «Για την Τρέχουσα Κατάσταση». Τό γράμμα γράφτηκε στις 11 του Οκτώβρη, δυο βδομάδες δηλαδή πριν από την εξέγερση, και στάλθηκε στις κυριότερες οργανώσεις του Κόμματος. Τό γράμμα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την απόφαση για την ένοπλη εξέγερση που είχε υιοθετήσει η Κεντρική Επιτροπή. Συμβουλεύοντάς μας να μην υποτιμούμε τον εχθρό, στην πραγματικότητα υποτιμώντας χυδαία στις δυνάμεις της επανάστασης, κι ακόμα αρνούμενοι ότι οι μάζες είχαν τη διάθεση για μάχη (δυο βδομάδες πριν στις 25 του Οκτώβρη!), οι συγγραφείς του γράμματος δήλωναν:
«Είμαστε βαθιά πεισμένοι ότι με το να κηρύσσουμε την άμεση ένοπλη εξέγερση παίζουμε κορώνα-γράμματα όχι μόνο την τύχη του Κόμματος μας μα και την τύχη της Ρωσικής και της Παγκόσμιας Επανάστασης».
Αλλά αν δεν υπάρχει θέμα για την εξέγερση και την κατάληψη της εξουσίας, τί υπάρχει τότε; Η απάντηση που δίνει το γράμμα είναι επίσης καθαρή και ακριβής: «Στο στρατό και στους εργάτες κρατάμε ένα πιστόλι στον κρόταφο της μπουρζουαζίας», και εξαιτίας αυτού του πιστολιού η μπουρζουαζία δεν θα μπορέσει να αποφύγει τη Συνταχτική Συνέλευση.
«Οι προοπτικές του Κόμματος μας στις εκλογές για τη Συνταχτική Συνέλευση είναι θαυμάσιες... η επιρροή του Μπολσεβικισμού μεγαλώνει... Με μια σωστή ταχτική, μπορούμε να κερδίσουμε το ένα τρίτο, μάλιστα και περισσότερα από το ένα τρίτο, των εδρών στη Συνταχτική Συνέλευση».
Έτσι, το γράμμα αυτό μας χαράζει καθαρά μια πορεία όπου θα παίξουμε το ρόλο μιας «σημαντικής» αντιπολίτευσης σε μια αστική Συνταχτική Συνέλευση. Η καθαρά σοσιαλ-δημοκρατική αυτή πορεία καμουφλάρεται επιφανειακά από την παρακάτω σκέψη:
«Τα Σοβιέτ, που έχουν βαθιά ριζώσει στην κοινωνική μας πραγματικότητα, δεν μπορούν να καταστραφούν... Η ίδια η Συνταχτική Συνέλευση μπορεί να βασίσει την επαναστατική δουλιά της στα Σοβιέτ. Συνταχτική Συνέλευση συν Σοβιέτ –αυτός είναι ο συνδυασμένος τύπος των κρατικών θεσμών προς τους οποίους προχωρούμε».
Για το χαραχτηρισμό ολόκληρης της γραμμής των δεξιών, έχει τεράστιο ενδιαφέρον το γεγονός ότι η θεωρία των «συνδυασμένων» κρατικών μορφών, ο συσχετισμός της Συνταχτικής Συνέλευσης με τα Σοβιέτ, επαναλήφθηκε στη Γερμανία ενάμιση ή δυο χρόνια αργότερα από τον Ρούντολφ Χίλφερντιγκ[1], που επίσης πάλεψε ενάντια στην κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο. Ο Αυστρογερμανός οπορτουνιστής αγνοούσε εκείνη τη στιγμή ότι έκανε λογοκλοπή.
Το γράμμα «Για την Τρέχουσα Κατάσταση» απορρίπτει τη διαπίστωση ότι η πλειοψηφία του λαού στη Ρωσία, στη βάση ενός καθαρά κοινοβουλευτικού υπολογισμού αυτής της πλειοψηφίας, μας υποστήριζε ήδη.
«Στη Ρωσία», αναφέρει το γράμμα, «η πλειοψηφία των εργατών είναι μαζί μας και ένα σημαντικό μέρος των στρατιωτών. Όλα τα άλλα είναι υπό αμφισβήτηση. Όλοι, για παράδειγμα, έχουμε πειστεί ότι αν γινόντουσαν εκλογές για τη Συνταχτική Συνέλευση, η πλειοψηφία των αγροτών θα ψήφιζε τους Σοσιαλ-Επαναστάτες. Αυτό είναι τυχαίο;».
Η παραπάνω διατύπωση του ερωτήματος περιέχει ένα κύριο και βασικό λάθος, που οφείλεται στην ανικανότητα να κατανοηθεί το γεγονός ότι οι αγρότες μπορεί νά ’χουν ισχυρά επαναστατικά συμφέροντα και μια έντονη επιθυμία να τα πραγματοποιήσουν αλλά δεν μπορούν νά ’χουν μια ανεξάρτητη πολιτική θέση. Μπορούν είτε να ψηφίσουν την αστική τάξη, ψηφίζοντας τους Σοσιαλ-Επαναστάτες πράχτορές της, ή να ενωθούν στη δράση με το προλεταριάτο. Ποιά από τις δυο αυτές δυνατότητες θα υλοποιούνταν, θα καθοριζόταν από την πολιτική ακριβώς που θα ακολουθούσαμε. Αν είχαμε πάει στο Προ-Κοινοβούλιο για να αποτελέσουμε μια σημαντική αντιπολίτευση («το ένα τρίτο, μάλιστα και περισσότερο από το ένα τρίτο, των εδρών») στη Συνταχτική Συνέλευση, τότε, σχεδόν αυτόματα θα έφερνε την αγροτιά σε μια τέτια θέση που θα γύρευε να ικανοποιήσει τα συμφέροντα της μέσα από τη Συνταχτική Συνέλευση. Και κατά συνέπεια θα απευθυνόταν όχι στην αντιπολίτευση αλλά στην πλειοψηφία. Από την άλλη μεριά, η κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο δημιούργησε αμέσως το επαναστατικό πλαίσιο για την πάλη της αγροτιάς ενάντια στους γαιοχτήμονες και τους αξιωματούχους. Για να χρησιμοποιήσουμε τους τόσο προσφιλείς ανάμεσα μας χαραχτηρισμούς πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, αυτό το γράμμα εκφράζει ταυτόχρονα μια υποτίμηση και μια υπερτίμηση της αγροτιάς. Υποτιμάει τις επαναστατικές δυνατότητες της αγροτιάς (κάτω από μια προλεταριακή ηγεσία!) και υπερτιμάει την πολιτική της ανεξαρτησία. Το διπλό αυτό σφάλμα της υπερτίμησης και, ταυτόχρονα, της υποτίμησης της αγροτιάς, απορρέει με τη σειρά του από μια υποτίμηση της δικής μας τάξης και του κόμματος της –δηλαδή, από μια σοσιαλδημοκρατική προσέγγιση του προλεταριάτου. Κι αυτό καθόλου δεν μας εκπλήσσει. Όλες οι αποχρώσεις του οπορτουνισμού ανάγονται, σε τελευταία ανάλυση, σε μια λαθεμένη εκτίμηση των επαναστατικών δυνάμεων και των δυνατοτήτων του προλεταριάτου.
Διαφωνώντας με την κατάληψη της εξουσίας, το γράμμα προσπαθεί να τρομοκρατήσει το Κόμμα με την προοπτική ενός επαναστατικού πόλεμου.
«Οι μάζες των στρατιωτών μάς υποστηρίζουν γιατί ρίχνουμε όχι ένα σύνθημα πολέμου, αλλά ένα σύνθημα ειρήνης. Αν καταλάβουμε μόνοι μας την εξουσία τώρα και αν αναγκαστούμε από την παγκόσμια κατάσταση να εμπλακούμε σ’ έναν επαναστατικό πόλεμο, οι μάζες των στρατιωτών θα μας εγκαταλείψουν. Το καλύτερο τμήμα της στρατευμένης νεολαίας θα μείνει βέβαια κοντά μας, αλλά ο κύριος όγκος των στρατιωτών θα μας αφήσει».
Αυτή η επιχειρηματολογία είναι πολύ διδαχτική. Έχουμε εδώ τα βασικά επιχειρήματα αυτών που είταν υπέρ της υπογραφής της ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ, αλλά αυτή τη φορά στρέφονται ενάντια στην κατάληψη της εξουσίας. Είναι ολοφάνερο ότι η θέση που εκφράστηκε στο γράμμα «Για την Τρέχουσα Κατάσταση» διευκόλυνε αργότερα, σε πολύ μεγάλο βαθμό, την παραδοχή της ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ[2]. από αυτούς που υποστήριζαν τις απόψεις που έκφραζε το παραπάνω γράμμα. Εμείς αρκούμαστε στο να επαναλάβουμε αυτό που έχουμε ξαναπεί, δηλαδή ότι η πολιτική ιδιοφυΐα του Λένιν χαραχτηρίζεται όχι από το ότι θεωρεί την προσωρινή υποχώρηση του Μπρεστ-Λιτόφσκ σαν μεμονωμένο γεγονός αλλά από το ότι βλέπει το Μπρεστ-Λιτόφσκ μόνο σε συνδυασμό με τον Οκτώβρη. Αυτό ας μη το ξεχνάμε.
Η εργατική τάξη παλεύει και ωριμάζει έχοντας πάντα συνείδηση του γεγονότος ότι οι μεγαλύτερες δυνάμεις βρίσκονται με το μέρος του εχθρού. Αυτό φαίνεται σε κάθε βήμα της καθημερινής ζωής: ο εχθρός διαθέτει πλούτη και την κρατική εξουσία, όλα τα μέσα της ιδεολογικής πίεσης και όλους τους μηχανισμούς καταπίεσης. Συνηθίζουμε στην ιδέα ότι ο εχθρός υπερτερεί σε δυνάμεις. Κι αυτή η συνήθεια αποτελεί βασικό μέρος ολόκληρης της ζωής και της δραστηριότητας του επαναστατικού Κόμματος στην εποχή της προετοιμασίας. Οι συνέπειες της μιας ή της άλλης απρόσεχτης η ανώριμης πράξης, υπενθυμίζουν σκληρά τη δύναμη του εχθρού. Αλλά έρχεται μια στιγμή που η συνήθεια να θεωρούμε τον εχθρό σαν δυνατότερο, γίνεται το κύριο εμπόδιο στο δρόμο για τη νίκη. Η σημερινή αδυναμία της μπουρζουαζίας φαίνεται ντυμένη με τη σκιά της χθεσινής της δύναμης. «Υποτιμάτε τη δύναμη του εχθρού!» Αυτή η κραυγή είναι ο άξονας που συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που είναι αντίθετα στην ένοπλη εξέγερση. Οι αντίπαλοι της εξέγερσης στη χώρα μας γράψανε δυο βδομάδες πριν από τη νίκη μας:
«Όποιος σκοπεύει να μη μιλάει απλά για μια εξέγερση, έχει καθήκον να ζυγίζει σοβαρά τις πιθανότητες της. Κι εμείς αισθανόμαστε ότι είναι καθήκον μας να πούμε ότι αυτή τη στιγμή η πιο μεγάλη ζημιά μπορεί να προκληθεί από την υποτίμηση των δυνάμεων του εχθρού και την υπερτίμηση των δικών μας. Οι δυνάμεις του εχθρού είναι μεγαλύτερες απ’ ότι φαίνονται. Η Πετρούπολη θα αποφασίσει. Αλλά στην Πετρούπολη, οι εχθροί του προλεταριακού Κόμματος έχουν συγκεντρώσει υπολογίσιμες δυνάμεις: 5.000 Γιούνκερς(Δόκιμοι αξιωματικοι) άρτια εξοπλισμένοι και οργανωμένοι και, εξαιτίας της ταξικής τους θέσης, ανυπόμονοι και ικανοί να πολεμήσουν. Το Επιτελείο του στρατού, τα στρατεύματα κρούσης, οι Κοζάκοι, ένα ισχυρό τμήμα της φρουράς, τέλος, ένα πολύ ισχυρό τμήμα του πυροβολικού που κυκλώνει σαν βεντάλια την Πετρούπολη. Επιπλέον οι εχθροί μας, με τη βοήθεια της Πανρωσικής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ, θα προσπαθήσουν σίγουρα να φέρουν στρατεύματα από το μέτωπο», («Για την Τρέχουσα Κατάσταση»).
Σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο, στο βαθμό που το ζήτημα δεν είναι απλά να μετράς τα τάγματα πριν από τη μάχη αλλά να υπολογίζεις χονδρικά το επίπεδο συνείδησης τους, μια τέτια εκτίμηση δεν μπορεί ποτέ να αποδειχθεί πέρα για πέρα ικανοποιητική ή επαρκής. Ακόμα και ο Λένιν υπολόγιζε ότι ο εχθρός είχε ισχυρές δυνάμεις στην Πετρούπολη και πρότεινε να αρχίσει η εξέγερση από τη Μόσχα, όπου, όπως πίστευε, μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς σχεδόν αιματοχυσία. Τέτια λάθη στις προβλέψεις είναι απόλυτα αναπόφευχτα ακόμα και κάτω από τις ευνοϊκότερες συνθήκες, και είναι πάντα σωστότερο να κάνουμε τα σχέδια μας σύμφωνα με τις λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες. Αλλ’ αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ότι στη δοσμένη περίπτωση οι εχθρικές δυνάμεις διογκώθηκαν εκπληκτικά και όλες οι αναλογίες είχαν τελείως διαστρεβλωθεί σε μια στιγμή όπου ο εχθρός στην πραγματικότητα δεν είχε καμιά ένοπλη δύναμη.
Το ζήτημα, όπως έδειξε και η γερμανική εμπειρία, έχει τεράστια σημασία. Όσον καιρό οι ηγέτες του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος χρησιμοποιούσαν το σύνθημα της εξέγερσης, κυρίως, ή μονάχα από την άποψη της αγκιτάτσιας δεν έδιναν σημασία στις εχθρικές δυνάμεις, απλά αγνοούσαν το ζήτημα των ένοπλων δυνάμεων που διάθετε ο εχθρός (Ράιχσβερ, φασιστικά αποσπάσματα, αστυνομία, κλπ). Τους φαινόταν ότι η διαρκώς αυξανόμενη επαναστατική πλημμυρίδα θα έλυνε αυτόματα το στρατιωτικό πρόβλημα. Αλλά όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με το πρόβλημα, οι ίδιοι σύντροφοι που θεωρούσαν ανύπαρκτες τις εχθρικές ένοπλες δυνάμεις, πέρασαν αμέσως στο άλλο άκρο. Έδοσαν μεγάλη εμπιστοσύνη σε κάθε στατιστική γύρω από την ένοπλη δύναμη της μπουρζουαζίας, πρόσθεσαν σ’ αυτές προσεχτικά τις δυνάμεις της Ράιχσβερ και της αστυνομίας, μετά στρογγύλεψαν τον αριθμό (πάνω από μισό εκατομμύριο) και έτσι βρέθηκαν μπροστά σε μια συμπαγή μαζική δύναμη οπλισμένη μέχρι τα δόντια και απόλυτα ικανή για να παραλύσει τις προσπάθειες τους. Χωρίς αμφιβολία οι δυνάμεις της γερμανικής αντεπανάστασης είταν αριθμητικά ισχυρότερες κι οπωσδήποτε καλύτερα οργανωμένες και προετοιμασμένες από τους δικούς μας κορνιλοφικούς και μισο-κορνιλοφικούς. Αλλά και οι δραστήριες δυνάμεις της γερμανικής επανάστασης είταν εξίσου διαφορετικές από τις δικές μας. Το προλεταριάτο αποτελεί τη συντριπτική πλειοψηφία του γερμανικού πληθυσμού. Στη χώρα μας, το ζήτημα, τουλάχιστον στην αρχή, αποφασίστηκε στην Πετρούπολη και τη Μόσχα. Στη Γερμανία η εξέγερση θα φούντωνε αμέσως σε δεκάδες ισχυρά προλεταριακά κέντρα. Σ’ αυτό το πεδίο οι ένοπλες δυνάμεις του εχθρού δεν θα εμφανίζονταν τόσο τρομερές όσο στους στατιστικούς υπολογισμούς, στρογγυλεμένους μάλιστα. Πάντως πρέπει να απορρίψουμε κατηγορηματικά τους κακόβουλους υπολογισμούς που έγιναν και που εξακολουθούν να γίνονται μετά την ήττα του γερμανικού Οχτώβρη, για να δικαιώσουνε την πολιτική που οδήγησε στην ήττα. Το ρωσικό παράδειγμά μας έχει μεγάλη σημασία σχετικά μ’ αυτό. Δυο βδομάδες πριν από την αναίμαχτη νίκη μας στην Πετρούπολη –που θα μπορούσαμε να την είχαμε πραγματοποιήσει ακόμα δυο βδομάδες νωρίτερα– έμπειροι πολιτικοί του Κόμματος είδαν παραταγμένους ενάντια μας τους Γιούνκερς, ανυπόμονους και ικανούς να πολεμήσουν, και τα στρατεύματα κρούσης, και τους Κοζάκους, κι ένα ισχυρό τμήμα της φρουράς, και το πυροβολικό, διαταγμένο σαν βεντάλια, και τα στρατεύματα που ερχόντουσαν από το μέτωπο. Αλλά στην πραγματικότητα όλ’ αυτά δεν είταν τίποτε –με στρογγυλούς αριθμούς, μηδέν. Ας φανταστούμε για μια στιγμή ότι οι αντίπαλοι της εξέγερσης κυριαρχούσαν στο Κόμμα και στην Κεντρική Επιτροπή. Ο ρόλος που παίζει μια ηγεσία σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο είναι φανερός: σε μια τέτια περίπτωση η επανάσταση θα είχε καταδικαστεί από πριν –έχτός κι αν ο Λένιν απευθυνόταν στο Κόμμα ενάντια στην Κεντρική Επιτροπή, πράγμα που ετοιμαζόταν να κάνει, και που σίγουρα θα είχε επιτυχία. Αλλά, κάτω από παρόμοιες συνθήκες, δεν θά ’χουν όλα τα κόμματα τον Λένιν τους... Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς θα γραφόταν η ιστορία αν η γραμμή που απόφευγε τη μάχη είχε νικήσει στην Κεντρική Επιτροπή. Οι επίσημοι ιστορικοί, θα εξηγούσαν, φυσικά, ότι μια εξέγερση τον Οχτώβρη του 1917, θα είταν καθαρή τρέλα και θα πρόσφεραν στον αναγνώστη φανταστικές στατιστικές με τους αριθμούς των Γιούνκερς, και των Κοζάκων, και των σωμάτων κρούσης, και του πυροβολικού, διαταγμένου σαν βεντάλια, και των στρατευμάτων που ερχόντουσαν από το μέτωπο. Μια και δεν θα είχαν ποτέ δοκιμαστεί στη φωτιά της εξέγερσης αυτές οι δυνάμεις, θα φαίνονταν ασύγκριτα πιο τρομερές απ’ ό,τι αποδείχτηκαν στην πράξη. Αυτό είναι το μάθημα που πρέπει να μπει καλά μέσα στη συνείδηση κάθε επαναστάτη!
Η επίμονη, ακούραστη και αδιάκοπη πίεση που ασκούσε ο Λένιν στην Κεντρική Επιτροπή το Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη, πήγαζε από το διαρκή φόβο του μήπως αφήσουμε την κατάλληλη στιγμή να μας ξεφύγει. Όλ’ αυτά είναι ανοησίες, απαντούσαν οι δεξιοί, η επιρροή μας θα συνεχίσει να μεγαλώνει. Ποιός είχε δίκιο; Και τι σημαίνει να χάσουμε την κατάλληλη στιγμή; Αυτή η ερώτηση έχει άμεση σχέση με το θέμα όπου η μπολσεβίκικη εκτίμηση για τους δρόμους και τα μέσα της επανάστασης έρχεται στην πιο οξεία και καθαρή σύγκρουση με τη σοσιαλδημοκρατική μενσεβίκικη εκτίμηση: η πρώτη είναι δραστήρια, στρατηγική και πέρα για πέρα πραχτική, ενώ η δεύτερη είναι τελείως εμποτισμένη με μοιρολατρία. Τί σημαίνει να χάσουμε την κατάλληλη στιγμή; Οι πιο ευνοϊκές συνθήκες για μια εξέγερση υπάρχουν προφανώς, όταν έχει γίνει η μεγαλύτερη μετατόπιση προς όφελος μας στο συσχετισμό των δυνάμεων. Αναφερόμαστε βέβαια στο συσχετισμό των δυνάμεων στο πεδίο της συνείδησης, δηλαδή στο πεδίο του πολιτικού εποικοδομήματος, κι όχι στο πεδίο των οικονομικών βάσεων, που μπορεί να υποτεθεί ότι παραμένουν, λίγο ή πολύ, αμετάβλητες σ’ όλη τη διάρκεια της επαναστατικής εποχής. Πάνω σε μια και μόνη οικονομική βάση, με μια και την ίδια ταξική διαίρεση της κοινωνίας, ο συσχετισμός των δυνάμεων αλλάζει ανάλογα με τις διαθέσεις των προλεταριακών μαζών, ανάλογα με το πόσο έχουν τσακιστεί οι αυταπάτες τους και πόσο έχει μεγαλώσει η πολιτική τους εμπειρία, ανάλογα με το βαθμό που έχει τσακιστεί η εμπιστοσύνη των ενδιάμεσων τάξεων και ομάδων προς την κρατική εξουσία, και, τέλος, ανάλογα με το πόσο έχει χάσει η τελευταία την αυτοπεποίθηση της. Στη διάρκεια της επανάστασης όλ’ αυτά τα προτσές πραγματοποιούνται με αστραπιαία ταχύτητα. Όλη η τέχνη της ταχτικής συνίσταται στο έξης: να αρπάξεις τη στιγμή που ο συνδυασμός των συνθηκών είναι ο πιο ευνοϊκός για μας. Η εξέγερση του Κορνίλοφ προετοίμασε στην εντέλεια ένα τέτιο συνδυασμό. Οι μάζες, αφού έχασαν την εμπιστοσύνη τους στα κόμματα που είχαν την πλειοψηφία στα Σοβιέτ, είδαν με τα ίδια τους τα μάτια τον κίνδυνο της αντεπανάστασης. Συμπέραναν ότι τώρα εξαρτιόταν πια από τους Μπολσεβίκους να βρουν ένα διέξοδο από αυτήν την κατάσταση. Ούτε η στοιχειακή αποσύνθεση της κρατικής εξουσίας, ούτε η στοιχειακή αύξηση της ανυπόμονης και απαιτητικής εμπιστοσύνης των μαζών στους Μπολσεβίκους θα μπορούσε να κρατήσει για πολύν καιρό. Η κρίση έπρεπε να λυθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Τώρα ή ποτέ!, επαναλάμβανε ο Λένιν.
Οι δεξιοί, αντίθετα, λέγανε:
«...Θα είταν ένα μεγάλο ιστορικό λάθος το να θέσεις το ζήτημα της μετάβασης της εξουσίας στα χέρια του Κόμματος του προλεταριάτου σαν “Τώρα ή ποτέ”. Όχι. Το Κόμμα του προλεταριάτου θα μεγαλώσει και το πρόγραμμα του θα γίνει καθαρό σ’ ακόμα πλατύτερες μάζες... Και μόνο μ’ έναν τρόπο μπορεί το Κόμμα να εμποδίσει τις επιτυχίες του: με το να πάρει την πρωτοβουλία της εξέγερσης κάτω από στις σημερινές συνθήκες... Υψώνουμε τη φωνή μας προειδοποιώντας ενάντια σε μια τέτια καταστρεπτική πολιτική», («Για την Τρέχουσα Κατάσταση»).
Αυτή η μοιρολατρική αισιοδοξία αξίζει προσεχτικότερη μελέτη. Δεν έχει τίποτα το εθνικό και σίγουρα τίποτα το ατομικό. Πέρυσι κιόλας ξανασυναντήσαμε την ίδια τάση στη Γερμανία. Η παθητική αυτή μοιρολατρία είναι στην πραγματικότητα ένα κάλυμμα μόνο για την αναποφασιστικότητα κι ακόμα την ανικανότητα για δράση, αλλά καμουφλάρεται με την παρηγορητική πρόγνωση ότι, ξέρετε, η επιρροή μας αυξάνει. Όσο περνάει ο καιρός οι δυνάμεις μας θα μεγαλώνουν διαρκώς. Τί αποκορύφωση ψευδαισθήσεων! Η δύναμη του επαναστατικού Κόμματος μεγαλώνει μέχρι μια ορισμένη στιγμή μονάχα, και μετά, το προτσές μπορεί να μετατραπεί στο ακριβώς αντίθετο του. Οι ελπίδες των μαζών μεταβάλλονται σε απογοήτευση σαν αποτέλεσμα της παθητικότητας του Κόμματος, ενώ ο εχθρός συνέρχεται από τον πανικό του και εκμεταλλεύεται αυτή την απογοήτευση. Γίναμε μάρτυρες μιας τέτιας αποφασιστικής στροφής τον Οκτώβρη του 1923 στη Γερμανία. Δεν είμασταν πολύ μακριά από μια παρόμοια στροφή των γεγονότων στη Ρωσία το φθινόπωρο του 1917. Γι’ αυτό, μια καθυστέρηση μερικών μόλις βδομάδων ίσως να αρκούσε. Ο Λένιν είχε δίκιο. Είταν τώρα ή ποτέ!
Κι εδώ οι αντίπαλοι της εξέγερσης φέρανε το τελευταίο και δυνατότερο επιχείρημα τους:
«Αλλά το αποφασιστικό ερώτημα είναι αν οι διαθέσεις των εργατών και των στρατιωτών στην πρωτεύουσα είναι πραγματικά τέτιες που να βλέπουν σαν μόνη σωτηρία τους τη μάχη στους δρόμους και ότι θέλουν να πολεμήσουν. Όχι. Δεν υπάρχουν τέτιες διαθέσεις... Αν οι πλατιές μάζες της φτωχολογιάς στην πρωτεύουσα είχαν διάθεση για μάχη και βιάζονταν να κατέβουν στους δρόμους, αυτό θα είταν μια εγγύηση ότι η πρωτοβουλία τους θα παράσερνε στις μεγαλύτερες και σημαντικότερες οργανώσεις (το συνδικάτο των σιδηροδρομικών, το συνδικάτο των τηλεπικοινωνιών, κλπ) όπου η επιρροή του Κόμματος μας είναι μικρή. Αλλά μια και δεν υπάρχει μια τέτια διάθεση ακόμα και στα εργοστάσια και στους στρατώνες, θα είταν αυταπάτη να βασίσουμε οποιουσδήποτε υπολογισμούς πάνω σ’ αυτήν», («Για την Τρέχουσα Κατάσταση»).
Αυτές οι σειρές, γραμμένες στις 11 του Οκτώβρη, αποχτούν μια ιδιαίτερη και επίκαιρη σημασία όταν θυμηθούμε ότι οι ηγέτες σύντροφοι του γερμανικού Κόμματος, στην προσπάθεια τους να εξηγήσουν την περυσινή υποχώρηση τους χωρίς μάχη, έδοσαν ιδιαίτερη έμφαση στην απροθυμία των μαζών να πολεμήσουν. Αλλά όλο το ζήτημα βρίσκεται στο ότι μια νικηφόρα εξέγερση εξασφαλίζεται, γενικά μιλώντας, όταν οι μάζες έχουν ήδη αρκετή εμπειρία να μην πέσουν με τα μούτρα στην πάλη, αλλά να περιμένουν και να απαιτήσουν μια αποφασιστική και ικανή μαχητική ηγεσία. Τον Οκτώβρη του 1917, οι εργατικές μάζες, ή τουλάχιστο το ηγετικό τμήμα τους, είχαν ήδη σχηματίσει την ακλόνητη πεποίθηση –με βάση την εμπειρία της διαδήλωσης του Απρίλη, των Ιουλιανών και των γεγονότων με τον Κορνίλοφ– ότι ούτε οι στοιχειακές διαμαρτυρίες, ούτε οι αναγνωριστικές επιχειρήσεις είταν πια στην ημερήσια διάταξη –αλλά μια αποφασιστική εξέγερση για την κατάληψη της εξουσίας. Οι διαθέσεις των μαζών έγιναν επομένως πιο συγκεντρωτικές, πιο κριτικές, πιο βαθιές. Η μετάβαση από μια στοιχειακή, υπερβολική και γεμάτη αυταπάτες διάθεση, σε μια διάθεση πιο συνειδητή και πιο κριτική, συνεπάγεται αναγκαστικά μια ανάπαυλα στην επαναστατική συνέχεια. Μια τέτια προοδευτική κρίση στη διάθεση των μαζών μπορεί να ξεπεραστεί μόνο από μια σωστή κομματική πολιτική, δηλαδή, πάνω απ’ όλα, από την πραγματική ετοιμότητα και ικανότητα του Κόμματος να ηγηθεί στην εξέγερση του προλεταριάτου. Από την άλλη μεριά, ένα κόμμα που διεξάγει μια παρατεταμένη επαναστατική αγκιτάτσια, αποσπώντας τις μάζες από την επιρροή των συμφιλιωτών, και μετά, αφού η εμπιστοσύνη των μαζών το έχει ανεβάσει στην κορυφή, αρχίζει να ταλαντεύεται, να ψιλοκοσκινίζει, να βάζει εμπόδια και να καιροσκοπεί –ένα τέτιο κόμμα παραλύει τη δραστηριότητα των μαζών, σπέρνει απογοήτευση κι αποσύνθεση ανάμεσα τους και καταστρέφει την επανάσταση. Αλλά σε αντάλλαγμα προσφέρει στον εαυτό του την έτοιμη δικαιολογία –μετά την ήττα– ότι οι μάζες δεν είταν αρκετά δραστήριες. Αυτή ακριβώς είταν η πορεία που το γράμμα «Για την Τρέχουσα Κατάσταση» χάραζε για το Κόμμα μας. Ευτυχώς, κάτω από την ηγεσία του Λένιν, το Κόμμα είταν αποφασιστικά ικανό να τσακίσει αυτού του είδους τις διαθέσεις στην κορυφή, και μονάχα χάρη σ’ αυτό μπόρεσε να ηγηθεί σε μια νικηφόρα επανάσταση.
Χαραχτηρίσαμε τη φύση των πολιτικών θεμάτων σε σχέση με την προετοιμασία της Οχτωβριανής Επανάστασης, και επιχειρήσαμε να ξεκαθαρίσουμε την ουσία αυτών των διαφορών, και τώρα μας μένει να εξετάσουμε σύντομα τις πιο σημαντικές στιγμές της εσωκομματικής πάλης τις τελευταίες αποφασιστικές βδομάδες.
Η απόφαση για την ένοπλη εξέγερση πάρθηκε από την Κεντρική Επιτροπή στις 10 του Οκτώβρη. Στις 11, το γράμμα «Για την Τρέχουσα Κατάσταση» που αναλύθηκε πιο πάνω, στάλθηκε στις κυριότερες οργανώσεις του Κόμματος. Στις 18, δηλαδή μια βδομάδα πριν από την επανάσταση, η «Νόβαγια Ζιζν» δημοσίεψε το γράμμα του Κάμενεφ. Σ’ αυτό το γράμμα διαβάσαμε:
«Όχι μόνο ο σ. Ζινόβιεφ κι εγώ, αλλά και πολλοί άλλοι πραχτικοί, σύντροφοι, νομίζουμε ότι η ανάληψη της πρωτοβουλίας για μια ένοπλη εξέγερση αυτή τη στιγμή, με το δοσμένο συσχετισμό των δυνάμεων, ανεξάρτητα και αρκετές μέρες πριν από το Συνέδριο των Σοβιέτ, είναι ένα βήμα ανεπίτρεπτο και καταστροφικό για το προλεταριάτο και την επανάσταση», («Νόβαγια Ζιζν», φύλ. 156, 18 του Οκτώβρη 1917).
Στις 25 του Οκτώβρη, καταλήφθηκε η εξουσία στην Πετρούπολη και δημιουργήθηκε η Σοβιετική Κυβέρνηση. Στις 4 του Νοέμβρη, παραιτήθηκε ένας αριθμός υπευθύνων μελών από την Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος και του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λάου και δημοσίεψαν ένα τελεσίγραφο απαιτώντας το σχηματισμό μιας κυβέρνησης Συνασπισμού αποτελούμενης από όλα τα Σοβιετικά Κόμματα.
«...Αλλιώς», γράφανε, «ο μόνος δρόμος για τη διατήρηση μιας καθαρά μπολσεβίκικης κυβέρνησης, είναι, μέσω της πολιτικής τρομοκρατίας».
Και σ’ ένα άλλο ντοκουμέντο, που δημοσιεύτηκε ταυτόχρονα: «Δεν μπορούμε να αναλάβουμε καμιά ευθύνη για την καταστροφική αυτή πολιτική της Κεντρικής Επιτροπής που υιοθετήθηκε ενάντια στη θέληση της μεγάλης πλειοψηφίας του προλεταριάτου και των στρατιωτών που επιθυμούν μια κατάπαυση του ματοκυλίσματος ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της δημοκρατίας, όσο το δυνατό γρηγορότερα. Γι’ αυτό το λόγο, παραιτούμαστε από την Κεντρική Επιτροπή για να έχουμε το δικαίωμα να εκφράσουμε τις ειλικρινείς μας γνώμες στις μάζες των εργατών και των στρατιωτών και να τους καλέσουμε να υποστηρίξουν το σύνθημα μας: “Ζήτω η Κυβέρνηση όλων των Σοβιετικών Κομμάτων”, “Άμεση συμφιλίωση σ’ αυτή τη βάση!”», («Η Οχτωβριανή Επανάσταση», Αρχεία της Επανάστασης, 1917, σελ. 407-410).
Έτσι, αυτοί που είχαν αντιταχθεί στην ένοπλη εξέγερση και στην κατάληψη της εξουσίας σαν ένα τυχοδιωχτισμό, απαιτούσαν μετά το νικηφόρο αποτέλεσμα της εξέγερσης, να ξαναδοθεί η εξουσία στα κόμματα εκείνα που έπρεπε το προλεταριάτο να πολεμήσει για να καταχτήσει την εξουσία. Γιατί αλήθεια είταν υποχρεωμένο το νικηφόρο Μπολσεβίκικο Κόμμα να ξαναδόσει την εξουσία στους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλ-Επαναστάτες. (Και είταν ακριβώς το θέμα μιας τέτιας παλινόρθωσης της εξουσίας που έμπαινε εδώ!). Σ’ αυτό το ερώτημα, η αντιπολίτευση απαντούσε:
«Θεωρούμε ότι η δημιουργία μιας τέτιας κυβέρνησης είναι αναγκαία για την αποφυγή κι άλλου ματοκυλίσματος, του λιμού, της συντριβής της επανάστασης από τα τάγματα του Καλεντίν και για να διασφαλιστεί η σύγκληση της Συνταχτικής Συνέλευσης και η πραγματοποίηση του προγράμματος ειρήνης που υιοθέτησε το Παν-Ρώσικο Συνέδριο των Σοβιέτ των Στρατιωτών και Εργατών Αντιπροσώπων», (όπ.π., σελ. 407-410).
Μ’ άλλα λόγια, επρόκειτο για το άνοιγμα του δρόμου προς τον αστικό κοινοβουλευτισμό, μέσα από τις πόρτες των Σοβιέτ. Η επανάσταση είχε αρνηθεί να περάσει από το Προ–Κοινοβούλιο, και έπρεπε να ανοίξει ένα κανάλι μέσα από τον Οκτώβρη. Γι’ αυτό το καθήκον, όπως διατυπώθηκε από την αντιπολίτευση, είταν να σωθεί η επανάσταση, με τη βοήθεια των Μενσεβίκων και των Σοσιαλ-Επαναστατών, από τη διχτατορία, διοχετεύοντας την σ’ ένα αστικό καθεστώς. Εδώ έμπαινε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ζήτημα λικβινταρισμού του Οχτώβρη. Φυσικά, δε χωρούσε συζήτηση για μια οποιαδήποτε συμφιλίωση κάτω από τέτιες συνθήκες.
Την επόμενη μέρα, στις 5 του Νοέμβρη, δημοσιεύτηκε άλλο ένα γράμμα στο ίδιο πνεύμα:
«Δεν μπορώ, στο όνομα της κομματικής πειθαρχίας, να σιωπήσω, όταν μαρξιστές, ενάντια στην κοινή λογική και τη στοιχειακή κίνηση των μαζών, δεν θέλουν να λάβουν υπόψη τους τις αντικειμενικές συνθήκες που μας υπαγορεύουν επιταχτικά τη συμφιλίωση με όλα τα Σοσιαλιστικά Κόμματα κάτω από την απειλή μιας καταστροφής. Δεν μπορώ, στο όνομα της κομματικής πειθαρχίας, να υποκύψω στην προσωπολατρία και να εξαρτήσω την πολιτική συμφιλίωση με όλα τα Σοσιαλιστικά Κόμματα, που συμφωνούν στα βασικά μας αιτήματα, από το αν το ένα ή το άλλο άτομο θα συμπεριληφθεί στην κυβέρνηση ούτε είμαι διατεθειμένος, γι’ αυτό το λόγο, να παρατείνω έστω και για ένα λεπτό το ματοκύλισμα», («Ραμπότσαγια Γκαζέτα», σελ. 204, 5 του Νοέμβρη 1917).
Ο συγγραφέας αυτής της επιστολής (Λοζόφσκι) τελειώνει, διακηρύσσοντας ότι είναι επιτακτική η πάλη για ένα έκτακτο Συνέδριο του Κόμματος που θα αποφάσιζε «αν το Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα των Μπολσεβίκων θα παραμείνει ένα μαρξιστικό εργατικό κόμμα ή αν, τελικά, θα υιοθετήσει μια πορεία που δεν έχει τίποτα το κοινό με τον επαναστατικό μαρξισμό», (όπ.π.).
Η κατάσταση φαινόταν απελπιστική. Όχι μονάχα η μπουρζουαζία και οι γαιοχτήμονες, όχι μονάχα η λεγόμενη «επαναστατική δημοκρατία», που εξακολουθούσε να ελέγχει πολλές οργανώσεις (την Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σιδηροδρομικών, στρατιωτικές επιτροπές, κυβερνητικούς υπαλλήλους, κλπ), αλλά ακόμα και μερικά από τα μέλη του Κόμματος μας, με πολλή επιρροή, μέλη της Κεντρικής Επιτροπής και του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού, διακήρυσσαν ανοιχτά την καταδίκη τους ενάντια στην προσπάθεια του Κόμματος να παραμείνει στην εξουσία για να εφαρμόσει το πρόγραμμα του. Η κατάσταση θα μπορούσε να φαίνεται απελπιστική, το επαναλαμβάνουμε, αν έμενε κανείς στην επιφάνεια των γεγονότων. Τί έμενε τότε; Η αποδοχή των αιτημάτων της αντιπολίτευσης σήμαινε λικβιντάρισμα του Οκτώβρη. Σ’ αυτή την περίπτωση δε θά ’πρεπε να τον είχαμε καν πραγματοποιήσει. Μονάχα ένας δρόμος υπήρχε: να προχωρήσουμε μπροστά, βασισμένοι στην επαναστατική θέληση των μαζών.
Στις 7 του Νοέμβρη, η «Πράβντα» δημοσίεψε την αποφασιστική διακήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος μας, γραμμένη από τον Λένιν, και διαποτισμένη από πραγματικό επαναστατικό ενθουσιασμό, εκφρασμένη με καθαρή, απλή, και αλάνθαστη διατύπωση που απευθυνόταν στη βάση του Κόμματος. Η διακήρυξη έβαλε τέλος σε κάθε αμφιβολία για τη μελλοντική πολιτική του Κόμματος και της Κεντρικής Επιτροπής του:
«Ντροπή σ’ όλους τους λιγόπιστους, τους δισταχτικούς και τους αναποφάσιστους! Ντροπή σ’ όλους εκείνους που τρόμαξαν από την μπουρζουαζία ή στις κραυγές των άμεσων ή έμμεσων δούλων της! Δεν υπάρχει ούτε μια σκιά αμφιβολίας μέσα στις μάζες των εργατών και των στρατιωτών στην Πετρούπολη, τη Μόσχα κι αλλού. Το Κόμμα μας στέκεται ενωμένο και ακλόνητο σαν ένας άνθρωπος για να διαφυλάξει τη Σοβιετική Εξουσία και να υπερασπίσει τα συμφέροντα όλων των εργαζόμενων, πάνω απ’ όλα των εργατών και των φτωχών αγροτών», («Πράβντα», Αριθ. Φύλ. 1982(113), 20/7-11-1917).
Η πιο οξεία κρίση μέσα στο Κόμμα μας είχε ξεπεραστεί. Η εσωκομματική πάλη, όμως, δεν είχε ακόμα τελειώσει. Οι κύριες γραμμές της πάλης παράμεναν οι ίδιες. Αλλά η πολιτική της σημασία είχε ξεθωριάσει. Βρίσκουμε μια πολύ σημαντική μαρτυρία γι’ αυτό σ’ ένα ραπόρτο του Ουρίτσκι σε μια συγκέντρωση της Επιτροπής του Κόμματος μας στην Πετρούπολη στις 12 του Δεκέμβρη, πάνω στο θέμα της σύγκλησης της Συνταχτικής Συνέλευσης.
«Οι διαφωνίες μέσα στο Κόμμα μας δεν είναι καινούργιες. Εμφανίζεται εδώ η ίδια τάση που είχε εκδηλωθεί προηγούμενα στο ζήτημα της εξέγερσης. Μερικοί σύντροφοι έχουν τώρα τη γνώμη ότι η Συνταχτική Συνέλευση είναι το επιστέγασμα της επανάστασής μας. Βασίζουν τη θέση τους στην ετικέτα, μας ζητάνε να μη δείχνουμε έλλειψη καλών τρόπων, κλπ. Δεν θέλουν να αποφασίζουν οι Μπολσεβίκοι, σαν μέλη της Συνταχτικής Συνέλευσης, για τη σύγκληση της, για το συσχετισμό των δυνάμεων μέσα σ’ αυτήν, κλπ. Βλέπουν τα πράγματα τελείως φορμαλιστικά, χωρίς να παίρνουν υπόψη τους το γεγονός ότι η άσκηση αυτού του ελέγχου είναι μια μόνο αντανάκλαση αυτών που συμβαίνουν έξω από τη Συνταχτική Συνέλευση, κι ότι μ’ αυτούς τους υπολογισμούς στο μυαλό μας, μπορούμε να προσδιορίζουμε τη θέση μας απέναντι της... Τώρα η άποψη μας είναι ότι παλεύουμε για τα συμφέροντα του προλεταριάτου και της φτωχής αγροτιάς, ενώ μια χούφτα από συντρόφους νομίζουν ότι κάνουμε μια αστική επανάσταση που πρέπει να στεφθεί με τη Συνταχτική Συνέλευση».
Η διάλυση της Συνταχτικής Συνέλευσης σημειώνει το τέλος όχι μόνο ενός μεγάλου κεφαλαίου της ρωσικής ιστορίας, αλλά κι ενός εξίσου σημαντικού κεφαλαίου της ιστορίας του Κόμματος μας. Ξεπερνώντας την εσωτερική διαμάχη, το Κόμμα του προλεταριάτου όχι μόνο κατάλαβε την εξουσία αλλά και μπόρεσε να την διατηρήσει.
Η Εξέγερση του Οκτώβρη
και η Σοβιετική «Νομιμότητα»
Το Σεπτέμβρη, τη στιγμή που συνεδρίαζε η Δημοκρατική Συνδιάσκεψη, ο Λένιν ζήτησε να προχωρήσουμε αμέσως στην εξέγερση.
«Αν σκοπεύουμε να χειριστούμε την εξέγερση με το μαρξιστικό τρόπο», έγραφε, «δηλαδή σαν μια τέχνη, πρέπει χωρίς να χάσουμε στιγμή, να οργανώσουμε ένα επιτελείο για τα επαναστατικά αποσπάσματα, να κατανείμουμε τις δυνάμεις μας, να τοποθετήσουμε σίγουρα συντάγματα στα πιο κύρια σημεία, να περικυκλώσουμε το Αλεξαντρίνκα, να καταλάβουμε το φρούριο Πέτρου και Παύλου, να συλλάβουμε το Γενικό Επιτελείο και την κυβέρνηση, και να στείλουμε ενάντια στους Γιούνκερς και την «άγρια μεραρχία» στρατεύματα έτοιμα να πεθάνουν πολεμώντας παρά να επιτρέψουν στον εχθρό να διεισδύσει στο κέντρο της πόλης. Πρέπει να κινητοποιήσουμε τους οπλισμένους εργάτες και να τους καλέσουμε στην τελική μάχη ζωής ή θανάτου, να καταλάβουμε αμέσως τους τηλεγραφικούς και τηλεφωνικούς σταθμούς και να τοποθετήσουμε το δικό μας επαναστατικό επιτελείο στον κεντρικό τηλεφωνικό σταθμό ώστε να έχουμε επαφή μ’ όλα τα εργοστάσια, μ’ όλα τα συντάγματα, μ’ όλα τα κέντρα της πάλης, κλπ. Αυτές είναι, βέβαια, μονάχα υποδείξεις, που προσπαθούν να δείξουν το γεγονός ότι στη δοσμένη στιγμή είναι αδύνατο να παραμείνουμε πιστοί στο μαρξισμό, πιστοί στην επανάσταση αν δεν αντιμετωπίσουμε την εξέγερση σαν τέχνη», (Ν. Λένιν: «Άπαντα», τόμος 14ος, μέρος 2ο, σελ. 140).
Η παραπάνω διατύπωση του ζητήματος προϋπόθετε ότι η προετοιμασία και η ολοκλήρωση της επανάστασης θα γινόταν διαμέσου του Κόμματος και στο όνομα του Κόμματος, και μετά, το Συνέδριο των Σοβιέτ θα έβαζε στη νίκη τη σφραγίδα της επικύρωσης. Η Κεντρική Επιτροπή δεν υιοθέτησε αυτή την πρόταση. Η εξέγερση θα περνούσε από τα κανάλια των Σοβιέτ και συνδυάστηκε με την αγκιτάτσια μας στο 2ο Συνέδριο των Σοβιέτ. Μια λεπτομερής εξήγηση αυτής της διαφοράς θα δείξει ότι αυτό το πρόβλημα σχετίζεται όχι μόνο με τις αρχές αλλά και μ’ ένα τεχνικό θέμα μεγάλης πραχτικής σημασίας.
Τονίσαμε ήδη, με τί έντονη ανησυχία έβλεπε ο Λένιν την αναβολή της εξέγερσης. Σε σχέση με τις ταλαντεύσεις στις κορυφές του Κόμματος, μια αγκιτάτσια που συνέδεε την επικείμενη εξέγερση με το επικείμενο Συνέδριο των Σοβιέτ του φαινόταν σαν μια ανεπίτρεπτη καθυστέρηση, ένας συμβιβασμός με τους αναποφάσιστους, ένα χάσιμο χρόνου λόγω της ταλάντευσης, ένα καθαρό έγκλημα. Από το τέλος του Σεπτέμβρη ο Λένιν επαναλάμβανε αυτή την ιδέα.
Στις 29 του Σεπτέμβρη έγραφε:
«Ανάμεσά μας, στην Κεντρική Επιτροπή και στην ηγεσία του Κόμματος, υπάρχει μια τάση ή μια ιδέα υπέρ της αναμονής του Συνεδρίου των Σοβιέτ και ενάντια στην άμεση κατάληψη της εξουσίας. Πρέπει να ξεπεράσουμε αυτή την τάση ή την ιδέα».
Στις αρχές του Οκτώβρη ο Λένιν έγραφε:
«Η αργοπορία είναι έγκλημα. Η αναμονή του Συνέδριου των Σοβιέτ είναι ένα παιδαριώδες παιχνίδι με τυπικότητες –ένα επαίσχυντο παιχνίδι με τυπικότητες, μια προδοσία της επανάστασης».
Στις θέσεις του για τη Συνδιάσκεψη της Πετρούπολης στις 8 του Οκτώβρη ο Λένιν είπε:
«Πρέπει να πολεμήσουμε τις συνταγματικές αυταπάτες και τις ελπίδες σ’ ότι αφορά το Συνέδριο των Σοβιέτ. Πρέπει να απορρίψουμε την προκατασκευασμένη αντίληψη ότι πρέπει να περιμένουμε τη σύγκληση του Συνεδρίου, κλπ. ».
Τέλος, στις 24 του Οκτώβρη ο Λένιν έγραφε:
«Είναι ολοκάθαρο ότι είναι θάνατος το να αναβάλουμε τώρα την επανάσταση», και πιο κάτω, «η ιστορία ποτέ δεν θα συγχωρέσει την αργοπορία των επαναστατών που μπορούσαν να νικήσουν σήμερα (κι οπωσδήποτε θα νικούσαν) αλλά αποφασίζουν να διακινδυνέψουν να χάσουν πολλά αύριο –ίσως να τα χάσουν όλα».
Όλα αυτά τα γράμματα, όπου κάθε φράση είταν σφυρηλατημένη στο αμόνι της επανάστασης, έχουν ιδιαίτερη αξία και γιατί χρησιμεύουν για να χαραχτηρίσουμε τον Λένιν και γιατί προσφέρουν μια εκτίμηση της κατάστασης εκείνης της εποχής. Το κύριο συναίσθημα που τα εμποτίζει είναι ο θυμός, η διαμαρτυρία και η περιφρόνηση ενάντια στη μοιρολατρική, αναβλητική, σοσιαλδημοκρατική, μενσεβίκικη αντιμετώπιση της επανάστασης, σαν να επρόκειτο για ένα φιλμ χωρίς τέλος. Αν ο χρόνος είναι, γενικά μιλώντας, ένας πρωταρχικός παράγοντας στην πολιτική, τότε η σημασία του χρόνου εκατονταπλασιάζεται στον πόλεμο και στην επανάσταση. Δεν είναι καθόλου δυνατό να πετύχουμε αύριο όλα όσα μπορούμε να κάνουμε σήμερα. Η ένοπλη εξέγερση, η ανατροπή του εχθρού, η κατάληψη της εξουσίας μπορεί να είναι δυνατή σήμερα, αλλά αύριο μπορεί να είναι αδύνατη. Αλλά η κατάληψη της εξουσίας είναι η αλλαγή της πορείας της ιστορίας. Είναι αλήθεια ότι ένα τέτιο ιστορικό γεγονός μπορεί να εξαρτηθεί από ένα εικοσιτετράωρο; Ναι, είναι αλήθεια. Όταν τα πράγματα έχουν φτάσει στο σημείο της ένοπλης εξέγερσης, τα γεγονότα μετριούνται όχι με το χιλιόμετρο της πολιτικής αλλά με το μέτρο του πολέμου. Το χάσιμο μερικών βδομάδων, μερικών ήμερων, και ορισμένες φορές, μιας και μόνης μέρας ισοδυναμεί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, με την εγκατάλειψη της επανάστασης, με την υποταγή. Αν ο Λένιν δεν είχε σημάνει συναγερμό, αν δεν υπήρχε όλη αυτή η πίεση και η κριτική απόμερους του, αν δεν είχε μια έντονη και παθιασμένη επαναστατική δυσπιστία, το Κόμμα, πιθανό να μην είχε μπορέσει να αναπτύξει το μέτωπο του στην αποφασιστική στιγμή, γιατί η αντιπολίτευση μέσα στην κομματική ηγεσία είταν πολύ δυνατή, και το επιτελείο παίζει έναν τεράστιο ρόλο σ’ όλους τους πολέμους, μαζί και στους εμφύλιους.
Ταυτόχρονα, όμως, είναι αρκετά φανερό ότι η προετοιμασία και η πραγματοποίηση της εξέγερσης κάτω από το κάλυμμα της προετοιμασίας του Δεύτερου Συνέδριου των Σοβιέτ, και κάτω από το σύνθημα της υπεράσπισης του, είταν ένα ανεκτίμητο πλεονέχτημα για μας. Από τη στιγμή που εμείς, σαν το Σοβιέτ της Πετρούπολης, ακυρώναμε τη διαταγή του Κερένσκι που μετάθετε τα δύο τρίτα της φρουράς στο μέτωπο, είμασταν ήδη στο στάδιο της ένοπλης εξέγερσης. Ο Λένιν, που δεν είταν στην Πετρούπολη, δεν μπορούσε να εκτιμήσει όλη τη σημασία αυτού του γεγονότος. Απ’ ό,τι θυμάμαι, δεν το ανάφερε καθόλου σε κανένα γράμμα του αυτής της περιόδου. Κι όμως, το αποτέλεσμα της εξέγερσης στις 25 του Οκτώβρη είχε τουλάχιστον στα τρία τέταρτα, αν όχι και περισσότερο, εξασφαλιστεί, τη στιγμή που αρνηθήκαμε τη μετάθεση της φρουράς της Πετρούπολης, τη στιγμή που δημιουργήσαμε τη Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή (16 του Οκτώβρη), τη στιγμή που ορίσαμε τους δικούς μας Κομισάριους σ’ όλες τις στρατιωτικές μεραρχίες και οργανισμούς και μ’ αυτό τον τρόπο απομονώσαμε όχι μόνο το Γενικό Επιτελείο της περιοχής της Πετρούπολης, αλλά και την κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, εδώ είχαμε μια ένοπλη εξέγερση –μια ένοπλη αλλά αναίμαχτη εξέγερση των ταγμάτων της Πετρούπολης ενάντια στην Προσωρινή Κυβέρνηση –κάτω από την ηγεσία της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής και κάτω από το σύνθημα της προετοιμασίας και της υπεράσπισης του Δεύτερου Συνέδριου των Σοβιέτ, που, τελικά, θα αποφάσιζε την τύχη της κρατικής εξουσίας. Η συμβουλή του Λένιν να αρχίσουμε την εξέγερση από τη Μόσχα, όπου, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, θα μπορούσαμε να κερδίσουμε μια αναίμαχτη νίκη, απόρρεε ακριβώς από το γεγονός ότι στο παράνομο καταφύγιο του δεν είχε την ευκαιρία να εκτιμάει τις ριζικές αλλαγές όχι μόνο στη διάθεση αλλά και στους οργανωτικούς δεσμούς που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στη βάση, όπως και στην ιεραρχία, του στρατού μετά από την «ειρηνική» εξέγερση της φρουράς στην πρωτεύουσα στα μέσα του Οκτώβρη. Τη στιγμή όπου τα συντάγματα, σύμφωνα με τις εντολές της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, αρνήθηκαν να φύγουν από την πόλη, είχαμε μια νικηφόρα εξέγερση στην πρωτεύουσα, που σκεπαζόταν λίγο στην κορυφή από τα απομεινάρια των αστικοδημοκρατικών κρατικών μορφών. Η εξέγερση στις 25 του Οκτώβρη είχε ένα συμπληρωματικό χαραχτήρα, και ακριβώς γι’ αυτό είταν ανώδυνη. Στη Μόσχα, από την άλλη μεριά, η πάλη είταν πολύ μακρύτερη και πιο αιματηρή, παρά το γεγονός ότι στην Πετρούπολη είχε ήδη εγκατασταθεί η εξουσία του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού. Είναι αρκετά φανερό ότι αν η εξέγερση είχε αρχίσει από τη Μόσχα, πριν από την ανατροπή στην Πετρούπολη, θα είχε τραβήξει ακόμα περισσότερο, και το αποτέλεσμα θα είταν πολύ αμφίβολο. Η αποτυχία στη Μόσχα θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στην Πετρούπολη. Η νίκη βέβαια δεν θα αποκλειόταν μ’ αυτό τον τρόπο, αλλά ο δρόμος που ακολούθησαν τα γεγονότα αποδείχθηκε πολύ πιο οικονομικός, πολύ πιο ευνοϊκός και πολύ πιο πετυχημένος.
Καταφέραμε να συγχρονίσουμε λίγο πολύ την κατάληψη της εξουσίας με την έναρξη του Δεύτερου Συνέδριου των Σοβιέτ, μόνο γιατί η ειρηνική, σχεδόν «νόμιμη» ένοπλη εξέγερση –τουλάχιστον στην Πετρούπολη– είχε ήδη πετύχει στα τρία τέταρτα αν όχι στα εννιά δέκατά της. Αναφερόμαστε σ’ αυτή την εξέγερση σαν «νόμιμη» με την έννοια ότι ήρθε σαν συνέπεια των «κανονικών» συνθηκών της δυαδικής εξουσίας. Ακόμα κι όταν οι συμφιλιωτές εξουσίαζαν το Σοβιέτ της Πετρούπολης, συνέβαινε συχνά το Σοβιέτ να αναθεωρεί ή να τροποποιεί τις αποφάσεις της κυβέρνησης. Αυτό είταν, ας πούμε, ένα μέρος της συνταγματικής τάξης κάτω από το καθεστώς που πέρασε στα χρονικά της ιστορίας σαν «περίοδος Κερένσκι». Όταν εμείς, οι Μπολσεβίκοι, κυριαρχήσαμε στο Σοβιέτ της Πετρούπολης, συνεχίσαμε και βαθύναμε στις μέθοδες της δυαδικής εξουσίας. Πήραμε την ευθύνη της αναθεώρησης της διαταγής για τη μετάθεση των στρατευμάτων στο μέτωπο. Μ’ αυτή την πράξη καλύψαμε την πραγματική εξέγερση στη φρουρά της Πετρούπολης με τις παραδόσεις και τις μέθοδες της νόμιμης δυαδικής εξουσίας. Κι ακόμα, ενώ προσαρμόζαμε τυπικά την αγκιτάτσια μας στο ζήτημα της εξουσίας με την έναρξη του Δεύτερου Συνέδριου των Σοβιέτ, αναπτύσσαμε και βαθαίναμε τις παραδόσεις της δυαδικής εξουσίας και προετοιμάζαμε το πλαίσιο της Σοβιετικής νομιμότητας για τη Μπολσεβίκικη εξέγερση σε Παν-Ρωσική κλίμακα.
Δεν αποκοιμίζαμε τις μάζες με τίποτα συνταγματικές Σοβιετικές αυταπάτες, γιατί κάτω από το σύνθημα της πάλης για το Δεύτερο Συνέδριο, κερδίσαμε με το μέρος μας τις ξιφολόγχες του επαναστατικού στρατού, και σταθεροποιήσαμε οργανωτικά τα κέρδη μας. Ακόμα πετύχαμε, πολύ περισσότερο απ’ ότι περιμέναμε, να δελεάσουμε τους εχθρούς μας, τους συμφιλιωτές, και να τους οδηγήσουμε στην παγίδα της Σοβιετικής νομιμότητας. Το να καταφεύγεις σε κόλπα στην πολιτική, κι ακόμα περισσότερο στην επανάσταση είναι πάντα επικίνδυνο. Είναι δύσκολο να ξεγελαστεί ο εχθρός και αντί γι’ αυτό μπορεί να ξεγελαστούν οι μάζες που σε ακολουθούν. Το «κόλπο» μας αποδείχτηκε 100% πετυχημένο –όχι γιατί είταν μια επιδέξια ανακάλυψη έξυπνων στρατηγών, που επιθυμούσαν να αποφύγουν τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά γιατί απόρρεε φυσικά από την αποσύνθεση του συμφιλιωτικού καθεστώτος, και των χτυπητών αντιφάσεων του. Η Προσωρινή Κυβέρνηση ήθελε να ξεφορτωθεί τη φρουρά. Οι στρατιώτες δεν θέλανε να πάνε στο μέτωπο. Επενδύσαμε αύτη τη φυσική απροθυμία με μια πολιτική έκφραση, δίνοντάς της έναν επαναστατικό στόχο κι ένα νόμιμο κάλυμμα. Μ’ αυτό τον τρόπο εξασφαλίσαμε μια ομοψυχία χωρίς προηγούμενο μέσα στη φρουρά, και τη συνδέσαμε στενά με τους εργάτες της Πετρούπολης. Οι αντίπαλοί μας αντίθετα, εξαιτίας της απελπιστικής τους θέσης και της σύγχυσης τους, έτειναν να πάρουν το Σοβιετικό κάλυμμα τοις μετρητοίς. Ήθελαν να ξεγελαστούν και τους δόσαμε όλη τη δυνατότητα να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους.
Ανάμεσα σε μας και τους συμφιλιωτές διεξαγόταν μια πάλη για τη Σοβιετική νομιμότητα. Στα μυαλά των μαζών, τα Σοβιέτ είταν η πηγή όλης της εξουσίας. Από τα Σοβιέτ προέρχονταν ο Κερένσκι, ο Τσερετέλι και ο Σκόμπελιεφ. Αλλά εμείς είμασταν στενά δεμένοι με τα Σοβιέτ διαμέσου του βασικού μας συνθήματος «Όλη η Εξουσία στα Σοβιέτ!». Η μπουρζουαζία αντλούσε το δικαίωμά της για διαδοχή στην εξουσία από την Κρατική Δούμα. Οι συμφιλιωτές το αντλούσαν από τα Σοβιέτ, όπως κι εμείς. Αλλά οι συμφιλιωτές προσπαθούσαν να μετατρέψουν τα Σοβιέτ σε μηδενικό, ενώ εμείς παλεύαμε να μεταβιβάσουμε την εξουσία στα Σοβιέτ. Οι συμφιλιωτές δεν μπορούσαν ακόμα να αποκοπούν από την κληρονομιά των Σοβιέτ και βιάζονταν να τα γεφυρώσουν με τον κοινοβουλευτισμό. Έχοντας αυτό στο μυαλό τους, συγκάλεσαν τη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη και δημιούργησαν το Προ-Κοινοβούλιο. Η συμμετοχή των Σοβιέτ στο Προ-Κοινοβούλιο έδινε μια επίφαση σ’ αυτή τους την προσπάθεια. Οι συμφιλιωτές προσπαθούσαν να πιάσουν την επανάσταση με το δόλωμα της Σοβιετικής νομιμότητας, και αφού την αγκίστρωναν να την τραβήξουν στο κανάλι του αστικού κοινοβουλευτισμού.
Αλλά κι εμείς ενδιαφερόμασταν να χρησιμοποιήσουμε τη Σοβιετική νομιμότητα. Στο τέλος της Δημοκρατικής Συνδιάσκεψης αποσπάσαμε από τους συμφιλιωτές την υπόσχεση να συγκληθεί το Δεύτερο Συνέδριο των Σοβιέτ. Αυτό το Συνέδριο τους έφερνε σε μία εξαιρετικά δύσκολη θέση. Από τη μια μεριά, δεν μπορούσαν να μην το συγκαλέσουν χωρίς να σπάσουν από τη Σοβιετική νομιμότητα, και, από την άλλη, δεν μπορούσαν να αγνοήσουν το γεγονός ότι το Συνέδριο –από τη σύνθεση του– δεν θα τους έκανε και πολύ καλό. Κατά συνέπεια, όλο και πιο επίμονα αναφερόμασταν στο Δεύτερο Συνέδριο σαν τον πραγματικό κυρίαρχο της χώρας κι όλο και περισσότερο προσαρμόζαμε όλη την προπαρασκευαστική μας δουλιά στην υποστήριξη και την υπεράσπιση του Συνεδρίου του Σοβιέτ ενάντια στις αναπόφευχτες επιθέσεις της αντεπανάστασης. Αν οι συμφιλιωτές προσπαθούσαν να μας ψαρέψουν με τη Σοβιετική νομιμότητα μέσα από το Προ–Κοινοβούλιο, που πήγαζε από τα Σοβιέτ, εμείς από τη μεριά μας, τους αποκοιμίζαμε με την ίδια Σοβιετική νομιμότητα –μέσα από το Δεύτερο Συνέδριο. Άλλο πράγμα είναι να προετοιμάζεις μια ένοπλη εξέγερση κάτω από το γυμνό σύνθημα της κατάληψης της εξουσίας από το Κόμμα, και εντελώς άλλο πράγμα, να προετοιμάζεις και μετά να πραγματοποιείς μια εξέγερση κάτω από το σύνθημα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του Συνέδριου των Σοβιέτ. Έτσι, η προσαρμογή του ζητήματος της κατάληψης της εξουσίας στο Δεύτερο Συνέδριο των Σοβιέτ δεν έκρυβε καμιά απλοϊκή ελπίδα ότι το ίδιο το Συνέδριο θα έλυνε το ζήτημα της εξουσίας. Ένας τέτιος φετιχισμός για τη Σοβιετική μορφή μας είταν τελείως ξένος. Όλη η αναγκαία δουλιά για την κατάληψη της εξουσίας, όχι μόνο η πολιτική αλλά και η οργανωτική και η στρατιωτική-τεχνική δουλιά για την κατάληψη της εξουσίας, συνεχιζόταν με αμείωτο ρυθμό. Αλλά το νόμιμο κάλυμμα, όλης αυτής της δουλιάς είταν πάντα μια αναφορά στο ερχόμενο Συνέδριο που θα έλυνε το ζήτημα της εξουσίας. Ενώ περνούσαμε απ’ άκρη σ’ άκρη στην επίθεση, φαινόταν σαν να αμυνόμαστε. Από την άλλη μεριά η Προσωρινή Κυβέρνηση –αν αποφάσιζε να υπερασπίσει τον εαυτό της στα σοβαρά– θα έπρεπε να επιτεθεί στο Συνέδριο των Σοβιέτ, να απαγορέψει τη σύγκληση του, και μ’ αυτό τον τρόπο να δόσει στην αντίθετη μεριά ένα κίνητρο –καταστροφικό για την κυβέρνηση– για μια ένοπλη εξέγερση. Επιπλέον, όχι μόνο βάλαμε την Προσωρινή Κυβέρνηση σε μια δοσμένη πολιτική θέση αλλά και αποκοιμίσαμε τα ήδη τεμπέλικα και αναποφάσιστα μυαλά τους. Αυτοί οι άνθρωποι πίστευαν στα σοβαρά ότι το μόνο που μας ενδιέφερε είταν ο Σοβιετικός κοινοβουλευτισμός, και μ’ ένα καινούριο Συνέδριο θα υιοθετούσαμε μια καινούρια απόφαση για την εξουσία –στο στυλ των αποφάσεων των Σοβιέτ της Μόσχας και της Πετρούπολης– και ότι η κυβέρνηση θα το αγνοούσε, χρησιμοποιώντας το Προ–Κοινοβούλιο και την επερχόμενη Συνταχτική Συνέλευση σαν πρόφαση. Έτσι θα μας έφερνε σε μια γελοία θέση. Έχουμε την αδιάσειστη μαρτυρία του Κερένσκι για το ότι τα μυαλά των σοφότερων μικροαστών είταν στραμμένα ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Στα απομνημονεύματα του, ο Κερένσκι αφηγείται το πώς τα μεσάνυχτα της 25ης του Οκτώβρη, μέσα στο γραφείο του διεξαγόντουσαν θυελλώδεις συζητήσεις ανάμεσα σ’ αυτόν, τον Νταν και τους άλλους γύρω από την ένοπλη εξέγερση που βρισκόταν τότε σε πλήρη εξέλιξη. Ο Κερένσκι γράφει:
«Ο Νταν δήλωσε στην αρχή ότι είταν καλύτερα πληροφορημένος από μένα, κι ότι εγώ διόγκωνα τα γεγονότα, κάτω από την επιρροή των αναφορών του “αντιδραστικού μου επιτελείου”. Μετά με πληροφόρησε ότι η απόφαση που ψηφίστηκε από την πλειοψηφία των Σοβιέτ της Δημοκρατίας, που τόσο είχε προσβάλει την “αξιοπρέπεια της κυβέρνησης”, είχε τεράστια σημασία, και είταν ουσιαστική για την πραγματοποίηση μιας “στροφής στη διάθεση των μαζών”, ότι το αποτέλεσμα της “γινόταν κιόλας αισθητό” και ότι τώρα η επιρροή της προπαγάνδας των Μπολσεβίκων θα “μειωνόταν γρήγορα”. Από την άλλη μεριά, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Νταν, οι ίδιοι οι Μπολσεβίκοι είχαν δηλώσει, σε διαπραγματεύσεις με τους ηγέτες της Σοβιετικής πλειοψηφίας, την προθυμία τους να “υποταχτούν στη θέληση της Σοβιετικής πλειοψηφίας”, και είταν έτοιμοι “αύριο” να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέτρα για την κατάπαυση της εξέγερσης που φούντωσε ενάντια στη θέληση και χωρίς την έγκριση τους! Σαν συμπέρασμα, αφού ανάφερε ότι οι Μπολσεβίκοι θα διέλυαν το στρατιωτικό τους επιτελείο “αύριο” (πάντα αύριο!), ο Νταν διακήρυξε ότι όλα τα μέτρα που είχα πάρει για να συντρίψω την εξέγερση είχαν μονάχα “ερεθίσει τις μάζες” και ότι, με την ανάμιξή μου “εμπόδισα γενικά τους αντιπροσώπους της Σοβιετικής πλειοψηφίας να αποτελειώσουν με επιτυχία τις διαπραγματεύσεις τους με τους Μπολσεβίκους για την εξάρθρωση της εξέγερσης”... Για να συμπληρώσω την εικόνα, οφείλω να προσθέσω ότι την ίδια ακριβώς στιγμή που ο Νταν μου έδινε αυτές τις αξιοσημείωτες πληροφορίες, τα ένοπλα αποσπάσματα των “Κόκκινων Φρουρών” καταλάμβαναν τα κυβερνητικά χτίρια, το ένα πίσω από το άλλο. Και σχεδόν αμέσως μετά την αποχώρηση του Νταν και των συντρόφων του από το Χειμερινό Παλάτι, ο υπουργός Κατράσεφ, πηγαίνοντας στο σπίτι του ύστερα από μια συνάντηση της Προσωρινής Κυβέρνησης, πιάστηκε στην οδό Μιλιόνι κι οδηγήθηκε κατευθείαν στο Σμόλνι, όπου ο Νταν επέστρεφε για να συνεχίσει τις ειρηνικές συνομιλίες του με τους Μπολσεβίκους. Πρέπει να ομολογήσω ότι οι Μπολσεβίκοι ενέργησαν εκείνες τις ώρες με μεγάλη ενεργητικότητα και όχι λιγότερη επιδεξιότητα. Τη στιγμή που η εξέγερση κορυφωνόταν, κι ενώ τα “κόκκινα στρατεύματα” δρούσαν σ’ όλη την πόλη, μερικοί Μπολσεβίκοι ηγέτες, ειδικά διαλεγμένοι γι’ αυτό το σκοπό, με επιτυχία έκαναν τους αντιπροσώπους της “επαναστατικής δημοκρατίας” να βλέπουν αλλά να παραμένουν τυφλοί, να ακούν αλλά να είναι κουφοί. Όλη τη νύχτα οι πανούργοι αυτοί άνθρωποι φλυαρούσαν πάνω σε διάφορες φόρμουλες που υποτίθεται ότι θα χρησίμευαν σαν βάση για τη συμφιλίωση και την εξάρθρωση της εξέγερσης. Αλλά αυτή η μέθοδος “διαπραγμάτευσης” των Μπολσεβίκων τους έδοσε πολύ χρόνο. Οι μαχητικές δυνάμεις των Σοσιαλ-Επαναστατών και των Μενσεβίκων δεν κινητοποιήθηκαν έγκαιρα. Αλλά αυτό, φυσικά, έπρεπε να αποδειχθεί!», (Α. Κερένσκι: «Από Μακριά»).
Σωστά! Αυτό έπρεπε να αποδειχθεί! Όπως βλέπουμε, οι συμφιλιωτές είχαν τσιμπήσει ολόκληρο το δόλωμα της Σοβιετικής νομιμότητας. Η υπόθεση του Κερένσκι ότι μερικοί Μπολσεβίκοι είχαν επίτηδες μεταμφιεστεί για να εξαπατήσουν τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλ-Επαναστάτες σχετικά με την επικείμενη διάλυση της εξέγερσης είναι, βέβαια, λαθεμένη. Στην πραγματικότητα, οι Μπολσεβίκοι που συμμετείχαν πιο δραστήρια στις διαπραγματεύσεις είταν εκείνοι που πράγματι ήθελαν τη διάλυση της εξέγερσης και που πίστευαν στη φόρμουλα της Σοσιαλιστικής Κυβέρνησης, που θα σχηματιζόταν από τη συμφιλίωση όλων των κομμάτων. Αντικειμενικά, όμως, αυτοί οι κοινοβουλευτικοί προσφέρανε αναμφίβολα κάποια υπηρεσία στην εξέγερση –τρέφοντας με στις δικές τους αυταπάτες τις αυταπάτες του εχθρού. Αλλά μπόρεσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην επανάσταση μόνο γιατί το Κόμμα, παρόλες τις συμβουλές και τις προειδοποιήσεις τους, προχώρησε προς την εξέγερση με μια ακατάβλητη ενεργητικότητα και την ολοκλήρωσε.
Χρειάστηκε ένας συνδυασμός εξαιρετικών περιστάσεων –μεγάλων και μικρών–για να σιγουρευτεί η επιτυχία αυτής της εκτεταμένης μανούβρας. Πάνω απ’ όλα χρειαζόταν ένας στρατός που δεν ήθελε να πολεμήσει άλλο. Ολόκληρη η πορεία της επανάστασης –Ιδιαίτερα στα αρχικά της στάδια– από το Φλεβάρη μέχρι και τον Οκτώβρη, θα είταν, όπως ήδη έχουμε πει, τελείως διαφορετική αν δεν υπήρχε στη χώρα τη στιγμή της επανάστασης ένας ηττημένος και απογοητευμένος αγροτικός στρατός πολλών εκατομμυρίων. Αυτές και μόνο αυτές οι συνθήκες έκαναν δυνατή την επιτυχία του πειράματος με τη φρουρά της Πετρούπολης, που προκαθόρισε το νικηφόρο αποτέλεσμα του Οκτώβρη. Δεν μπορούμε με κανέναν τρόπο να γενικεύσουμε σε κάποιο νόμο αυτό τον ιδιαίτερο συνδυασμό μιας «στεγνής» και σχεδόν απαρατήρητης εξέγερσης με την υπεράσπιση της Σοβιετικής νομιμότητας ενάντια στους Κορνιλοφικούς. Αντίθετα, μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα ότι αυτή η εμπειρία δεν θα επαναληφθεί πουθενά μ’ αυτή τη μορφή. Αλλά είναι αναγκαίο να την μελετήσουμε προσεχτικά. Η μελέτη της θα διευρύνει τον ορίζοντα κάθε επαναστάτη, αποκαλύπτοντας του την πολλαπλότητα και την ποικιλία των μεθόδων και των μέσων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, με την προϋπόθεση ότι ο σκοπός είναι πάντα σαφής στο μυαλό του, ότι έχει μια ξεκαθαρισμένη ιδέα της κατάστασης και υπάρχει η αποφασιστικότητα να προχωρήσει την πάλη μέχρι το τέλος.
Στη Μόσχα, η εξέγερση κράτησε πολύ περισσότερο και απαίτησε πολύ μεγαλύτερες θυσίες. Η εξήγηση βρίσκεται, ως ένα βαθμό, στο γεγονός ότι η φρουρά της Μόσχας δεν είχε περάσει από την ίδια επαναστατική προετοιμασία όσο η φρουρά της Πετρούπολης σε σχέση με τη μετάθεση συνταγμάτων στο μέτωπο. Έχουμε ήδη αναφέρει, και το επαναλαμβάνουμε, ότι η ένοπλη εξέγερση στην Πετρούπολη πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις: η πρώτη –στις αρχές του Οκτώβρη όταν τα συντάγματα της Πετρούπολης, υπακούοντας στις διαταγές του Σοβιέτ, που συμφωνούσαν απόλυτα με τις επιθυμίες τους, αρνήθηκαν να εκτελέσουν τη διαταγή του Γενικού Επιτελείου (και το έκαναν χωρίς να τιμωρηθούν). Και η δεύτερη φάση –στις 25 του Οκτώβρη όταν απαιτήθηκε μια μικρότερη και συμπληρωματική μόνο εξέγερση για να κόψει τον ομφάλιο λώρο της κρατικής εξουσίας του Φλεβάρη. Αλλά στη Μόσχα, η εξέγερση έγινε μεμιάς, και αυτός ίσως είναι ο κύριος λόγος που παρατάθηκε τόσο. Αλλά υπήρχε κι άλλος ένας λόγος: η ηγεσία δεν είταν αρκετά αποφασιστική. Στη Μόσχα είδαμε μια στροφή από τη στρατιωτική δράση στις διαπραγματεύσεις κι αμέσως μετά μια άλλη στροφή από τις διαπραγματεύσεις στη στρατιωτική δράση. Αν οι ταλαντεύσεις της ηγεσίας που μεταβιβάζονται στους οπαδούς, είναι γενικά επικίνδυνες στην πολιτική, στις συνθήκες μιας ένοπλης εξέγερσης γίνονται θανάσιμος κίνδυνος. Η άρχουσα τάξη έχει χάσει την πεποίθηση στη δύναμη της (διαφορετικά δεν θα μπορούσε, γενικά, να υπάρχει κάποια ελπίδα για τη νίκη), αλλά ο μηχανισμός εξακολουθεί να παραμένει στα χέρια της. Το καθήκον της επαναστατικής τάξης είναι να καταλάβει τον κρατικό μηχανισμό. Για να το κάνει αυτό πρέπει να έχει εμπιστοσύνη στις ίδιες της τις δυνάμεις. Από τη στιγμή που το Κόμμα οδήγησε τους εργάτες στην εξέγερση, πρέπει να βγάλει από αυτό όλα τα απαραίτητα συμπεράσματα. A la guerre comme a la guerre (Στον πόλεμο όπως στον πόλεμο). Κάτω από εμπόλεμες συνθήκες, οι ταλαντεύσεις και οι δισταγμοί είναι λιγότερο επιτρεπτοί από κάθε άλλη περίοδο. Το μέτρο του πολέμου είναι κοντό. Η καθυστέρηση, ακόμα και για λίγες ώρες, ξαναδίνει, ως ένα βαθμό, την εμπιστοσύνη στην κυρίαρχη τάξη αφαιρώντας την από τους εξεγερμένους. Αλλά ακριβώς αυτό καθορίζει το συσχετισμό των δυνάμεων που με τη σειρά του καθορίζει το αποτέλεσμα της εξέγερσης. Απ’ αύτη την άποψη είναι αναγκαίο να μελετηθεί βήμα προς βήμα η πορεία των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μόσχα σε σχέση με την πολιτική ηγεσία.
Θα είχε μεγάλη σημασία να επισημαίναμε και μερικές άλλες στιγμές όπου ο εμφύλιος πόλεμος διεξάχθηκε κάτω από ειδικές συνθήκες, όταν μπερδεύτηκε λόγου χάρη με το εθνικό ζήτημα. Μια τέτια μελέτη βασισμένη σε προσεχτικά αφομοιωμένα πραγματικά γεγονότα, πρέπει να πλουτίσει τη γνώση μας για το μηχανισμό του εμφυλίου πολέμου και μ’ αυτό τον τρόπο να διευκολύνει την επεξεργασία ορισμένων μεθόδων, κανόνων και μέσων αρκετά γενικού χαραχτήρα ώστε να χρησιμέψουν σαν ένα είδος «εγχειριδίου» του εμφύλιου πολέμου[3]. Αλλά προβλέποντας τα μερικά συμπεράσματα μιας τέτιας μελέτης, μπορούμε να πούμε ότι η πορεία του εμφύλιου πολέμου στις επαρχίες καθορίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, από το αποτέλεσμα στην Πετρούπολη, παρόλη την καθυστέρηση στη Μόσχα. Η επανάσταση του Φλεβάρη ράγισε τον παλιό μηχανισμό. Η Προσωρινή Κυβέρνηση τον κληρονόμησε και είταν ανίκανη είτε να τον ανανεώσει είτε να τον δυναμώσει. Κατά συνέπεια, ο κρατικός της μηχανισμός λειτουργούσε από το Φλεβάρη μέχρι τον Οκτώβρη μονάχα σαν ένα απομεινάρι της γραφειοκρατικής αδράνειας. Η επαρχιακή γραφειοκρατία είχε συνηθίσει να κάνει αυτό που έκανε η Πετρούπολη: το έκανε τον Φλεβάρη και το επανέλαβε τον Οχτώβρη. Είταν πολύ μεγάλο πλεονέχτημα για μας το ότι προετοιμαζόμασταν να ανατρέψουμε ένα καθεστώς που δεν είχε βρει ακόμα τον καιρό να σταθεροποιηθεί. Η απόλυτη αστάθεια και η έλλειψη αυτοπεποίθησης του «Φεβρουαριανού» κρατικού μηχανισμού διευκόλυνε αφάνταστα το έργο μας ενισχύοντας την αυτοπεποίθηση των επαναστατικών μαζών και του ίδιου του Κόμματος.
Μια παρόμοια κατάσταση είχαμε στη Γερμανία και την Αυστρία μετά στις 9 του Νοέμβρη 1918. Εκεί, όμως, η Σοσιαλδημοκρατία βούλωνε τις ρωγμές του κρατικού μηχανισμού και βοηθούσε να εγκαθιδρυθεί ένα αστικοδημοκρατικό καθεστώς –και παρόλο που αυτό το καθεστώς δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν υπόδειγμα σταθερότητας, έχει, όμως, επιζήσει για έξι χρόνια. Οσοναφορά στις άλλες καπιταλιστικές χώρες, δεν θα έχουν αυτό το πλεονέχτημα, δηλαδή να γειτονεύουν η αστική με την προλεταριακή επανάσταση. Ο Φλεβάρης τους έχει γίνει εδώ και καιρό. Βέβαια στην Αγγλία υπάρχουν ακόμα αρκετά φεουδαρχικά κατάλοιπα, αλλά δεν υπάρχει καμιά απολύτως βάση για να μιλάμε για μια ανεξάρτητη αστική επανάσταση στην Αγγλία. Όταν έρθει στην εξουσία το αγγλικό προλεταριάτο, με το πρώτο σκούπισμα θα πετάξει έξω από τη χώρα τη μοναρχία, τους λόρδους κτλ. Η προλεταριακή επανάσταση στη Δύση θά ’χει να κάνει με ένα ολοκληρωτικά εγκαθιδρυμένο αστικό κράτος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θά ’χει να κάνει με ένα σταθερό κρατικό μηχανισμό. Η ίδια η δυνατότητα της προλεταριακής εξέγερσης προϋποθέτει ένα πολύ προχωρημένο προτσές αποσύνθεσης του καπιταλιστικού κράτους. Αν στη χώρα μας η Οχτωβριανή Επανάσταση ξετυλίχτηκε μέσα στην πάλη μ’ έναν κρατικό μηχανισμό που δεν κατόρθωσε να σταθεροποιηθεί μετά το Φλεβάρη, τότε στις άλλες χώρες η εξέγερση θα αντιμετωπίσει ένα κρατικό μηχανισμό σε μια κατάσταση προοδευτικής αποσύνθεσης.
Μπορεί να θεωρηθεί σαν γενικός κανόνας –το τονίσαμε αυτό από το Τέταρτο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κόμιντερν– ότι η δύναμη της προ-Οχτωβριανής αντίστασης της μπουρζουαζίας στις παλιές καπιταλιστικές χώρες θα είναι γενικά πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι είταν στη χώρα μας. Θα είναι πιο δύσκολο στο προλεταριάτο να νικήσει, αλλά από την άλλη μεριά η κατάχτηση της εξουσίας θα του εξασφαλίσει αμέσως μια πολύ πιο σταθερή και πιο στέρεα θέση απ’ αυτήν που είχαμε εμείς την επόμενη του Οκτώβρη. Σε μας, ο εμφύλιος πόλεμος διεξάχθηκε, στην πραγματικότητα, αφού το προλεταριάτο είχε καταλάβει την εξουσία στις κύριες πόλεις και τα βιομηχανικά κέντρα και κράτησε τρία χρόνια –τα τρία πρώτα χρόνια της Σοβιετικής εξουσίας. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι στις χώρες της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης θα είναι πολύ πιο δύσκολο για το προλεταριάτο να καταλάβει την εξουσία, αλλά άμα το κάνει, θα έχει πολύ πιο ελεύθερα τα χέρια του. Φυσικά αυτοί οι υπολογισμοί που αφορούν στις προοπτικές είναι μονάχα υποθέσεις. Θα εξαρτηθεί πολύ από τη σειρά που θα ακολουθήσουν οι επαναστάσεις στις διάφορες χώρες της Ευρώπης, από τις πιθανότητες της στρατιωτικής επέμβασης, από την οικονομική και στρατιωτική δύναμη της Σοβιετικής Ένωσης εκείνο τον καιρό, κτλ. Πάντως η βασική και, όπως πιστεύουμε, η αναντίρρητη θέση ότι το προτσές της κατάληψης της εξουσίας στην Ευρώπη και την Αμερική θα συναντήσει μια πολύ πιο σοβαρή, πολύ πιο επίμονη και πιο προετοιμασμένη αντίσταση από τις κυρίαρχες τάξεις απ’ ότι είχαμε εμείς, μας αναγκάζει να θεωρούμε την ένοπλη εξέγερση ειδικά και τον εμφύλιο πόλεμο γενικά σαν μια τέχνη.
Και Πάλι για τα Σοβιέτ και το Κόμμα
στην Προλεταριακή Επανάσταση
Τά Σοβιέτ των Εργατών Αντιπροσώπων γεννήθηκαν στη χώρα μας, και το 1905 και το 1917, μέσα από το ίδιο το κίνημα, σαν μια φυσική οργανωτική μορφή, σ’ ένα ορισμένο στάδιο της πάλης. Αλλά τα νεαρά ευρωπαϊκά κόμματα, που λίγο ή πολύ δέχτηκαν τα Σοβιέτ σαν ένα «δόγμα», σαν μια «αρχή», διατρέχουν πάντα τον κίνδυνο να μεταχειριστούν τα Σοβιέτ σαν ένα φετίχ, σαν έναν αυτάρκη παράγοντα στην επανάσταση. Όμως, παρά τα τεράστια πλεονεχτήματα των Σοβιέτ, σαν όργανα της πάλης για εξουσία, μπορεί να υπάρξει περίπτωση όπου η εξέγερση να αναπτυχθεί πάνω στη βάση άλλων οργανωτικών μορφών (εργοστασιακές επιτροπές, συνδικάτα, κτλ.) και τα Σοβιέτ να μην εμφανιστούν σαν όργανα της κρατικής εξουσίας παρά στη διάρκεια της ίδιας της εξέγερσης, ή ακόμα όταν η εξέγερση θα έχει νικήσει.
Απ’ αυτή την άποψη, έχει μεγάλη διαπαιδαγωγική σημασία η πάλη που έκανε ο Λένιν μετά τα Ιουλιανά ενάντια στο φετιχισμό της οργανωτικής μορφής των Σοβιέτ. Τον Ιούλη, τα Σοβιέτ των Σοσιαλ-Επαναστατών και των Μενσεβίκων έγιναν οι οργανώσεις που έσπρωχναν ανοιχτά τους στρατιώτες σε μια επίθεση και καταδίωξαν τους Μπολσεβίκους σε τέτιο σημείο, που το επαναστατικό κίνημα των προλεταριακών μαζών αναγκάστηκε να αναζητήσει νέα μονοπάτια και κανάλια. Ο Λένιν υπόδειξε στις εργοστασιακές επιτροπές σαν τις οργανώσεις της πάλης για εξουσία. (Συγκρίνετε για παράδειγμα τα απομνημονεύματα του συντρόφου Ορτζονικίτζε). Είναι πολύ πιθανό το κίνημα να προχωρούσε πάνω σ’ αυτές τις γραμμές αν δεν είχε γίνει η εξέγερση του Κορνίλοφ που ανάγκασε τα συμφιλιωτικά Σοβιέτ να αμυνθούν και έδοσε τη δυνατότητα στους Μπολσεβίκους να τα εμποτίσουν με καινούρια επαναστατική ορμή, δένοντας τα στενά με τις μάζες μέσα από την αριστερή, δηλαδή τη μπολσεβίκικη, πτέρυγα.
Αυτό το ζήτημα έχει τεράστια διεθνή σημασία, όπως έδειξε η πρόσφατη γερμανική εμπειρία. Στη Γερμανία δημιουργήθηκαν πολλές φορές τα Σοβιέτ σαν όργανα εξέγερσης –χωρίς να γίνει καμιά εξέγερση, και σαν όργανα κρατικής εξουσίας– χωρίς καμιά εξουσία. Αυτό οδήγησε στο έξης αποτέλεσμα: το 1923 το κίνημα των πλατιών προλεταριακών και μισοπρολεταριακών μαζών άρχισε να αποκρυσταλλώνεται γύρω από τις εργοστασιακές επιτροπές, που βασικά εκπλήρωναν όλες τις λειτουργίες που είχαν αναλάβει τα δικά μας Σοβιέτ στην περίοδο πριν από την άμεση πάλη για εξουσία. Όμως, τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη του 1923 αρκετοί σύντροφοι υποστήριζαν την πρόταση ότι έπρεπε να προχωρήσουμε στην άμεση δημιουργία Σοβιέτ στη Γερμανία. Μετά από μια μακριά και έντονη συζήτηση, η πρόταση αυτή, πολύ σωστά, απορρίφθηκε. Μπροστά στο γεγονός ότι οι εργοστασιακές επιτροπές είχαν ήδη γίνει στη δράση τα κέντρα συσπείρωσης των επαναστατικών μαζών, τα Σοβιέτ θα είταν μονάχα μια παράλληλη οργανωτική μορφή χωρίς κανένα πραγματικό περιεχόμενο, στη διάρκεια του προπαρασκευαστικού σταδίου. Θα μπορούσαν να αποσπάσουν μόνο την προσοχή από τα υλικά καθήκοντα της εξέγερσης (στρατός, αστυνομία, ένοπλες εκατονταρχίες, σιδηρόδρομοι, κτλ.), προσκολλώντας την σε μια αυτάρκη οργανωτική μορφή. Και, από την άλλη μεριά, η δημιουργία των Σοβιέτ, σαν τέτια, πριν από την εξέγερση και ξέχωρα από τα άμεσα καθήκοντα της εξέγερσης θα σήμαινε ότι διακηρύσσουμε ανοιχτά: «Σκοπεύουμε να σας επιτεθούμε!». Η Κυβέρνηση, υποχρεωμένη να «ανέχεται» τις εργοστασιακές επιτροπές, στο βαθμό που είχαν γίνει τα κέντρα συσπείρωσης των πλατιών μαζών, θα χτυπούσε το πρώτο κιόλας Σοβιέτ, σαν το επίσημο όργανο μιας «προσπάθειας» για την κατάληψη της εξουσίας. Οι κομμουνιστές θα έπρεπε να βγουν και να υπερασπιστούν τα Σοβιέτ, καθαρά σαν οργανώσεις. Η αποφασιστική πάλη θα είχε ξεσπάσει όχι για την κατάληψη ή την υπεράσπιση οποιωνδήποτε υλικών θέσεων, ούτε σε μια στιγμή που εμείς την είχαμε διαλέξει –μια στιγμή όπου η εξέγερση θα απόρρεε από στις συνθήκες του μαζικού κινήματος. Όχι, η πάλη θα φούντωνε κάτω από το «λάβαρο» των Σοβιέτ, σε μια στιγμή που θα τη διάλεγε και θα μας την επέβαλε ο εχθρός. Στο μεταξύ, είναι ολοφάνερο ότι όλη η προετοιμασία για την εξέγερση θα μπορούσε να είχε διεξαχτεί με επιτυχία κάτω από την κηδεμονία των εργοστασιακών επιτροπών που είχαν ήδη εδραιωθεί σαν μαζικές οργανώσεις και που μεγάλωναν συνέχεια σε αριθμό και δύναμη, κι αυτό θα είχε δόσει τη δυνατότητα στο κόμμα να ελιχθεί ελεύθερα σ’ ότι άφορα τον καθορισμό της ημερομηνίας της εξέγερσης. Τα Σοβιέτ, βέβαια, θα έπρεπε να δημιουργηθούν σ’ ένα ορισμένο στάδιο. Είναι αμφίβολο πάντως αν κάτω από στις συνθήκες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, θα μπορούσαν να είχαν εμφανισθεί σαν άμεσα όργανα της εξέγερσης, μέσα στην ίδια τη φωτιά της σύγκρουσης, εξαιτίας του κινδύνου να δημιουργηθούν δυο επαναστατικά κέντρα την πιο κρίσιμη στιγμή. Μια αγγλική παροιμία λέει ότι δεν πρέπει να ανταλλάσσεις το άλογο σου όταν διασχίζεις ένα ποτάμι. Είναι πιθανό, μετά από τη νίκη στα αποφασιστικά σημεία της χώρας, να σχηματίζονταν Σοβιέτ παντού. Όπως και νά ’χει, μια νικηφόρα εξέγερση θα οδηγούσε αναπόφευχτα στη δημιουργία των Σοβιέτ σαν τα όργανα της κρατικής εξουσίας.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα Σοβιέτ στη χώρα μας αναπτύχθηκαν στο «δημοκρατικό» στάδιο της επανάστασης, νομιμοποιήθηκαν, κατά κάποιο τρόπο, σ’ αυτό το στάδιο και μετά τα κληρονομήσαμε και τα χρησιμοποιήσαμε εμείς. Αυτό, δεν θα επαναληφθεί στις προλεταριακές επαναστάσεις στη Δύση. Εκεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα Σοβιέτ θα δημιουργηθούν σαν ανταπόκριση στο κάλεσμα των κομμουνιστών, και κατά συνέπεια θα δημιουργηθούν σαν τα άμεσα όργανα της προλεταριακής εξέγερσης. Δεν αποκλείεται, βέβαια, η αποσύνθεση του αστικού κρατικού μηχανισμού να έχει γίνει πολύ έντονη πριν το προλεταριάτο είναι σε θέση να καταλάβει την εξουσία κι αυτό θα δημιουργούσε στις συνθήκες για το σχηματισμό των Σοβιέτ σαν τα ανοιχτά όργανα της προετοιμασίας της εξέγερσης. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να είναι ο γενικός κανόνας. Μάλλον, θα είναι δυνατό να δημιουργηθούν τα Σοβιέτ στις τελευταίες μόνο μέρες σαν τα άμεσα όργανα των εξεγερμένων μαζών. Τέλος είναι πολύ πιθανό να δημιουργηθούν τέτιες συνθήκες που τα Σοβιέτ να εμφανιστούν ή όταν η εξέγερση θα έχει περάσει το κρίσιμο στάδιο της ή ακόμα στο τελικό της στάδιο σαν όργανα της νέας εξουσίας. Όλα αυτά τα ενδεχόμενα πρέπει να τα λαβαίνουμε υπόψη μας για να μην πέφτουμε σ’ έναν οργανωτικό φετιχισμό, κι έτσι να μη μετατρέπουμε τα Σοβιέτ απ’ αυτό που πρέπει να είναι –μια εύκαμπτη και ζωντανή μορφή πάλης– σε μια οργανωτική «αρχή» που επιβάλλεται στο κίνημα απ’ έξω, παρεμποδίζοντας την κανονική του εξέλιξη.
Τελευταία γράφτηκε στον Τύπο ότι δεν είμαστε σε θέση να πούμε ποιο δρόμο θα ακολουθήσει η προλεταριακή επανάσταση στην Αγγλία. Θα γίνει μέσα από το Κομμουνιστικό Κόμμα ή μέσα από τα συνδικάτα; Μια τέτια διατύπωση του ζητήματος, που κάνει επίδειξη μιας πλατιάς διαστρεβλωμένης ιστορικής αντιμετώπισης, είναι ριζικά λαθεμένη και επικίνδυνη, γιατί εξαλείφει το κύριο μάθημα των τελευταίων λίγων χρόνων. Αν δεν έγινε μια νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση στο τέλος του πολέμου, είταν γιατί δεν υπήρχε ένα κόμμα. Αυτό το συμπέρασμα αφορά την Ευρώπη σαν σύνολο. Μπορούμε να το εξακριβώσουμε συγκεκριμένα ακολουθώντας το επαναστατικό κίνημα σε κάθε χώρα. Η περίπτωση της Γερμανίας είναι αρκετά καθαρή. Η Γερμανική Επανάσταση μπορούσε να είταν νικηφόρα και το 1918 και το 1919, αν είχε εξασφαλιστεί η κατάλληλη κομματική ηγεσία. Το 1917 είχαμε το ίδιο παράδειγμα στη Φινλανδία όπου το επαναστατικό κίνημα αναπτύχθηκε μέσα σε εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες και κάτω από την προστασία και την άμεση στρατιωτική βοήθεια της επαναστατικής Ρωσίας. Αλλά η πλειοψηφία των ηγετών του φιλανδέζικου Κόμματος αποδείχθηκε σοσιαλδημοκρατική, και κατάστρεψαν την επανάσταση. Το ίδιο μάθημα μας δίνει ξεκάθαρα και η ουγγαρέζικη εμπειρία. Εκεί οι κομμουνιστές μαζί με τους αριστερούς Σοσιαλδημοκράτες δεν κατάλαβαν την εξουσία, αλλά τους την έδοσε η τρομοκρατημένη μπουρζουαζία. Η ουγγαρέζικη επανάσταση –νικηφόρα χωρίς μάχη και χωρίς νίκη– από την αρχή κιόλας έμεινε χωρίς μια μαχόμενη ηγεσία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα ενώθηκε με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, δείχνοντας έτσι πως και το ίδιο δεν είταν ένα Κομμουνιστικό Κόμμα, και σαν συνέπεια παρόλο το μαχητικό πνεύμα των ουγγαρέζων εργατών, αποδείχθηκε ανίκανο να κρατήσει την εξουσία που τόσο εύκολα είχε αποχτήσει. Χωρίς κόμμα, ξέχωρα από το κόμμα, πάνω από το κόμμα, ή μ’ ένα υποκατάστατο του κόμματος, η προλεταριακή επανάσταση δεν μπορεί να νικήσει. Αυτό είναι το κύριο μάθημα της τελευταίας δεκαετίας. Είναι αλήθεια ότι τα αγγλικά συνδικάτα μπορεί να γίνουν ένας ισχυρός μοχλός της προλεταριακής επανάστασης. Μπορούν, για παράδειγμα, ακόμα και να αντικαταστήσουν τα εργατικά Σοβιέτ κάτω από ορισμένες συνθήκες και για μια ορισμένη περίοδο. Μπορούν, όμως, να παίξουν έναν τέτιο ρόλο όχι ξέχωρα από το Κομμουνιστικό Κόμμα κι οπωσδήποτε όχι ενάντια στο Κόμμα, αλλά μόνο με την προϋπόθεση ότι η κομμουνιστική επιρροή θα είναι αποφασιστική μέσα στα συνδικάτα. Έχουμε πληρώσει πολύ ακριβά ένα τέτιο συμπέρασμα –οσοναφορά το ρόλο και τη σημασία του κόμματος σε μια προλεταριακή επανάσταση– για να το απορρίπτουμε έτσι εύκολα κι ακόμη να μειώνουμε τη σημασία του.
Η συνείδηση, η προετοιμασία και ο σχεδιασμός έπαιξαν ένα πολύ μικρότερο ρόλο στις αστικές επαναστάσεις απ’ αυτόν που θα παίξουνε, και παίζουν, στην προλεταριακή επανάσταση. Η κινητήρια δύναμη της αστικής επανάστασης είταν πάλι οι μάζες, αλλά πολύ λιγότερο συνειδητές και οργανωμένες από τώρα. Η ηγεσία παράμενε στα χέρια διάφορων μερίδων της μπουρζουαζίας, και αυτή είχε στη διάθεση της τα πλούτη, την εκπαίδευση και όλα τα σχετικά οργανωτικά πλεονεχτήματα (στις πόλεις, τα πανεπιστήμια, τον Τύπο, κλπ.). Η γραφειοκρατική μοναρχία αμυνόταν εμπειρικά, ψαχουλεύοντας στα σκοτεινά και στη συνέχεια δρώντας. Η αστική τάξη διάλεγε την ευνοϊκή στιγμή, όταν θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί το κίνημα των λαϊκών μαζών, για να ρίξει όλο το κοινωνικό της βάρος στη ζυγαριά και να καταλάβει την κρατική εξουσία. Αλλά, αυτό που διακρίνει την προλεταριακή επανάσταση, είναι ότι το προλεταριάτο δεν είναι μόνο η κύρια επιθετική δύναμη, αλλά, στο πρόσωπο της πρωτοπορίας του, και η ηγετική δύναμη. Μόνο το προλεταριακό κόμμα μπορεί να παίξει στην προλεταριακή επανάσταση το ρόλο που έπαιξε στην αστική επανάσταση η οικονομική δύναμη της μπουρζουαζίας, η εκπαίδευση της, οι κοινότητες της και τα πανεπιστήμια της. Ο ρόλος του κόμματος είναι ακόμη πιο σημαντικός, μια και η ταξική συνείδηση του εχθρού είναι πολύ πιο αναπτυγμένη. Η μπουρζουαζία στη διάρκεια αιώνων εξουσίας, έχει τελειοποιήσει την πολιτική σχολή της πολύ περισσότερο από στις σχολές της παλιάς γραφειοκρατικής μοναρχίας. Αν ο κοινοβουλευτισμός βοήθησε το προλεταριάτο, μέχρι ένα σημείο, σαν προπαρασκευαστική σχολή για την επανάσταση, έχει, όμως, βοηθήσει και την μπουρζουαζία πολύ περισσότερο σαν σχολειό για την αντεπαναστατική της στρατηγική. Αρκεί να αναφέρουμε ότι με τον κοινοβουλευτισμό η μπουρζουαζία εκπαίδευσε με τέτιο τρόπο τη Σοσιαλδημοκρατία ώστε να την κάνει σήμερα το κύριο στήριγμα της ατομικής ιδιοχτησίας. Η εποχή της κοινωνικής επανάστασης στην Ευρώπη, όπως έδειξαν τα ίδια τα πρώτα της βήματα, θα είναι μια εποχή όχι μόνο σφοδρής και αδυσώπητης πάλης αλλά και σχεδιασμένων και υπολογισμένων μαχών –πολύ πιο σχεδιασμένων απ’ ότι σε μας το 1917.
Γι’ αυτό απαιτείται σήμερα μια τελείως διαφορετική προσέγγιση απ’ αυτή που επικρατεί, στα ζητήματα του εμφύλιου πολέμου γενικά και της ένοπλης εξέγερσης ειδικότερα. Ακολουθώντας τον Λένιν, όλοι μας δεν σταματάμε να επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά τα λόγια του Μαρξ ότι η εξέγερση είναι μια τέχνη. Αλλά αυτή η ιδέα μετατρέπεται σε κούφια φράση, στο βαθμό που η διατύπωση του Μαρξ δεν συμπληρώνεται με μια μελέτη των βασικών στοιχείων της τέχνης του εμφυλίου πολέμου με βάση την τεράστια εμπειρία των τελευταίων χρόνων. Είναι αναγκαίο να πούμε ανοιχτά ότι μια επιπόλαιη αντιμετώπιση των ζητημάτων της ένοπλης εξέγερσης είναι ένα σημάδι ότι η δύναμη της σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης δεν έχει ακόμα ξεπεραστεί. Ένα κόμμα που αντιμετωπίζει επιπόλαια τα προβλήματα του εμφύλιου πολέμου με την ελπίδα ότι τα πάντα θα ταχτοποιηθούν την κρίσιμη στιγμή, είναι σίγουρο πως θα ναυαγήσει. Πρέπει μ’ ένα συλλογικό τρόπο να αναλύσουμε την εμπειρία των προλεταριακών αγώνων αρχίζοντας από το 1917.
Η ιστορία των ομάδων μέσα στο Κόμμα το 1917, έτσι όπως τη σκιαγραφήσαμε πιο πάνω, αποτελεί εξίσου ένα ουσιαστικό τμήμα της εμπειρίας του εμφυλίου πολέμου και πιστεύουμε ότι έχει μια άμεση σημασία για την πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς στο σύνολο της. Έχουμε ήδη πει, και το επαναλαμβάνουμε, ότι η μελέτη των διαφωνιών δεν μπορεί και δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί σαν μια επίθεση ενάντια σ’ αυτούς τους συντρόφους που ακολούθησαν μια λαθεμένη πολιτική. Αλλά, από την άλλη μεριά, δεν επιτρέπεται με κανέναν τρόπο να διαγράψουμε το μεγαλύτερο κεφάλαιο της ιστορίας του Κόμματος μας μόνο και μόνο γιατί μερικά μέλη του δεν κατάφεραν να παρακολουθήσουν την προλεταριακή επανάσταση. Το Κόμμα θά ’πρεπε και πρέπει να γνωρίζει όλο το παρελθόν έτσι ώστε να μπορεί να το εκτιμά σωστά και να βάζει κάθε γεγονός στη σωστή του θέση. Η παράδοση του επαναστατικού κόμματος δεν χτίζεται με υπεκφυγές αλλά με κριτική σαφήνεια. Η ιστορία έχει εξασφαλίσει στο Κόμμα μας πραγματικά ανεκτίμητα επαναστατικά πλεονεχτήματα. Οι παραδόσεις της ηρωικής πάλης ενάντια στην τσαρική μοναρχία, η εξοικείωση με την επαναστατική αυτοθυσία συνδυασμένη με τις συνθήκες της παράνομης δράσης, η πλατιά θεωρητική μελέτη και η αφομοίωση της επαναστατικής εμπειρίας της ανθρωπότητας, η πάλη ενάντια στο Μενσεβικισμό, ενάντια στους Ναρόντνικους και ενάντια στο Συμφιλιωτισμό, η τεράστια εμπειρία της επανάστασης του 1905, η θεωρητική μελέτη και αφομοίωση αυτής της εμπειρίας στη διάρκεια της αντεπανάστασης, η εξέταση των προβλημάτων του διεθνούς εργατικού κινήματος κάτω από το φως των επαναστατικών μαθημάτων του 1905 –όλα αυτά στο σύνολο τους εφοδίασαν το Κόμμα μας με μια εξαιρετική επαναστατική διάθεση, με μια υπέρτατη θεωρητική διεισδυτικότητα, με μια απαράμιλλη επαναστατική ορμή. Παρόλα αυτά, ακόμα και μέσα στο Κόμμα, στην ηγεσία του, την παραμονή μιας αποφασιστικής πάλης σχηματίστηκε μια ομάδα έμπειρων επαναστατών, παλιών Μπολσεβίκων, που είταν σε πλήρη αντίθεση με την προλεταριακή επανάσταση και που, στην πορεία της πιο κρίσιμης περιόδου της επανάστασης, από το Φλεβάρη του 1917 μέχρι το Φλεβάρη σχεδόν του 1918, υιοθετούσαν σ’ όλα τα θεμελιώδη ζητήματα μια ουσιαστικά σοσιαλδημοκρατική θέση. Χρειάστηκε ο Λένιν και η εξαιρετική επιρροή του Λένιν μέσα στο Κόμμα, που είταν χωρίς προηγούμενο ακόμα και κείνη την εποχή, για να διαφυλαχτεί το Κόμμα και η επανάσταση από τη φοβερή σύγχυση που έφερε αυτή η κατάσταση. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ, αν θέλουμε να μάθουν κάτι από μας τα άλλα Κομμουνιστικά Κόμματα.
Το ζήτημα της επιλογής του ηγετικού επιτελείου έχει εξαιρετική σπουδαιότητα για τα κόμματα της Δυτικής Ευρώπης. Η εμπειρία του αποτυχημένου Γερμανικού Οκτώβρη είναι μια σκληρή απόδειξη γι’ αυτό. Αλλά αυτή η επιλογή πρέπει να γίνεται κάτω από το φως της επαναστατικής δράσης. Στη Γερμανία είχαμε όλα αυτά τα χρόνια πολλές ευκαιρίες για να δοκιμάσουμε την αξία των ηγετικών στελεχών του Κόμματος σε στιγμές άμεσης πάλης. Χωρίς αυτό το κριτήριο τα υπόλοιπα είναι άχρηστα. Η Γαλλία είχε αυτά τα χρόνια πολύ λιγότερες επαναστατικές ταραχές –ακόμα και μεμονωμένες. Αλλά στην πολιτική ζωή της Γαλλίας είχαμε ακόμα και αναλαμπές εμφυλίου πολέμου, στιγμές που η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος και η ηγεσία των συνδικάτων χρειάστηκε να επέμβουν δραστήρια σε επείγοντα και οξύτατα ζητήματα (όπως η αιματηρή συγκέντρωση στις 11 του Γενάρη 1924). Μια προσεχτική μελέτη αυτών των επεισοδίων μας δίνει αναντικατάστατο υλικό για την εκτίμηση της κομματικής ηγεσίας, της συμπεριφοράς διάφορων κομματικών οργάνων, και μεμονωμένων ηγετικών στελεχών. Το να αγνοήσουμε αυτά τα μαθήματα, το να μη βγάλουμε τα απαραίτητα συμπεράσματα από αυτά σ’ ότι αφορά την εκλογή των προσώπων, ισοδυναμεί με το να προκαλούμε αναπόφευχτες ήττες, γιατί χωρίς μια διεισδυτική, αποφασιστική και θαρραλέα κομματική ηγεσία, η νίκη της προλεταριακής επανάστασης είναι αδύνατη.
Κάθε κόμμα, ακόμα και το πιο επαναστατικό, πρέπει αναπόφευχτα να παράγει τον οργανωτικό του συντηρητισμό, γιατί αλλιώς θα του έλλειπε η απαραίτητη σταθερότητα. Αυτό, είναι αποκλειστικά ένα ζήτημα ποσοστού. Σ ένα επαναστατικό κόμμα, η ζωτικά αναγκαία δόση συντηρητισμού πρέπει να συνδυάζεται με την πλήρη απελευθέρωση από τη ρουτίνα, με την πρωτοβουλία στον προσανατολισμό, με την τόλμη στη δράση. Αυτές οι ιδιότητες μπαίνουν σε σκληρότατη δοκιμασία στα σημεία καμπής της ιστορίας. Παραθέσαμε ήδη τα λόγια του Λένιν ότι, όταν συμβαίνει μια απότομη αλλαγή στην κατάσταση και κατά συνέπεια μπαίνουν καινούρια καθήκοντα, ακόμα και τα πιο επαναστατικά κόμματα συχνά ακολουθούν την πολιτική γραμμή του χθες, και έτσι γίνονται ή απειλούν να γίνουν ένα φρένο στην επαναστατική ανάπτυξη. Και ο συντηρητισμός και η επαναστατική πρωτοβουλία βρίσκουν την πιο συμπυκνωμένη τους έκφραση στα ηγετικά όργανα του κόμματος. Στο μεταξύ, τα ευρωπαϊκά Κομμουνιστικά Κόμματα έχουν ακόμα να αντιμετωπίσουν το οξύτερο τους «σημείο καμπής» – τη στροφή από την προπαρασκευαστική δουλιά στην πραγματική κατάληψη της εξουσίας. Αυτή η στροφή είναι η ιο ακριβής, η πιο επείγουσα, η πιο υπεύθυνη και η πιο επικίνδυνη. Το να χάσεις τη στιγμή της στροφής είναι σα να παθαίνεις τη μέγα-λύτερη ήττα που ένα κόμμα είναι δυνατό να υποστεί.
Η εμπειρία των ευρωπαϊκών αγώνων, και πάνω απ’ όλα των αγώνων στη Γερμανία, όταν αντιμετωπίζεται στο φως της δικής μας εμπειρίας, μας δείχνει ότι υπάρχουν δυο είδη ηγετών που τείνουν να κρατήσουν πίσω το κόμμα τη στιγμή ακριβώς που πρέπει να κάνει ένα τεράστιο άλμα μπροστά. Μερικοί απ’ αυτούς τείνουν γενικά να βλέπουν κυρίως δυσκολίες και εμπόδια στο δρόμο της επανάστασης και να υπολογίζουν κάθε κατάσταση με μια προκαθορισμένη, αν κι όχι πάντα συνειδητή, πρόθεση να αποφύγουν κάθε δράση. Ο μαρξισμός μεταμορφώνεται στα χέρια τους σε μια μέθοδο που εγκαθιδρύει το αδύνατο της επαναστατικής δράσης. Τα χαραχτηριστικότερα δείγματα αυτής της κατηγορίας είναι οι ρώσοι Μενσεβίκοι. Αλλά ο τύπος αυτός δεν υπάρχει μόνο στο Μενσεβικισμό. Την πιο κρίσιμη στιγμή εμφανίζεται ξαφνικά σε υπεύθυνες θέσεις μέσα στο πιο επαναστατικό κόμμα. Οι αντιπρόσωποι της δεύτερης ποικιλίας διακρίνονται από την επιφανειακή και αγκιτατόρικη προσέγγιση τους. Δεν βλέπουν ποτέ δυσκολίες η εμπόδια μέχρι τη στιγμή που έρχονται σε μια κατά μέτωπο σύγκρουση μαζί τους. Η ικανότητά τους να ξεπερνούν τα πραγματικά εμπόδια με παχιά λόγια και η τάση τους της μεγάλης αισιοδοξίας για όλα τα ζητήματα («αυτός ο ωκεανός μου έρχεται μέχρι το γόνατο») μετατρέπονται αναπόφευχτα στο διαμετρικά αντίθετο τους όταν σημάνει η ώρα για αποφασιστική δράση. Για τον πρώτο τύπο επαναστάτη που κάνει τους μικρούς σωρούς από χώμα ολόκληρα βουνά, οι δυσκολίες για την κατάχτηση της εξουσίας βρίσκονται στη συσσώρευση και στην ύψωση στη νιοστή δύναμη όλων των δυσκολιών που είχε συνηθίσει να συναντάει. Για τον δεύτερο τύπο, τον επιπόλαιο και αισιόδοξο, οι δυσκολίες της επαναστατικής δράσης έρχονται πάντα σαν μια έκπληξη. Στην προπαρασκευαστική περίοδο, η συμπεριφορά των δύο τύπων είναι διαφορετική: ο πρώτος είναι σκεπτικιστής και δεν μπορούμε να στηριχθούμε πολύ πάνω του, δηλαδή με μια επαναστατική έννοια. Ο δεύτερος αντίθετα μπορεί να φαίνεται σαν ένας φανατικός επαναστάτης. Αλλά την αποφασιστική στιγμή, κι οι δυο βαδίζουν χέρι χέρι. Και οι δυο είναι αντίθετοι στην εξέγερση. Στο μεταξύ, όλη η προπαρασκευαστική δουλιά έχει κάποια αξία μόνο εφόσον δίνει τη δυνατότητα στο κόμμα και πάνω απ’ όλα στα ηγετικά του όργανα, να προσδιορίσουν τη στιγμή μιας εξέγερσης και να αναλάβουν την καθοδήγησή της. Γιατί το καθήκον του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι η κατάληψη της εξουσίας με σκοπό την ανοικοδόμηση της κοινωνίας.
Έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά για την αναγκαιότητα της «Μπολσεβικοποίησης» της Κόμιντερν. Αυτό είναι ένα καθήκον που δεν μπορεί ούτε να αμφισβητηθεί ούτε να καθυστερήσει. Επείγει ιδιαίτερα μετά τα σκληρά μαθήματα της Βουλγαρίας και της Γερμανίας πριν ένα χρόνο. Ο Μπολσεβικισμός δεν είναι μια θεωρία (δηλαδή δεν είναι απλά μια θεωρία) αλλά ένα σύστημα επαναστατικής εκπαίδευσης για την προλεταριακή επανάσταση. Τί είναι η Μπολσεβικοποίηση των Κομμουνιστικών Κομμάτων; Είναι το είδος της εκπαίδευσης που τους δίνεται και η επιλογή του ηγετικού επιτελείου που πραγματοποιείται, που θα τα εμποδίσει να «παρασυρθούν από το ρεύμα» όταν σημάνει η ώρα του Οκτώβρη τους. «Αυτός είναι όλος ο Χέγκελ και η σοφία των βιβλίων, και η ουσία όλης της φιλοσοφίας...».
Ένα Σύντομο Σχόλιο για το Βιβλίο
Η πρώτη φάση της «δημοκρατικής» επανάστασης κράτησε από την επανάσταση του Φλεβάρη ως την κρίση του Απρίλη, και τέλειωσε στις 6 του Μάη με το σχηματισμό της κυβέρνησης Συνασπισμού –με τη συμμετοχή των Μενσεβίκων και των Ναρόντνικων. Στη διάρκεια της πρώτης αυτής φάσης, ο συγγραφέας δεν συμμετείχε άμεσα, αφού έφτασε στην Πετρούπολη στις 5 του Μάη, την παραμονή του σχηματισμού της κυβέρνησης Συνασπισμού. Το πρώτο στάδιο της επανάστασης και οι επαναστατικές προοπτικές αναλύθηκαν στα άρθρα που έγραψα στην Αμερική. Κατά τη γνώμη μου, σ’ όλα τα βασικά σημεία, τα άρθρα αυτά συμπίπτουν με την ανάλυση του Λένιν στα «Γράμματα από Μακριά».
Από την πρώτη μέρα της άφιξης μου στην Πετρούπολη, δούλεψα σε πλήρη συνεργασία με την Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων. Υποστήριξα, φυσικά, την πορεία του Λένιν προς την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο σ’ όλα της τα σημεία και σαν σύνολο. Σ’ ότι αφορά την αγροτιά δεν υπήρχε ούτε ίχνος διαφωνίας ανάμεσα στον Λένιν και μένα. Ο Λένιν ολοκλήρωνε τότε το πρώτο στάδιο της πάλης του ενάντια στους δεξιούς Μπολσεβίκους και στο σύνθημα τους «δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Πριν από την τυπική είσοδο μου στο Κόμμα, συμμετείχα στη συγγραφή σχεδίων για μια σειρά αποφάσεις και ντοκουμέντα, που εκδόθηκαν στο όνομα του Κόμματος. Ο μόνος λόγος που καθυστέρησε την τυπική είσοδο μου στο Κόμμα για τρεις μήνες, είταν η επιθυμία να επιταχυνθεί η ένωση των καλύτερων στοιχείων της οργάνωσης Μετζραγιόντσι[4]. και των επαναστατών διεθνιστών γενικά, με τους Μπολσεβίκους. Ακολούθησα αυτή την πολιτική σε πλήρη συμφωνία με τον Λένιν.
Οι εκδότες αυτού του τόμου μου επιστήσανε την προσοχή στο γεγονός ότι σ’ ένα από τα άρθρα που έγραψα τότε υπέρ της ενοποίησης, υπάρχει μια αναφορά στην οργανωτική «νοοτροπία κύκλου» που έχουν οι Μπολσεβίκοι. Μερικά θηλυκά μυαλά, σαν τον σύντροφο Σόριν, δεν θα χάσουν, βέβαια, την ευκαιρία να συνδέσουν κατευθείαν και βιαστικά αυτή τη φράση με τις αρχικές διαφορές πάνω στην παράγραφο Νο 1 του καταστατικού του Κόμματος. Δεν βλέπω την ανάγκη να καταπιαστώ σε μια συζήτηση πάνω σ’ αυτό το θέμα, ιδιαίτερα μετά το γεγονός ότι έχω παραδεχτεί στα λόγια και στην πράξη τα πραγματικά και μεγάλα οργανωτικά μου σφάλματα. Αλλά ένας λιγότερο προκαταλειμμένος αναγνώστης θα βρει μια πολύ πιο απλή και άμεση ερμηνεία για την παραπάνω φράση. Πρέπει να αντιμετωπιστεί με τις συγκεκριμένες συνθήκες εκείνης της εποχής. Ανάμεσα στους Μετζραγιόντσι εργάτες, διατηρούνταν ακόμα μια μεγάλη δυσπιστία για την οργανωτική πολιτική της Επιτροπής της Πετρούπολης. Τα επιχειρήματα για «νοοτροπία κύκλου» –ανακατεμένα, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτιες περιπτώσεις, με αναφορές σ’ ένα σωρό «αδικίες»– είταν πολύ συχνά ανάμεσα στους Μετζραγιόντσι. Απόρριπτα αυτά τα επιχειρήματα με τον εξής τρόπο: η νοοτροπία κύκλου, σαν κληρονομιά από το παρελθόν, εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά για να ελαττωθεί, πρέπει οι Μετζραγιόντσι να πάψουν να υπάρχουν χωριστά.
Την καθαρά πολεμική «πρόταση» μου στο Πρώτο Συνέδριο των Σοβιέτ για το σχηματισμό μιας κυβέρνησης με 12 Πεσεκχόνοφ, την έχουν ερμηνεύσει ορισμένοι –ο Σουχάνοφ, νομίζω– για να δείξουν είτε ότι προσωπικά έτεινα προς τον Πεσεκχόνοφ, είτε ότι πρότεινα μια ιδιαίτερη πολιτική γραμμή, διαφορετική από εκείνη του Λένιν. Αυτό είναι βέβαια καθαρή ανοησία. Όταν το Κόμμα μας απαιτούσε από τα Σοβιέτ, που είχαν ηγέτες τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλ-Επαναστάτες, να πάρουν την εξουσία, «απαιτούσε» μ’ αυτό τον τρόπο μια κυβέρνηση με ανθρώπους σαν τον Πεσεκχόνοφ. Σε τελευταία ανάλυση δεν υπήρχε καμιά βασική διαφορά ανάμεσα στον Πεσεκχόνοφ, τον Τσερνόφ και τον Νταν. Όλοι χρησιμοποιούνταν το ίδιο για να διευκολύνουν τη μεταφορά της εξουσίας από την μπουρζουαζία στο προλεταριάτο. Μπορεί ο Πεσεκχόνοφ να είταν πιο εξοικειωμένος με τις στατιστικές και να έδινε έτσι, σαν πραχτικός άνθρωπος, μια κάπως καλύτερη εντύπωση από τον Τσερετέλι ή τον Τσερνόφ. Μια ντουζίνα Πεσεκχόνοφ σήμαινε μια κυβέρνηση από μια ντουζίνα γενναίους αντιπροσώπους της μικροαστικής δημοκρατίας στη θέση ενός συνασπισμού. Όταν οι μάζες της Πετρούπολης, με ηγεσία το Κόμμα μας, έριξαν το σύνθημα «Κάτω οι δέκα υπουργοί της μπουρζουαζίας», απαιτούσαν μ’ αυτό τον τρόπο από τους Μενσεβίκους και τους Ναρόντνικους να μπουν σ’ αυτά τα υπουργεία.
«Κύριοι αστοί δημοκράτες, πετάξτε έξω τους Καντέτους! Πάρτε την εξουσία στα χέρια σας! Βάλτε στην κυβέρνηση 12 (ή όσους έχετε) Πεσεκχόνοφ και σας υποσχόμαστε, στο βαθμό που το μπορούμε, να σας ξεφορτωθούμε “ειρηνικά” όταν θα σημάνει η ώρα –που είναι πάρα πολύ κοντά!».
Δεν υπάρχει καμιά ιδιαίτερη πολιτική γραμμή εδώ –είταν η ίδια γραμμή που διατύπωσε ξανά και ξανά ο Λένιν.
Θεωρώ απαραίτητο να υπογραμμίσω την προειδοποίηση του συντρόφου Λέντσνερ, εκδότη αυτού του τόμου. Όπως είπε, το κύριο μέρος των ομιλιών σ’ αυτό τον τόμο, δεν ανατυπώθηκαν από στενογραφημένες σημειώσεις, ακόμα και ελλιπείς, αλλά από αναφορές δημοσιογράφων του συμφιλιωτικού τύπου, μισο-άσχετους και μισο-μοχθηρούς. Μια πρόχειρη εξέταση μερικών ντοκουμέντων αυτού του είδους μ’ έκαναν να εγκαταλείψω αμέσως το αρχικό σχέδιο της διόρθωσης και συμπλήρωσης τους μέχρι ένα βαθμό. Ας μείνουν έτσι όπως είναι. Κι αυτά, με τον τρόπο τους, είναι ντοκουμέντα της εποχής, παρόλο που προέρχονται «από την άλλη μεριά».
Αυτός ο τόμος δεν θα είχε τυπωθεί χωρίς την προσεκτική και εξαιρετική δουλιά του συντρόφου Λέντσνερ –που είναι επίσης υπεύθυνος για τη συγκέντρωση των σημειώσεων– και των βοηθών του, των συντρόφων Χέλερ, Κριτζανόφσκι, Ροβένσκι και Ι. Ρούμερ.
Βρίσκω την ευκαιρία να τους εκφράσω τη συντροφική μου ευγνωμοσύνη. Θα πρέπει να σημειώσω ιδιαίτερα την τεράστια δουλιά που έκανε για την προετοιμασία αυτού του τόμου, όπως και για τα άλλα μου βιβλία, ο στενότερος συνεργάτης μου, Μ.Σ. Γκλάτζμαν[5].
Τελειώνω αυτές στις γραμμές με αίσθημα τη βαθιά μου λύπη για τον τραγικό θάνατο του θαυμάσιου συντρόφου, εργάτη κι ανθρώπου.
15 του Σεπτέμβρη 1924
Κισλονόδσκ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]. Ο Ρούντολφ Χίλφερντιγκ, είταν ένας εξέχων ηγέτης της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας, και ηγετικό στέλεχος της «Αυστρομαρξιστικής» σχολής. Πρώτα δρούσε στην αυστριακή Σοσιαλ-δημοκρατία, αλλά το 1906 μπήκε στο γερμανικό κίνημα. Το κύριο έργο του είναι το Χρηματιστικό Κεφάλαιο. Καουτσκικός, κεντριστής στη διάρκεια του πολέμου, μπήκε στους Ανεξάρτητους Σοσιαλιστές το 1917 και αντιτάχτηκε στην Κομμουνιστική Διεθνή. Ξαναμπήκε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και είταν υπουργός στις κυβερνήσεις συνασπισμού των Στρέζεμαν και Μίλερ. Έκδιδε το «Γκεζέλσαφτ», (σελ. 51).
[2]. Η ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ (1918) σταμάτησε τον πόλεμο ανάμεσα στην επαναστατική Ρωσία και την Ιμπεριαλιστική Γερμανία. Παρόλο που στην ειρήνη αντιτάχτηκαν σκληρά πάνω από τους μισούς αντιπρόσωπους του Παν-Ρωσικού Συνέδριου των Σοβιέτ, η σιδερένια λογική του Λένιν υπερίσχυσε τελικά και οι όροι «Τίλσιτ» του στρατηγού Χόφμαν έγιναν αποδεχτοί. Η Ρωσία έπρεπε να δόσει μια τεράστια αποζημίωση και να χάσει πολλά εδάφη της. Ο Τρότσκι καθυστέρησε τις διαπραγματεύσεις όσο το δυνατό περισσότερο, για να δόσει στο απεργιακό κίνημα στη Γερμανία την ευκαιρία να αναπτυχθεί σε επαναστατικές διαστάσεις, αλλά οι γερμανοί Σοσιαλ-δημοκράτες έπνιξαν το επαναστατικό κίνημα. Σ’ αυτές τις συνθήκες, ο Λένιν τόνισε, η Ρωσία δεν είταν σε θέση να κάνει έναν επαναστατικό πόλεμο. Η επανάσταση χρειαζόταν μια ανάπαυλα για να σταθεροποιηθεί και να δημιουργήσει τις δικές της ένοπλες δυνάμεις, (σελ. 53).
[3]. Σύγκρινε Λ. Τρότσκι, «Τα Προβλήματα του Εμφυλίου Πολέμου», «Πράβντα», Νο 202, 6 του Σεπτέμβρη 1924, (Υποσ. του Λ.Τ. στη σελ.72).
[4]. Το 1917, οι Μετζραγιόντσι (Διαχτιδική Οργάνωση των Ενωμένων Σοσιαλδημοκρατών) αριθμούσαν 4.000 περίπου μέλη στην Πετρούπολη και 1.000 στη στρατιωτική οργάνωση. Ανάμεσα στα ηγετικά μέλη τους, περιλαβαίνονταν, έκτός από τον Τρότσκι, επαναστάτες σαν τους Λουνατσάρσκι, Βολντάρσκι, Ουρίτσκι, Γιόφε, Μανουίλσκι, Κάραχαν, Ριαζάνοφ, Ποκρόφσκι και Γιουρίν. Εκδίδανε ένα παράνομο όργανο, το «Βπεριόντ» («Εμπρός»). Η συγχώνευσή τους με τους Μπολσεβίκους έγινε στο Έκτο Συνέδριο των τελευταίων στις 8-16 Αυγούστου 1917. Ο Σβερντλόφ ανάφερε ότι ο Τρότσκι είχε ήδη μπει στη συνταχτική επιτροπή της «Πράβντα», αλλά είχε εμποδιστεί να πάρει μέρος λόγω της φυλάκισης του. Το όνομα του Τρότσκι είταν ένα από τα τέσσερα που πήραν τους περισσότερους ψήφους για την Κεντρική Επιτροπή που εκλέχτηκε στο Συνέδριο (Λένιν, Ζινόβιεφ και ακολουθούν με ίδιους ψήφους οι Τρότσκι και Κάμενεφ), (σελ. 85).
[5]. Ο Μ.Σ. Γκλάτζμαν διαγράφτηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα με μια ψεύτικη κατηγορία και αυτοκτόνησε.
Μετάφραση - Επιμέλεια: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου