Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Φ. ΈΝΓΚΕΛΣ: Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ



Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Το άρθρο αυτό είναι το V μέρος από το βιβλίου του ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΝΓΚΕΛΣ με τον τίτλο: "Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους". Στο βιβλίο αυτό ο Ενγκελς περιγράφει τις διαδοχικές κοινωνικές και οικονομικές μορφές που αποτέλεσαν το θεμέλιο της ανθρωπότητας στα πρώτα χρόνια της ιστορίας της, καθώς ο άνθρωπος γινόταν σιγά - σιγά κύριος των μέσων συντήρησής του. Το βιβλίο γράφτηκε μετά το θάνατο του Μάρξ, και περιέχει στοιχεία από σημειώσεις του Μάρξ και του Ενγκελς. Βασίζεται στο βιβλίο "Η Αρχαία Κοινωνία" (Ancient Society) του ανθρωπολόγου Lewis Henry Morgan που δημοσιεύτηκε στα 1877. Μία ακόμα προσφορά στη Μαρξιστική σκέψη και θεωρία του ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ.

Το πώς εξελίχθηκε το κράτος, εν μέρει με τη μεταβολή των οργάνων του καθεστώτος των γενών, εν μέρει με τον παραγκωνισμό τους από νέα όργανα που βγήκαν στη μέση, και τέλος με την ολοκληρωτική αντικατάστασή τους από πραγματικού "ένοπλου λαού", που μόνος του υπεράσπιζε τον εαυτό του σταγένη, στις φατρίες και στις φυλές του, την πήρε μια ένοπλη "δημόσια εξουσία" που ήταν υποταγμένη στα κρατικά αυτά όργανα και που, επομένως, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ενάντια στο λαό - όλα αυτά μπορούμε - στην πρώτη τους τουλάχιστο φάση, να τα παρακολουθήσουμε καλύτερα από οπουδήποτε αλλού στην αρχαία Αθήνα. Τις αλλαγές στη μορφή τις περιέγραψε βασικά ο Μόργκαν, εγώ πρέπει να συμπληρώσω στο μεγαλύτερό του μέρος το οικονομικό περιεχόμενο που γεννά αυτές τις αλλαγές.
Στους ηρωικούς χρόνους οι τέσσερις φυλές των Αθηναίων κατοικούσαν ακόμη σε χωριστά εδάφη στην Αττική. Ακόμη και οι δώδεκα φατρίες που τις αποτελούσαν, φαίνεται να είχαν κι αυτές ξεχωριστές έδρες στις δώδεκα πόλεις του Κέκροπα. Το καθεστώς ήταν το ίδιο το καθεστώς των ηρωικών χρόνων: λαϊκή συνέλευση, λαϊκό συμβούλιο, βασιλιάς. Την εποχή που αρχίζει η γραφτή ιστορία, η γη ήταν ήδη μοιρασμένη και είχε περάσει σε ατομική ιδιοκτησία, όπως ταιριάζει στην αρκετά κιόλας αναπτυγμένη εμπορευματική παραγωγή στα τέλη του ανώτερου σταδίου της βαρβαρότητας και στην αντίστοιχή της ανταλλαγή εμπορευμάτων. Πλάι στα σιτηρά παρήγαν κρασί και λάδι. Το θαλάσσιο εμπόριο στο Αιγαίο Πέλαγος το αποσπούσαν όλο και περισσότερο από τους Φοίνικες και το μεγαλύτερό του μέρος έπεφτε σε αττικά χέρια. Με την αγορά και την πούληση της κτηματικής ιδιοκτησίας, με τον προοδευτικό καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα στη γεωργία και τη χειροτεχνία, στο εμπόριο και τη ναυτιλία, ανακατεύτηκαν αναγκαστικά και πολύ γρήγορα τα μέλη των γενών, των φρατιών και των φυλών. Στην περιφέρεια της φρατρίας και της φυλής εγκαταστάθηκαν κάτοικοι, που αν και ήταν από τον ίδιο λαό, ωστόσο δεν ανήκαν σ΄ αυτές τις οργανώσεις, ήταν δηλ. ξένοι στον τόπο της κατοικίας τους. Γιατί σε ειρηνικές εποχές κάθε φρατρία και κάθε φυλή διαχειριζόταν μονάχη της τις υποθέσεις της, χωρίς να συμβουλεύεται το λαϊκό συμβούλιο ή τον βασιλιά στην Αθήνα. Οποιος όμως κατοικούσε στην περιοχή της φρατρίας ή της φυλής χωρίς ν΄ ανήκει σ΄ εκείνες, δε μπορούσε, φυσικά, να παίρνει μέρος σ΄ αυτή τη διοίκηση.
Ετσι, η κανονισμένη λειτουργία των οργάνων του καθεστώτος των γενών διαταράχτηκε τόσο, που από τους ηρωικούς ήδη χρόνους χρειάσθηκε διόρθωμα. Εισήγαγαν το πολίτευμα που αποδίδεται στον Θησέα. Η αλλαγή που έγινε ήταν πριν απ΄ όλα ότι ιδρύθηκε κεντρική διοίκηση στην Αθήνα, δηλ. μερικές από τις υποθέσεις που ως τότε τις διαχειριζόταν ανεξάρτητα οι φυλές κηρύχτηκαν κοινές υποθέσεις και ανατέθηκαν στο κοινό συμβούλιο που έδρευε στην Αθήνα. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο οι Αθηναίοι έκαναν ένα βήμα πιό μπροστά απ΄ ότι είχε κάνει οποιοσδήποτε ιθαγενής λαός στην Αμερική: αντί της απλής ομοσπονδίας φυλών, που κατοικούσαν η μια πλάι στην άλλη, οι φυλές συγχωνεύτηκαν σ΄ ένα και μόνο λαό. Ετσι γεννήθηκε ένα αθηναϊκό γενικό λαϊκό δίκαιο, που βρισκόταν πάνω από το εθιμικό δίκαιο των φυλών και των γενών. Ο Αθηναίος πολίτης απόκτησε ορισμένα δικαιώματα και νέα νομική προστασία, ακόμη και σε έδαφος που ανήκε σε άλλη φυλή. Ετσι όμως είχε γίνει το πρώτο βήμα για να υποσκαφτεί το καθεστώς των γενών, γιατί ήταν το πρώτο βήμα για την κατοπινή εισδοχή πολιτών, που δεν ανήκαν σε καμιά από τις φυλές της Αττικής και που βρίσκονταν και έμεναν ολότελα έξω από το αθηναϊκό σύστημα γενών. Ενας δεύτερος θεσμός, που αποδίδεται στον Θησέα, ήταν ο χωρισμός όλου του λαού, χωρίς να παίρνεται υπόψη το γένος, η φρατρία ή η φυλή, σε τρεις τάξεις: στους ευπατρίδες ή ευγενείς, στους γεώμορους ή γεωργούς και στους δημιουργούς ή χειροτέχνες, και η παραχώρηση στους ευγενείς του αποκλειστικού δικαιώματος να κατέχουν δημόσια αξιώματα. Είναι αλήθεια ότι, αν εξαιρέσουμε την κατοχή των αξιωμάτων από τους ευγενείς, η διαίρεση αυτή έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, γιατί δε δημιουργούσε καμιά άλλη νομική διάκριση ανάμεσα στις τάξεις. Ομως είναι σπουδαία γιατί μας παρουσιάζει τα νέα κοινωνικά στοιχεία που είχαν αναπτυχθεί σιωπηρά. Δείχνει ότι η από συνήθεια κατοχή των αξιωμάτων στα γένη από ορισμένες οικογένειες είχε ουσιαστικά εξελιχθεί σε μή αμφισβητούμενο δικαίωμα αυτών των οικογενειών στα αξιώματα, ότι αυτές οι οικογένειες, που έτσι ή αλλιώς ήταν ισχυρές με τα πλούτη τους, άρχιζαν να συνενώνονται, έξω από τα γένη τους, σε μια ξεχωριστή προνομιούχα τάξη, και ότι το κράτος, που μόλις γεννιόταν, καθαγίαζε αυτόν τον σφετερισμό. Δείχνει ακόμα ότι ο καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στους αγρότες και τους χειροτέχνες είχε ήδη τόσο δυναμώσει, που διεκδικούσε τα πρωτεία σε κοινωνική σημασία απέναντι στην παλιά διάρθρωση κατά γένη και φυλές. Κηρύσσει, τέλος, την ασυμβίβαστη αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνία των γενών και στο κράτος. Η πρώτη προσπάθεια για το σχηματισμό κράτους είναι να διασπάσει τα γένη, χωρίζοντας τα μέλη του κάθε γένους σε προνομιούχους και μή προνομιούχους και τούτους τούς μή προνομιούχους πάλι σε δυό επαγγελματικές τάξεις, φέρνοντας έτσι αντιμέτωπη τη μιά στην άλλη.
Τη μετέπειτα πολιτική ιστορία της Αθήνας ως τον Σόλωνα τη γνωρίζομε μόνο ατελώς. Το αξίωμα του βασιλιά έχανε τη σημασία του. Επικεφαλής του κράτους μπήκαν άρχοντες εκλεγμένοι από τους ευγενείς. Η κυριαρχία των ευγενών μεγάλωνε όλο και περισσότερο ώσπου κατά το 600 π.Χ. έγινε αφόρητη. Κύριο μέσο για την καταπίεση της λαϊκής ελευθερίας ήταν το χρήμα και η τοκογλυφία. Η κύρια έδρα των ευγενών ήταν μέσα και γύρω από την Αθήνα όπου το θαλάσσιο εμπόριο μαζί με την πειρατεία, που την ασκούσαν ακόμη όταν τους δινόταν ευκαιρία, τους πλούτιζε και συγκέντρωνε το χρηματικό πλούτο στα χέρια τους. Από κει η χρηματική οικονομία που αναπτυσσόταν διείσδυε σαν διαβρωτικό οξύ στον πατροπαράδοτο τρόπο ύπαρξης των αγροτικών κοινοτήτων που βασίζονταν στη φυσική οικονομία. Το καθεστώς των γενών είναι απολύτως ασυμβίβαστο με τη χρηματική οικονομία. Η καταστροφή των μικροχωρικών της Αττικής συνέπεσε με το χαλάρωμα των παλιών δεσμών του γένους που τους περιέβαλλε προστατευτικά. Το ομόλογο και η κτηματική υποθήκη (γιατί και την υποθήκη την είχαν ήδη εφεύρει οι Αθηναίοι) δε λογάριαζαν ούτε γένη ούτε φρατρίες. Αλλά το παλιό καθεστώς των γενών δεν ήξερε ούτε το χρήμα, ούτε την προκαταβολή, ούτε το χρηματικό χρέος. Γι΄ αυτό, η χρηματική κυριαρχία των ευγενών, που επεκτεινόταν όλο και περισσότερο, διαμόρφωσε και ένα καινούργιο εθιμικό δίκαιο που εξασφάλιζε τον πιστωτή από τον οφειλέτη, που καθιέρωνε την εκμετάλλευση του φτωχού χωρικού από τον κάτοχο του χρήματος. Ολοι οι αγροί της Αττικής ήταν γιομάτοι με στύλους, όπου σημειωνόταν ότι το κτήμα είναι υποθηκευμένο στον τάδε ή στον τάδε, καθώς και το χρηματικό ποσό της υποθήκης. Τα χωράφια που δε σημαδεύονταν με στύλους είχαν κιόλας στο μεγαλύτερό τους μέρος πουληθεί, γιατί είχε λήξει η προθεσμία της υποθήκης ή γιατί δεν είχαν πληρωθεί οι τόκοι και είχαν γίνει ιδιοκτησία του ευπατρίδη τοκογλύφου. Ο χωρικός έπρεπε νάναι ευχαριστημένος αν του επιτρεπόταν να μένει σαν ενοικιαστής στο χωράφι και να ζεί από το έ ν α έ κ τ ο του εισοδήματος της δουλειάς του, πληρώνοντας για νοίκι τα π έ ν τ ε έ κ τ α στο καινούργιο αφεντικό. Κάτι παραπάνω. Αν το προϊόν της πούλησης του κτήματος δεν έφτανε να καλύψει το χρέος ή αν αυτό το χρέος είχε γίνει χωρίς την εγγύηση υποθήκης, ο οφειλέτης έπρεπε να πουλήσει τα παιδιά του στο εξωτερικό σαν δούλους για να πληρωθεί ο πιστωτής. ΠΟύλημα παιδιών από τον πατέρα, αυτός ήταν ο πρώτος καρπός του πατρικού δικαίου και της μονογαμίας. Κι αν η βδέλα δεν είχε ακόμα ικανοποιηθεί πέρα για πέρα, μπορούσε να πουλήσει τον ίδιο τον οφειλέτη σαν δούλο. Αυτή ήταν η ευχάριστη χαραυγή του πολιτισμού για το λαό της Αθήνας.
Παλιότερα, τότε που οι συνθήκες της ζωής του λαού αντιστοιχούσαν ακόμη στο καθεστώς των γενών, ήταν αδύνατη μια τέτια ανατροπή. Εδώ όμως η ανατροπή αυτή είχε γίνει χωρίς να ξέρει κανείς πώς. Ας γυρίσουμε μια στιγμή πίσω στους Ιροκέζους μας. Σ΄ αυτούς ήταν ακατανόητη μια κατάσταση σαν και τούτη που είχε τώρα επιβληθεί στους Αθηναίους χωρίς να φταίνε, σα να λέμε, και σίγουρα παρά τη θέλησή τους. Σ΄ αυτούς ο τρόπος παραγωγής, που, χρόνο με χρόνο, έμενε ο ίδιος, δεν μπορούσε ποτέ να δημιουργήσει τέτιες συγκρούσεις που θάλεγε κανείς ότι επιβάλλονται από τα έξω, δεν μπορούσε να δημιουργήσει την αντίθεση του πλούσιου και του φτωχού, των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευόμενων. Οι Ιροκέζοι πολύ απείχαν ακόμη από την κυριαρχία πάνω στη φύση, μα μέσα στα πλαίσια των φυσικών συνόρων που τους έβαζε η φύση κυριαρχούσαν πάνω στην ίδια τους την παραγωγή. Εκτός από τις κακές σοδιές στα περιβολάκια τους, εκτός από την εξάντληση του αποθέματος σε ψάρια των λιμνών και των ποταμιών τους, από την εξάντληση των αγριμιών στα δάση τους, ήξεραν πάντα τί θα απόδιδε ο δικός τους τρόπος εξασφάλισης των μέσων για τη συντήρησή τους. Εκείνο που έπρεπε να βγαίνει ήταν τα μέσα για τη συντήρησή τους, άλλοτε φτωχότερα κι άλλοτε πλουσιότερα. Ποτέ όμως δε μπορούσαν να προκύψουν απρόβλεπτες κοινωνικές ανατροπές, σπάσιμο των δεσμών που συγκροτούσαν τα γένη, διάσπαση των μελών στα γένη και στις φυλές σε αντίθετες, αντιμαχόμενες τάξεις. Η παραγωγή κινιόταν μέσα στα πιό στενά πλαίσια, μα οι παραγωγοί εξουσίαζαν το προϊόν τους. Αυτή ήταν η τεράστια υπεροχή της παραγωγής στην εποχή της βαρβαρότητας, που χάθηκε με το πέρασμα στον πολιτισμό, και θα είναι καθήκον των επόμενων γενεών να την ανακτήσουν πάνω στη βάση της αποκτημένης σήμερα τεράστιας κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση και της ελεύθερης ένωσης των ανθρώπων που τώρα πιά είναι δυνατή.
Διαφορετικά ήταν τα πράγματα στους Ελληνες. Η ατομική ιδιοκτησία που εμφανίστηκε στα κοπάδια και στα αντικείμενα πολυτελείας οδήγησε στην ανταλλαγή ανάμεσα στα άτομα, στη μετατροπή των προϊόντων σε ε μ π ο ρ ε ύ μ α τ α. Και εδώ βρίσκεται το σπέρμα όλης της κατοπινής ανατροπής. Μόλις οι παραγωγοί δεν ξόδευαν πιά άμεσα οι ίδιοι το δικό τους προϊόν, μα το έδιναν στην ανταλλαγή, χάνανε την κυριαρχία πάνω του. Δεν ξέρανε πιά τι γινόταν και δημιουργήθηκε η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί κάποτε το προϊόν ενάντια στον παραγωγό, για την εκμετάλλευση και την καταπίεσή του. Γι΄ αυτό καμιά κοινωνία δεν μπορεί να διατηρήσει για πολύ την κυριαρχία πάνω στην ίδια της την παραγωγή και τον έλεγχο πάνω στα κοινωνικά αποτελέσματα της διαδικασίας της παραγωγής της, όσο δεν καταργεί την ανταλλαγή ανάμεσα στα ξεχωριστά άτομα.
Οι Αθηναίοι όμως έμελλαν με την ίδια τους την πείρα να μάθουν πόσο γρήγορα το προϊόν, ύστερα από την εμφάνιση της ανταλλαγής ανάμεσα στα άτομα και τη μετατροπή των προϊόντων σε εμπορεύματα, επιβάλλει την κυριαρχία του πάνω στον παραγωγό. Μαζί με την παραγωγή εμπορευμάτων παρουσιάστηκε και η καλλιέργεια της γης από τα ξεχωριστά άτομα και για δικό τους λογαριασμό και σύντομα κατόπιν ακολούθησε και η ατομική ιδιοκτησία στη γή. Ηρθε τότε και το χρήμα, το γενικό εμπόρευμα, που μ΄ αυτό ανταλλάζονταν όλα τ΄ άλλα. Οταν όμως οι άνθρωποι εφεύρισκαν το χρήμα δεν φαντάζονταν ότι δημιουργούσαν κατ΄ αυτό τον τρόπο μιά νέα κοινωνική δύναμη, τη μοναδική δύναμη που είχε καθολική σημασία και πού μπροστά της έμελλε να υποκλίνεται ολόκληρη η κοινωνία. Και την κυριαρχία αυτής της νέας δύναμης, που ξεπήδησε ξαφνικά, χωρίς να το ξέρουν και χωρίς να το θέλουν οι ίδιοι οι δημιουργοί της, την ένιωσαν οι Αθηναίοι σ΄ όλη την ωμότητα της νεότητάς της.
Τι έπρεπε να γίνει; Το παλιό καθεστώς των γενών δεν αποδείχτηκε μόνο ανίσχυρο μπρός στη νικηφόρα πορεία του χρήματος, στάθηκε και απόλυτα ανίκανο να βρει μέσα στα πλαίσιά του χώρο για πράγματα σαν το χρήμα, τους πιστωτές και χρεώστες, τη βίαιη είσπραξη χρεών. Ωστόσο υπήρχε πιά η νέα κοινωνική δύναμη, και οι ευσεβείς πόθοι, η νοσταλγία για επιστροφή στον παλιό καλόν καιρό δεν μπορούσαν να βγάλουν από τη μέση το χρήμα και την τοκογλυφία. Κι ακόμη ανοίχτηκαν μια σειρά άλλα, δευτερεύοντα ρήγματα στο καθεστώς των γενών. Το ανακάτωμα των μελών του γένους και των φρατριών σ΄ όλη την περιοχή της Αττικής, ιδίως στην Αθήνα, μεγάλωνε από γενιά σε γενιά, παρά το γεγονός ότι ο Αθηναίος πολίτης, ενώ μπορούσε να πουλά κτήματα έξω από το γένος του, δεν είχε ακόμη το δικαίωμα να πουλήσει το σπίτι του. Με την πρόοδο της βιοτεχνίας και των επικοινωνιών είχε αναπτυχθεί πληρέστερα ο καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στους διάφορους κλάδους παραγωγής: γεωργία και χειροτεχνία - και μέσα στη χειροτεχνία, ανάμεσα στις αναρίθμητες υποδιαιρέσεις της: εμπόριο, ναυτιλία κλπ. Τώρα ο πληθυσμός, ανάλογα με την απασχόλησή του, χωριζόταν σε αρκετά σταθερές ομάδες, που η καθεμιά τους είχε μια σειρά νέα κοινά συμφέροντα τα οποία δεν είχαν θέση στο γένος ή στη φρατρία και πού για τη φροντίδα τους χρειάζονταν νέα αξιώματα. Ο αριθμός των δούλων είχε αυξηθεί σημαντικά και θα πρέπει από τότε κιόλας να είχε ξεπεράσει πολύ τον αριθμό των ελεύθερων Αθηναίων. Το καθεστώς των γενών αρχικά δε γνώριζε τη δουλεία, επομένως δε γνώριζε και τα μέσα να χαλιναγωγεί αυτή τη μάζα των ανελεύθερων.Και τέλος, το εμπόριο είχε φέρει στην Αθήνα ένα σωρό ξένους που εγκατασταίνονταν εκεί, γιατί εκεί ήταν πιο εύκολο να κερδίζουν χρήματα, και σύμφωνα πάλι με το παλιό σύστημα οι ξένοι αυτοί δεν είχαν ούτε πολιτικά δικαιώματα, ούτε νομική προστασία και, παρά την πατροπαράδοτη ανοχή, έμεναν ένα ενοχλητικό ξένο στοιχείο μέσα στο λαό.
Κοντολογής, το σύστημα των γενών πλησίαζε στο τέλος του. Η κοινωνία αναπτυσσόταν καθημερινά και ξεπερνούσε τα πλαίσιά του. Δεν μπορούσε μήτε να εμποδίσει μήτε να εξαλείψει και τα χειρότερα ακόμη κακά που είχαν γεννηθεί μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου. Στο μεταξύ, όμως, είχε αναπτυχθεί σιωπηρά το κράτος. Οι νέες ομάδες που δημιουργήθηκαν με τον καταμερισμό της εργασίας, πρώτα ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο και ύστερα ανάμεσα στους διάφορους κλάδους εργασίας μέσα στην ίδια την πόλη, δημιούργησαν νέα όργανα για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Δημιουργήθηκαν κάθε λογής αξιώματα. Και το νεαρό κράτος χρειάστηκε πριν απ΄ όλα μιά δική του ένοπλη δύναμη, που στους θαλασσοπόρους Αθηναίους μπορούσε στην αρχή νάναι μονάχα ναυτική δύναμη για διάφορους μικρούς πολέμους και για την προστασία των εμπορικών καραβιών. Κάποτε, άγνωστο πότε, πρίν απο τον Σόλωνα, δημιουργήθηκαν οι ναυκραρίες, μικρές εδαφικές περιοχές, δώδεκα σε κάθε φυλή. Κάθε ναυκραρία όφειλε να διαθέτει ένα πολεμικό καράβι, να το αρματώνει και να το επανδρώνει, και χώρια απ΄ αυτό να διαθέτει και δυό ιππείς. Ο θεσμός αυτός χτύπησε από δυό μεριές το καθεστώς των γενών. Πρώτα, γιατί, δημιουργούσε μιά δημόσια εξουσία (Offentliche Gewalt), που ήδη δεν ήταν πιά ταυτόσημη με το σύνολο του ένοπλου λαού. Και, δεύτερο, γιατί, για πρώτη φορά, διαιρούσε το λαό, προς δημόσιους σκοπούς, όχι κατά συγγενικές ομάδες μά κατά τοπική συνοίκηση. Τι σημασία είχε αυτό θα φανεί παρακάτω.

Μια και το καθεστώς των γενών δεν μπορούσε να βοηθήσει τον εκμεταλλευόμενο λαό, δεν έμενε στο λαό άλλο παρά να υπολογίζει μόνο στο κράτος που γεννιόταν. Kι αυτό τον βοήθησε με τη νομοθεσία του Σόλωνα, η οποία ταυτόχρονα δυνάμωνε με τη σειρά της το κράτος σε βάρος του παλιού καθεστώτος. Ο Σόλων - ο τρόπος που το 594 π.Χ. έγινε η μεταρρύθμισή του δε μας ενδιαφέρει εδώ - εγκαινίασε τη σειρά των λεγόμενων πολιτικών επαναστάσεων και την εγκαινίασε με μια επέμβαση στην ιδιοκτησία. ΟΛες οι επαναστάσεις που έγιναν από τότε είναι επαναστάσεις για την υπεράσπιση ενός είδους ιδιοκτησίας ενάντια σ΄ ένα άλλο είδος ιδιοκτησίας. Δεν μπορούν να υπερασπίσουν το ένα σύστημα χωρίς να παραβιάσουν το άλλο. Στη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση θυσίασαν τη φεουδαρχική ιδιοκτησία για να σώσουν την αστική. Στην επανάσταση του Σόλωνα η ιδιοκτησία των πιστωτών θυσιάστηκε προς όφελος της ιδιοκτησίας των οφειλετών. Ακυρώθηκαν απλούστατα τα χρέη. Τις λεπτομέρειες δεν τις ξέρουμε ακριβώς, μα ο Σόλων στα ποιήματά του παινεύεται ότι απομάκρυνε από τις χρεωμένες γαίες τους στύλους υποθήκης και ότι έφερε ξανά στον τόπο τους όσους είχαν δραπετεύσει ή είχαν πουληθεί στο εξωτερικό για χρέη. Αυτό μπόρεσε να γίνει μόνο με μια ανοιχτή παραβίαση της ιδιοκτησίας. Και, πραγματικά, από την πρώτη ως την τελευταία, όλες οι πολιτικές λεγόμενες επαναστάσεις έγιναν για την προστασία ενός ε ί δ ο υ ς ιδιοκτησίας που πραγματοποιήθηκε με την κατάσχεση που λέγεται και κλοπή της ιδιοκτησίας - ά λ λ ο υ είδους. Κι αυτό είναι τόσο αληθινό, που επί 2.500 χρόνια η ατομική ιδιοκτησία μπόρεσε να διατηρηθεί μόνο με την παραβίαση της ιδιοκτησίας.

Τώρα όμως έπρεπε να βρεθεί τρόπος για να εμποδιστεί το ξανασκλάβωμα των ελεύθερων Αθηναίων. Αυτό έγινε πρώτα με γενικά μέτρα, λ.χ. με την απαγόρευση χρεωστικών συμβολαίων όπου το πρόσωπο του οφειλέτη έμπαινε ενέχυρο. Επίσης καθορίστηκε ένα ανώτατο όριο στην έκταση της γης που μπορεί να κατέχει κάθε ξεχωριστό άτομο, για να μπουν έτσι, μερικοί τουλάχιστο, φραγμοί στη βουλιμία των ευγενών για τη γή των χωρικών. Υστερα όμως επακολούθησαν αλλαγές στο πολίτευμα, από τις οποίες για μας οι σπουδαιότερες είναι οι ακόλουθες: Αύξησαν τα μέλη του συμβουλίου σε 400, εκατό από κάθε φυλή. Εδώ λοιπόν έμενε ακόμη βάση η φυλή. Αυτή ήταν ωστόσο και η μόνη πλευρά του παλιού καθεστώτος που μπήκε στο νέο κρατικό σώμα. Γιατί κατά τ΄ άλλα ο Σόλων χώρισε τους πολίτες σε 4 τάξεις, σύμφωνα με τη γή που είχαν και σύμφωνα με το εισόδημά τους - 500, 300 και 150 μέδιμνοι σιτηρά (1 μέδιμνος = περίπου 41 λίτρες) ήταν τα ελάχιστα εισοδήματα για τις τρείς πρώτες τάξεις. Οποιος είχε λιγότερη κτηματική ιδιοκτησία ή δεν είχε διόλου, ανήκε στην τέταρτη τάξη. Ολα τα αξιώματα δικαιούνταν να τα κατέχουν μόνον οι τρείς ανώτερες τάξεις, και τα ανώτατα αξιώματα μόνο η πρώτη τάξη. Η τέταρτη τάξη είχε μόνο το δικαίωμα να μιλά και να ψηφίζει στη λαϊκή συνέλευση. Εδώ όμως εκλέγονταν και εδώ λογοδοτούσαν όλοι οι αξιωματούχοι, εδώ φτιάχνονταν όλοι οι νόμοι και εδώ η τέταρτη τάξη αποτελούσε την πλειοψηφία. Τα αριστοκρατικά προνόμια ανανεώθηκαν εν μέρει με τη μορφή προνομίων του πλούτου, μα ο λαός διατηρούσε την αποφασιστική εξουσία. Οι τέσσερις τάξεις αποτελούσαν επίσης τη βάση για μια νέα οργάνωση του στρατού. Οι δυό πρώτες τάξεις παρείχαν το ιππικό, η τρίτη υπηρετούσε σαν βαρύ πεζικό, η τέταρτη σαν ελαφρά οπλισμένο, ευκίνητο πεζικό, ή υπηρετούσε στο στόλο, όπου πιθανόν να πληρονόταν κιόλας.

Εδώ λοιπόν εισάγεται ένα εντελώς καινούργιο στοιχείο στο καθεστώς: η ατομική ιδιοκτησία. Τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των πολιτών διαβαθμίζονται ανάλογα με την έκταση της κτηματικής τους περιουσίας, και στο βαθμό που κερδίζουν σε επιρροή οι ιδιοκτήτριες τάξεις, στον ίδιο βαθμό παραγκωνίζονται οι παλιές αιματοσυγγενικές ενώσεις. Το καθεστώς των γενών είχε υποστεί μια νέα ήττα. Η διαβάθμιση των πολιτικών δικαιωμάτων ανάλογα με την περιουσία δεν ήταν ωστόσο από τους θεσμούς εκείνους, χωρίς τους οποίους δε μπορεί να υπάρχει το κράτος. Οσο μεγάλο ρόλο κι αν έπαιξε η διαβάθμιση αυτή στην ιστορία των πολιτευμάτων των κρατών, πολλά κράτη, και μάλιστα τα πιό εξελιγμένα, δεν τη χρειάστηκαν. Και στην Αθήνα ακόμη έπαιξε μόνο παροδικό ρόλο. Από τον καιρό του Αριστείδη όλα τα αξιώματα ήταν προσιτά στον κάθε πολίτη.

Στα αμέσως κατοπινά 80 χρόνια η αθηναϊκή κοινωνία πήρε σιγά - σιγά την κατεύθυνση προς την οποία εξελίχθηκε μετέπειτα, στους επόμενους αιώνες. Είχε μπεί φραγμός στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία της γής της προσολωνικής εποχής, επίσης είχε μπεί φραγμός και στην απεριόριστη συγκέντρωση της κτηματικής ιδιοκτησίας. Κύριος κλάδος βιοπορισμού γίνονται το εμπόριο και η χειροτεχνία, μαζί και η καλλιτεχνική χειροτεχνία. (Kunsthandwerk), που εξασκούνται όλο και σε μεγαλύτερη κλίμακα με την εργασία των δούλων. Οι άνθρωποι φωτίζονταν. Οι Αθηναίοι, αντί να εκμεταλλεύονται με τον παλιό ωμό τρόπο τους συμπολίτες τους, εκμεταλλεύονταν κυρίως τους δούλους και την εξωαθηναϊκή πελατεία. Μεγάλωναν διαρκώς η κινητή ιδιοκτησία, ο χρηματικός πλούτος και ο πλούτος σε δούλους και καράβια, μα δεν ήταν τώρα πιά απλό μέσο για ν΄ αποκτούν κτηματική περιουσία όπως ήταν στη παλιά, περιορισμένη εποχή, είχε γίνει αυτοσκοπός. Ετσι, από τη μια μεριά δημιουργήθηκε για την παλιά εξουσία της αριστοκρατίας ένας νικηφόρος ανταγωνιστής, η τάξη των πλούσιων που ασχολούνταν με τη βιοτεχνία και το εμπόριο, από την άλλη μεριά όμως αφαιρέθηκε και το τελευταίο έδαφος από τα υπολείμματα του παλιού καθεστώτος των γενών. Τα γένη, οι φρατρίες και οι φυλές, που τα μέλη τους είχαν τώρα σκορπίσει σ΄ όλη την Αττική και κατοικούσαν ανακατωμένα, έγιναν έτσι ολότελα ακατάλληλα σαν πολιτικά σώματα. Ενα σωρό Αθηναίοι πολίτες δεν ανήκαν σε κανένα γένος, ήταν μέτοικοι που, ενώ είχαν αποκτήσει τα δικαιώματα του πολίτη, δεν είχαν γίνει δεκτοί σε καμιά από τις παλιές αιματοσυγγενικές ενώσεις. Δίπλα τους βρίσκονταν ακόμη οι ξένοι επήλυδες που έβρισκαν μόνο άσυλο και που ο αριθμός τους ολοένα αύξαινε.

Στο μεταξύ προχωρούσαν οι κομματικοί αγώνες. Η αριστοκρατία γύρευε να ανακτήσει τα πρωτερινά της προνόμια και πέτυχε για μια στιγμή να επικρατήσει ξανά, ώσπου η επανάσταση του Κλεισθένη (509 π.Χ.) την ανάτρεψε οριστικά. Μαζί της όμως κατάργησε και το τελευταίο υπόλειμμα του καθεστώτος των γενών. Ο Κλεισθένης στη νέα του νομοθεσία αγνόησε τις τέσσερις παλιές φυλές που στηρίζονταν στα γένη και στις φρατρίες. Στη θέση τους μπήκε μια ολότελα νέα οργάνωση που βασιζόταν αποκλειστικά στη διαίρεση των πολιτών σύμφωνα με τον τόπο κατοικίας, διαίρεση που είχε δοκιμαστεί κιόλας στις ναυκραρίες. Αποφασιστικός παράγοντας δεν ήταν πια η αιματοσυγγένεια, αλλά ο τόπος κατοικίας. Τώρα δε διαιρούσαν το λαό, μα το έδαφος, οι κάτοικοι πολιτικά γίνονταν απλό εξάρτημα του εδάφους. Ολόκληρη η Αττική χωρίστηκε σε εκατό αυτοδιοικούμενες κοινοτικές περιοχές που λέγονταν δήμοι. Οι πολίτες που κατοικούσαν σε κάθε δήμο (οι δημότες) εκλέγανε τον προϊστάμενό τους (το δήμαρχο) και τον ταμία τους, καθώς και 30 δικαστές με δικαστική δικαιοδοσία για μικρότερες διαφορές. Οι δήμοι απόκτησαν επίσης και από ένα δικό τους ναό κι από έναν προστάτη θεό ή ήρωα, που τους ιερείς του τούς εκλέγανε. Ανώτατη εξουσία στο δήμο ήταν η συνέλευση των δημοτών. Είναι, όπως σωστά παρατηρεί ο Μόργκαν, το πρωτότυπο της αυτοδιοικούμενης αμερικανικής κοινοτικής πόλης. Το δημιουργούμενο κράτος στην Αθήνα άρχισε με την ίδια μονάδα, στην οποία καταλήγει το σύγχρονο κράτος στην ανώτατη διαμόρφωσή του.

Δέκα απ΄ αυτές τις μονάδες, τους δήμους, αποτελούσαν μια φυλή πού, όμως, για να διακρίνεται από την παλιά φυλή των γενών ονομάζεται τώρα τοπική φυλή. Η τοπική φυλή δεν ήταν μόνο αυτοδιοικούμενο πολιτικό σώμα, ήταν και στρατιωτικό σώμα. Εξέλεγε το φύλαρχο ή τον προεστό της φυλής που διοικούσε το ιππικό, έναν ταξίαρχο που διοικούσε το πεζικό, και το στρατηγό που διοικούσε όλους τους άντρες που στρατολογούνταν στην περιοχή της φυλής. Διέθετε επίσης πέντε πολεμικά καράβια με τους άντρες τους και τους διοικητές τους, και έπαιρνε για προστάτη άγιο έναν Αττικό ήρωα, του οποίου έφερε και το όνομα. Τέλος έβγαζε 50 βουλευτές για την αθηναϊκή βουλή.Το επιστέγασμα ήταν το αθηναϊκό κράτος, που το διοικούσε η βουλή, από τους πεντακόσιους εκλεγμένους των δέκα φυλών, και σε τελευταία ανάλυση, η συνέλευση του λαού, όπου είχε δικαίωμα να μπαίνει και να ψηφίζει κάθε Αθηναίος πολίτης. Παράλληλα οι άρχοντες και άλλοι αξιωματούχοι φρόντιζαν για τους διάφορους τομείς της διοίκησης και για τη δικαιοσύνη. Ανώτατος λειτουργός της εκτελεστικής εξουσίας δεν υπήρχε στην Αθήνα.

Μ΄ αυτό το νέο σύστημα και με την εισδοχή πολύ μεγάλου αριθμού κατοίκων με όχι πλήρη δικαιώματα - εν μέρει επήλυδες και εν μέρει απελεύθεροι δούλοι - αποκλείστηκαν τα όργανα του καθεστώτος των γενών από τις δημόσιες υποθέσεις. Κατάντησαν ιδιωτικές ενώσεις και θρησκευτικές εταιρίες. Ομως η ηθική επίδραση, ο πατροπαράδοτος τρόπος αντίληψης και σκέψης του παλιού καιρού των γενών επέζησαν ακόμη για πολύ και χάθηκαν μονάχα σιγά - σιγά. Αυτό φάνηκε σ΄ έναν άλλον κρατικό θεσμό. Είδαμε ότι το ουσιαστικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του κράτους είναι η ξεχωριστή από τη μάζα του λαού δημόσια εξουσία. Η Αθήνα είχε τότε μόνο λαϊκό στρατό και ένα στόλο που τον επάνδρωνε και τον αρμάτωνε άμεσα ο λαός. Ο στρατός και ο στόλος την υπεράσπιζαν από τους εξωτερικούς εχθρούς και χαλιναγωγούσαν τους δούλους, που τότε ήδη αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Απέναντι στους πολίτες, τη δημόσια εξουσία αρχικά την αποτελούσε μόνο η αστυνομία, που είναι τόσο παλιά όσο και το κράτος, γι΄ αυτό και οι αφελείς Γάλλοι του XVIII αιώνα δεν μιλούσαν για πολιτισμένους λαούς μα για λαούς αστυνομευόμενους (nations policees). Οι Αθηναίοι ίδρυσαν λοιπόν, μαζί με το κράτος τους, και αστυνομία, μια σωστή χωροφυλακή από πεζούς και έφιππους τοξότες κυνηγούς της υπαίθρου (Landjager), όπως τους λένε στη Νότια Γερμανία και στην Ελβετία. Η χωροφυλακή αυτή όμως σχηματίστηκε από δ ο ύ λ ο υ ς. Τόσο εξευτελιστική φαινόταν στον ελεύθερο Αθηναίο αυτή η υπηρεσία του χωροφύλακα, που προτιμούσε να τον πιάνει ο οπλισμένος δούλος παρά να ασχολείται ο ίδιος με τέτιες ατιμωτικές πράξεις. Εδώ εκφράζεται ακόμη η παλιά νοοτροπία των γενών. Το κράτος δεν μπορούσε να υπάρχει χωρίς την αστυνομία, μα ήταν πολύ νέο και δεν είχε ακόμη αρκετό ηθικό κύρος για να κάνει σεβαστό ένα επάγγελμα που αναγκαστικά φαινόταν ατιμωτικό στα πρώην μέλη του γένους.

Πόσο πολύ το συμπληρωμένο πιά στα κύρια χαρακτηριστικά του γνωρίσματα κράτος ταίριαζε στην καινούργια κοινωνική κατάσταση των Αθηναίων, φαίνεται από τη γρήγορη άνθιση του πλούτου, του εμπορίου και της βιοτεχνίας. Η ταξική αντίθεση, που πάνω της στηρίζονταν οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί, δεν ήταν πιά η αντίθεση ανάμεσα στην αριστοκρατία και στον κοινό λαό, μα η αντίθεση ανάμεσα στους δούλους και στους ελεύθερους, στους κατοίκους με περιορισμένα δικαιώματα και στους πολίτες. Τον καιρό της ανώτατης άνθισης όλοι οι ελεύθεροι πολίτες της Αθήνας, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, ήταν περίπου 90.000 άτομα, δίπλα σ΄ αυτούς υπήρχαν 365.000 δούλοι και των δύο φύλων και 45.000 κάτοικοι με περιορισμένα δικαιώματα - ξένοι και απελεύθεροι. Σε κάθε ενήλικο άρρενα πολίτη αναλογούσαν λοιπόν τουλάχιστο 18 δούλοι και πάνω από 2 κάτοικοι με περιορισμένα δικαιώματα. Ο μεγάλος αριθμός των δούλων εξηγείται από το ότι πολλοί απ΄ αυτούς εργάζονται μαζί σε χειροτεχνίες, σε μεγάλους χώρους, και κάτω από την επίβλεψη επιστατών. Με την ανάπτυξη όμως του εμπορίου και της βιοτεχνίας έχουμε συσσώρευση και συγκέντρωση των αγαθών σε λίγα χέρια, εξαθλίωση της μάζας των ελεύθερων πολιτών, που τους έμενε μόνο η εκλογή: ή να συναγωνιστούν την εργασία των δούλων με τη χειρωνακτική εργασία, που τη θεωρούσαν και υβριστική και βάναυση και πού δεν υποσχόταν και πολλά, ή να εξαθλιωθούν. Μέσα στις τοτινές συνθήκες ακολούθησαν αναγκαστικά το δεύτερο δρόμο, και επειδή αποτελούσαν τον όγκο του πληθυσμού κατάστρεψαν έτσι όλο το αθηναϊκό κράτος. Δεν κατάστρεψε η δημοκρατία την Αθήνα, όπως υποστηρίζουν οι Ευρωπαίοι τσανακογλύφτες και αυλόδουλοι δάσκαλοι, μά η δουλεία, που πρόγραφε την εργασία του ελεύθερου πολίτη.

Η δημιουργία του κράτους στους Αθηναίους είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς σχηματίζονται γενικά τα κράτη, γιατί από τη μια μεριά γίνεται εντελώς αμιγής, χωρίς ανάμιξη εξωτερικής ή εσωτερικής βίας - ο σφετερισμός της εξουσίας από τον Πεισίστρατο δεν άφησε κανένα ίχνος της σύντομης ύπαρξής του - και από την άλλη μεριά γιατί δείχνει ένα κράτος με πολύ ψηλή μορφή εξέλιξης, τη δημοκρατική πολιτεία (Demokratische Republik), που ξεπηδά άμεσα από την κοινωνία των γενών και, τέλος, γιατί γνωρίζουμε αρκετά όλες τις ουσιαστικές λεπτομέρειές του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου