Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ: ΓΙΑ ΤΟΝ Π. Ζ. ΠΡΟΥΝΤΟΝ

ΓΙΑ ΤΟΝ Π. Ζ. ΠΡΟΥΝΤΟΝ

(Γράμμα στον Γ.Β. Σβάιτσερ)


Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα γράμμα του ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ στον Γ. Β. Σβάιτσερ το οποίο γράφτηκε στις 24 Γενάρη του 1865. Δημοσιεύτηκε στο «Σοσιαλδημοκράτη» στις 1, 3 και 5 του Φλεβάρη 1865. Το ίδιο κείμενο δημοσιεύτηκε στην πρώτη γερμανική έκδοση της «Αθλιότητας της Φιλοσοφίας» (1865) Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ το παρουσιάζει για πρώτη φορά στο Ελληνικό Διαδίκτυο. Προσαρμογή για το Ιντερνετ από τον Παναγιώτη Βήχο.

Λονδίνο, 24 του Γενάρη 1865:

Αξιότιμε κύριε,

Πήρα χθες το γράμμα σας, με το οποίο μου ζητάτε μια διεξοδική κρίση για τον Προυντόν. Έλλειψη χρόνου δεν μου επιτρέπει να ικανοποιήσω την επιθυμία σας. Επιπλέον δεν έχω πρόχειρο κανένα από τα έργα του. Για να σας δείξω όμως την καλή μου θέληση γράφω στα πεταχτά μια σύντομη σκιαγράφηση. Και σεις μπορείτε ύστερα να συμπληρώσετε, να προσθέσετε, να παραλείψετε, με δυο λόγια να κάνετε ότι νομίζετε καλύτερο.

Τις πρώτες προσπάθειες του Προυντόν δεν τις θυμάμαι πια. Η σχολική του εργασία για την «Παγκόσμια γλώσσα» δείχνει πόσο αβασάνιστα καταπιανόταν με προβλήματα που για τη λύση τους του έλειπαν και οι στοιχειώδεις γνώσεις. Το πρώτο του έργο: «Τι είναι η ιδιοχτησία;» όχι με το νέο του περιεχόμενο, πάντως όμως με το νέο τολμηρό τρόπο να λέει τα παλιά. Στα έργα των γνωστών του γάλλων σοσιαλιστών και κομμουνιστών η «ιδιοχτησία» δεν είχε φυσικά μόνο κριτικαριστεί, μα είχε επίσης «καταργηθεί» με ουτοπικό τρόπο. Στο σύγγραμμα αυτό η σχέση του Προυντόν προς τον Σαιν Σιμόν και το Φουριέ είναι περίπου η ίδια με τη σχέση του Φόυερμπαχ προς τον Χέγκελ. Όταν συγκριθεί με τον Χέγκελ, ο Φόυερμπαχ είναι πέρα για πέρα φτωχός. Ωστόσο σημείωσε εποχή ύστερα από το Χέγκελ, γιατί έδωσε τόνο σε μερικά σημεία που είναι δυσάρεστα στη χριστιανική συνείδηση και που έχουν σημασία για την πρόοδο της κριτικής, σημεία που ο Χέγκελ τα είχε αφήσει σ΄ ένα μυστικιστικό μισοσκόταδο.

Αν επιτρέπεται να εκφραστώ έτσι, στο σύγγραμμα αυτό του Προυντόν ακόμα κυριαρχεί ένα μυϊκά γερο ύφος. Και θεωρώ το ύφος του σαν το κύριο πλεονέκτημα του. Βλέπουμε ότι ακόμα και κει όπου αναπαράγεται μονάχα το παλιό, ο Προυντον νομίζει ότι πρόκειται για αυτοτελή παραγωγή, ότι αυτό που λέει ήταν γι΄ αυτόν κάτι το καινούργιο και ισχύει σαν κάτι το καινούργιο. Προκλητική ισχυρογνωμοσύνη που θίγει «τα άγια των αγίων» της πολιτικής οικονομίας, πνευματόδικη παραδοξολογία με την οποία χλευάζεται η κοινή αστική νοημοσύνη, συντριπτική κρίση, πικρή ειρωνεία, που και που ένα διορατικό, βαθύ και αληθινό αίσθημα αγανάκτησης για την ατιμία του υπάρχοντος, επαναστατική σοβαρότητα – μ΄ όλα αυτά ηλέκτριζε τους αναγνώστες το «Τι είναι ιδιοχτησία;» και έδωσε μια μεγάλη ώθηση με την πρώτη του εμφάνιση. Σε μια αυστηρά επιστημονική ιστορία της πολιτικής οικονομίας είναι ζήτημα αν άξιζε καν ν΄ αναφερθεί.

Με τέτοια εντυπωσιακά συγγράμματα παίζουν τόσο καλά το ρόλο τους στην επιστήμη όσο και στη λογοτεχνία. Ας πάρουμε λχ, το έργο του Μάλθους για τον «Πληθυσμό». Στην πρώτη του έκδοση δεν είναι παραπάνω από «εντυπωσιακός λίβελος» και επί πλέον κλεψιτυπία από την αρχή ως το τέλος. Και όμως πόση ώθηση δεν έδωσε στο ανθρώπινο γένος αυτός ο λίβελος!

Αν είχα μπροστά μου το έργο αυτό του Προυντόν θα μπορούσα με μερικά παραδείγματα να αποδείξω εύκολα τον αρχικό του τρόπο συγγραφής. Στις παραγράφους που ο ίδιος τις θεωρεί σαν τις πιο σπουδαίες, μιμείται το χειρισμό των αντινομιών του Καντ – ο Καντ ήταν ο καναδικός γερμανός φιλόσοφος, που τον γνώριζε τότε από μεταφράσεις – κι αφήνει τη γερή εντύπωση, ότι όπως για τον Καντ έτσι και γι΄ αυτόν η λύση των αντινομιών θεωρείται σαν κάτι που βρίσκεται «πέρα» από την ανθρώπινη νόηση, δηλ. σαν κάτι που για τη δική του νόηση παραμένει ασαφές.

Παρ΄ όλο το φαινομενικό αρχιεπαναστατισμό του συναντά κανείς ακόμα στο «Τι είναι η ιδιοχτησία;» την αντίφαση ότι ο Προυντον κριτικάρει, από τη μια, την κοινωνία, από τη σκοπιά και με τα μάτια ενός γάλλου μικροαγρότη (αργότερα μικροαστού) και, από την άλλη, χρησιμοποιεί το μετρό που του κληροδότησαν οι σοσιαλιστές.

Η ανεπάρκεια του συγγράμματος φαινόταν κιόλας στον τίτλο του. Έτσι το ερώτημα μπήκε λαθεμένα και δε μπορούσε να του δοθεί σωστή απάντηση. Οι «σχέσεις ιδιοχτησίας» της αρχαιότητας εκμηδενίστηκαν από τις φεουδαρχικές, οι φεουδαρχικές από τις «αστικές». Έτσι η ίδια η ιστορία άσκησε την κριτική της στις προηγούμενες σχέσεις ιδιοχτησίας. Στην ερώτηση τι είναι η ιδιοχτησία αυτή, μπορούσε να δοθεί η απάντηση μονάχα με μια κριτική ανάλυση της «πολιτικής οικονομίας», που αγκαλιάζει το σύνολο αυτών των σχέσεων ιδιοχτησιας, όχι στη νομική τους έκφραση σαν σχέσεις της θέλησης, αλλά στην πραγματική τους μορφή, δηλ. σαν σχέσεις παραγωγής. Και ενώ ο Προυντον το σύνολο αυτών των οικονομικών σχέσεων το συνέπλεξε στη γενική νομική αντίληψη: «η ιδιοχτησία», “La propriete”, δε μπορούσε να βγει έξω από την απάντηση, που είχε δώσει ο Μπρισσό με τα ίδια λόγια σ΄ ένα παρόμοιο σύγγραμμα ακόμα πριν από το 1789 ότι: “la propriete c΄ est le vol” (Η ιδιοχτησία είναι κλεψιά).

Στην καλύτερη περίπτωση απ΄ όλη αυτή την υπόθεση βγαίνει ότι οι αστικές νομικές αντιλήψεις για την «κλεψιά» ταιριάζουν και για τον ίδιο το «έντιμο» εισόδημα του αστού. Απ΄ την άλλη, ο Προυντον μπλεκόταν σε όλων των ειδών τις επινοήσεις για την πραγματική αστική ιδιοχτησία που ήταν ασαφείς και γι΄ αυτόν τον ίδιο, γιατί η «κλεψιά» σαν βίαιη παραβίαση της ιδιοχτησιας που είναι, προϋποθέτει την ιδιοχτησία.

Τον καιρό που εμένα στο Παρίσι, το 1844, ήρθα σε προσωπικές σχέσεις με τον Προυντον. Το αναφέρω αυτό εδώ, γιατί ως ένα βαθμό εγώ ο ίδιος φταίω για τη «σοφιστεία» του (“sophistication”), όπως ονομάζουν οι εγγλέζοι την παραποίηση ενός εμπορικού είδους. Σε μακρές συζητήσεις, που βαστούσαν συχνά ολόκληρες νύχτες, τον μόλυνα, προς μεγάλη του ζημιά με το χεγκελιανισμό, που όμως δε μπορούσε να τον μελετήσει όπως πρέπει μια και δεν ήξερε τη γερμανική γλώσσα. Αυτό που άρχισα εγώ, το συνέχισε ο κύριος Καρλ Γκρυν ύστερα από την εκτόπιση μου από το Παρίσι. Ο Γκρυν, σαν καθηγητής της γερμανικής φιλοσοφίας που ήταν, είχε απέναντι μου το πρόσθετο πλεονέκτημα το ότι δεν σκάμπαζε ο ίδιος τίποτε απ΄ αυτήν.

Λίγο πριν εκδοθεί το δεύτερο σημαντικό έργο μου «Η Φιλοσοφία της Αθλιότητας κλπ», ο Προυντον μου το προανάγγειλε με ένα του πολύ εκτεταμένο γράμμα, όπου του ξέφυγαν ανάμεσα σ΄ άλλα και τα παρακάτω “J attends votre ferule critique”, περιμένω την αυστηρή κριτική σας. Ωστόσο ύστερα από λίγο η κριτική μου αυτή (στο σύγγραμμα μου «Η αθλιότητα της φιλοσοφίας κλπ», Παρίσι 1847) έπεσε πάνω του με τέτοιο τρόπο που τερματιστηκε για πάντα η φιλία μας.

Απ΄ όσα ειπώθηκαν εδώ, βλέπετε, ότι στο βιβλίο του Προυντον «Φιλοσοφία της αθλιότητας ΄η σύστημα των οικονομικών αντιφάσεων» δόθηκε για πρώτη φορά στην ουσία η απάντηση στο ερώτημα: «Τι είναι ιδιοχτησία;». Στην πραγματικότητα ύστερα από την έκδοση αυτού του έργου άρχισε τις οικονομικές μελέτες. Είχε ανακαλύψει ότι το ερώτημα που έθεσε δε μπορεί να πάρει απάντηση με μια βρισιά, μα μονάχα με την ανάλυση της σύγχρονης «πολιτικής οικονομίας». Προσπάθησε συνάμα να εκθέσει διαλεχτικά το σύστημα των οικονομικών κατηγοριών. Στη θέση των άλυτων «αντινομιών» του Καντ έμπαινε η χεγκελιανή «αντίφαση» σαν μέσο εξέλιξης.

Όσο για την εκτίμηση του δίτομου, ογκώδους συγγράμματος του, είμαι υποχρεωμένος να σας παραπέμψω στο έργο μου με το οποίο απάντησα σ΄ αυτό. Σ’ αυτό έδειξα ανάμεσα σ’ άλλα πόσο λίγο είχε μπει στο μυστικό της επιστημονικής διαλεχτικής και πως, από την άλλη, συμμερίζεται τις αυταπάτες της θεωρητικολογούσας φιλοσοφίας, μετατρέποντας ανόητα τις οικονομικές κατηγόριες σε προϋπάρχουσες αιώνιες ιδέες, αντί να τις αντιληφθεί σαν θεωρητικές εκφράσεις ιστορικών σχέσεων παραγωγής που αντιστοιχούν σε μιαν ορισμένη βαθμίδα της Υλίκης παραγωγής και που μ’ αυτή την περιστροφή ξανάρχεται στην άποψη της αστικής οικονομίας.(1)

Παραπέρα δείχνω ακόμα, πόσο πέρα για πέρα ελλιπής και εν μέρει μαθητική ήταν η γνωριμία του με την πολιτική οικονομία, που είχε επιχειρήσει την κριτική της, και πως μαζί με τους ουτοπικούς κυνηγά να βρει τη λεγόμενη «επιστήμη», με την οποία να μπορεί να επινοηθεί εκ των προτέρων ένας τύπος για τη «λύση του κοινωνικού ζητήματος», αντί να αντλήσει την επιστήμη από την κριτική γνώση της ιστορικής κίνησης, μιας κίνησης που παράγει η ίδια τους υλικούς όρους της χειραφέτησης. Ιδιαίτερα όμως δείχνεται, πως ο Προυντον παραμένει ασαφής, σφαλερός και μισός στο ζήτημα της βάσης του συνόλου, της ανταλλακτικής αξίας, και ότι ακόμα παίρνει την ουτοπική ερμηνεία της θεωρίας της αξίας του Ρικάρντο σαν βάση μιας νέας επιστήμης. Την κρίση μου για τη γενική του άποψη τη συνοψίζω με τα παρακάτω λόγια: «Κάθε οικονομική σχέση έχει μια καλή και μια κακή πλευρά. Κι αυτό είναι το μόνο σημείο όπου ο κ. Προυντον δε διαψεύδει τον εαυτό του. Την καλή πλευρά τη βλέπει να τονίζεται από τους οικονομολόγους, την κακή πλευρά να την καταγγέλλουν οι σοσιαλιστές. Δανείζεται από τους οικονομολόγους την ανάγκη των αιώνιων σχέσεων. Δανείζεται από τους σοσιαλιστές την αυταπάτη να βλέπει στην αθλιότητα μονάχα την αθλιότητα (αντί να βλέπει σ’ αυτήν την επαναστατική καταστρεπτική πλευρά, που θ’ ανατρέψει την παλιά κοινωνία). Είναι σύμφωνος και με τους δυο, προσπαθώντας να στηριχτεί στο κύρος της επιστήμης. Η επιστήμη περιορίζεται γι’ αυτόν στις μικρές διαστάσεις ενός επιστημονικού τύπου. Είναι ο άνθρωπος που κυνηγά να βρει τύπους. Έτσι ο Προυντον κολακεύεται ότι έδωσε τόσο την κριτική της πολιτικής οικονομίας όσο και του κομμουνισμού. Βρίσκεται πολύ πιο χαμηλά κι από τους δυο. Πιο χαμηλά από τους οικονομολόγους, γιατί σαν φιλόσοφος που κράτα ένα μαγικό τύπο νομίζει ότι μπορεί ν’ απαλλαγεί από την υποχρέωση να μπει σε λεπτομέρειες καθαρά οικονομικές. Πιο χαμηλά από τους σοσιαλιστές, γιατί δεν έχει ούτε αρκετό θάρρος, ούτε αρκετά Φώτα για να ανυψωθεί έστω και θεωρητικολογώντας πάνω από τον ορίζοντα των αστών. Θέλει σαν ήρωας της επιστήμης να αιωρείται πάνω από τους αστούς και τους προλετάριους, και δεν είναι παρά ο μικροαστός, που ταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, ανάμεσα στην πολιτική οικονομία και τον κομμουνισμό».

Όσο τραχιά κι αν είναι η παραπάνω κρίση, είμαι υποχρεωμένος και σήμερα να την προσυπογράψω λέξη προς λέξη. Ακόμα πρέπει να παρθεί υπόψη ότι τον καιρό που χαρακτήρισα το βιβλίο του Προυντόν σαν τον κώδικα του σοσιαλισμού των μικροαστών και που το απόδειξα αυτό θεωρητικά, οι πολιτικοί οικονομολόγοι και οι σοσιαλιστές ρίχνανε ακόμα το ανάθεμα στον Προυντον ότι ήταν αρχιεπαναστάτης. Γι’ αυτό αργότερα δε συμφώνησα Ποτε με τις κραυγές ότι ο Προυντον «πρόδωσε» την επανάσταση. Δεν φταίει ο ίδιος, αν έχοντας αρχικά παρανοηθεί από τους άλλους και έχοντας ο ίδιος παρανοήσει τον εαυτό του, δε δικαίωσε αστήρικτες ελπίδες.

Σε αντιπαράθεση με το «Τι είναι η ιδιοχτησία;» στη «Φιλοσοφία της αθλιότητας» προβάλλουν στα μάτια μας δυσμενώς όλες οι ελλείψεις του προυντονικού τρόπου έκθεσης. Το ύφος είναι συχνά αυτό που οι γάλλοι το λένε ampoule (στομφώδες). Υπεροπτικά θεωρητικολόγα κορακίστικα που παριστάνουν ότι είναι γερμανική φιλοσοφία εμφανίζονται κατά κανόνα παντού όπου σταματά η γαλατική οξύνοια. Στ’ αυτιά μας αντηχεί διαρκώς ένας αγύρτικος, περιαυτολόγος και καυχησιολόγος τόνος και ιδιαίτερα η τόσο δυσάρεστη φλυαρία και επίδειξη για δήθεν «επιστήμη». Αντί την πραγματική θερμή που φωτίζει το πρώτο σύγγραμμα, εδώ σε μερικά σημεία ρητορεύει συστηματικά με μια φευγαλέα έξαψη. Και επιπλέον η αδέξια και αποκρουστική επίδειξη ευρυμάθειας του αυτοδίδαχτου, που έχει σπάσει πια η φυσική του περηφάνια για πρωτότυπη σκέψη και που σαν νεόπλουτος της επιστήμης νομίζει ότι μπορεί να απλωθεί σε ότι δεν είναι και σε ότι δεν έχει. Ύστερα η νοοτροπία του μικροαστού, που λχ, επιτίθεται με απρέπεια και βάναυσα – ούτε με οξύνοια, ούτε με βάθος, ούτε ακόμα και σωστά – ενάντια σ’ έναν άνθρωπο σαν τον Καμπέ, που ήταν αξιοθαύμαστος για τη στάση του απέναντι στο γαλλικό προλεταριάτο, ενώ αντίθετα φέρνεται κόσμια απέναντι σ’ έναν Ντυνουαγιέ (που είναι πάντως «κρατικός σύμβουλος») παρά το γεγονός ότι όλη η σημασία αυτού του Ντυνουαγιέ βρισκόταν στο ότι με κωμική σοβαρότητα κήρυττε το ριγκορισμό με τους τρεις ογκώδεις και αβάσταχτα βαρετούς τόμους του, το ριγκορισμό που ο Ελβέτιος τον χαρακτήρισε έτσι: “On veut que les malheureux soient parfaits” (ζητούν από τους δυστυχισμένους να είναι τέλειοι).

Η επανάσταση του Φλεβάρη ήρθε στην πραγματικότητα σε ακατάλληλη ώρα για τον Προυντόν γιατί ίσα-ίσα λίγες βδομάδες προηγούμενα είχε αποδείξει αναντίρρητα ότι είχε περάσει για πάντα «η εποχή των επαναστάσεων». Η εκδήλωση του στην εθνοσυνέλευση αξίζει κάθε έπαινο όσο λίγη κατανόηση κι αν έδειξε για τις υπάρχουσες συνθήκες.

Ύστερα από την εξέγερση του Ιούνη η εκδήλωση αυτή ήταν μια πολύ θαρραλέα πράξη. Η εκδήλωση του αυτή είχε εξάλλου το θετικό αποτέλεσμα ότι ο κύριος Θιέρσος στην απάντηση του στις προτάσεις του Προυντον, που δημοσιεύθηκε αργότερα σε ξεχωριστό βιβλίο απόδειξε σ’ όλη την Ευρώπη πάνω σε ποιο βαθρο κατηχησης για μικρά παιδιά στηριζόταν αυτός ο πνευματικος στυλοβατης της γαλλικής αστικής τάξης. Μπροστά στον Θιέρσο ο Προυντον ογκώθηκε πραγματικά σε προκατακλυσμιαίο κολοσσό.

Η ανακάλυψη της «άτοκης πίστης» και η πάνω σ’ αυτή στηριγμένη «Λαϊκή τράπεζα» ήταν οι τελευταίες του οικονομικές «πράξεις». Στο σύγγραμμα μου «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», (τεύχος Ι, Βερολίνο 1859 σελ. 59-64), αποδείχνω ότι η θεωρητική βάση της άποψης του πηγάζει από την παραγνώριση των πρώτων στοιχείων της αστικής «πολιτικής οικονομίας», δηλ. της σχέσης των εμπορευμάτων προς το χρήμα, ενώ το πρακτικό εποικοδόμημα ήταν απλή αναπαραγωγή πολύ παλιότερων και πολύ καλύτερα επεξεργασμένων σχεδίων. Δε χώρα καμία αμφιβολία και είναι αυτονόητο ότι το πιστωτικό σύστημα, ακριβώς όπως στις αρχές λχ, του 18ου και ξανά αργότερα του 19ου αιώνα στην Αγγλία είχε χρησιμεύσει για να μεταβιβάσει την περιούσια από τη μια τάξη στην άλλη, μπορεί κάτω από ορισμένες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες να χρησιμεύσει στην επιτάχυνση της χειραφέτησης της εργαζόμενης τάξης. Αποτελεί όμως μια πέρα για πέρα στενή μικροαστική φαντασιοπληξία όταν θεωρεί κανείς το κεφάλαιο που αποδίδει τόκο σαν την κύρια μορφή του κεφαλαίου, όταν θέλει να κάνει βάση του κοινωνικού μετασχηματισμού μια ορισμένη χρησιμοποίηση του πιστωτικού συστήματος, μια δήθεν κατάργηση του τόκου. Και πραγματικά, αυτή τη φαντασιοπληξία τη βρίσκουμε να την πιπιλίζουν ακόμα και οι οικονομικοί εκπρόσωποι της αγγλικής μικροαστικής τάξης του 17ου αιώνα. Η πολεμική του Προυντόν ενάντια στο Μπαστιά στα 1850 στο ζήτημα του κεφαλαίου που φέρνει τόκο βρίσκεται πολύ πιο κάτω από τη «Φιλοσοφία της αθλιότητας». Τα καταφέρνει να νικηθεί κι απ’ αυτόν το Μπαστιά και ξεσπά σε κωμικές φωνές κάθε φορά που ο Μπαστιά του δίνει ένα χτύπημα.

Πριν λίγα χρόνια ο Προυντον είχε γράψει ένα έργο συμμετέχοντας σε ένα διαγωνισμό – μου φαίνεται πως τον είχε προκηρύξει η κυβέρνηση της Λωζανης – για τους «Φόρους». Στο έργο αυτό σβήνει και το τελευταίο ίχνος ιδιοφυιας. Δεν απομένει παρά ο πεντακάθαρος μικροαστός.

Όσο για τα πολιτικά και φιλοσοφικά έργα του Προυντον, σ’ όλα δείχνεται ο ίδιος διφορούμενος χαρακτήρας, γεμάτος αντιφάσεις όπως και στα οικονομικά. Χώρια απ’ αυτό, τα έργα του έχουν μονάχα τοπική, γαλλική άξια. Οι επιθέσεις του ενάντια στη θρησκεία, στην εκκλησία κλπ, έχουν μεγάλη τοπική άξια και μάλιστα σε μια εποχή που οι γάλλοι σοσιαλιστές θεωρούσαν σωστό ότι υπερείχαν από τον αστικό βολταιρισμό του 18ου και το γερμανικό αθεϊσμό του 19ου αιώνα με τη θρησκευτικότητα τους. Αν ο Πέτρος ο Μεγάλος τσάκισε με τη βαρβαρότητα τη ρωσική βαρβαρότητα, ο Προυντον έκανε ότι μπορούσε για να νικήσει με τη φράση τη γαλλική φρασεολογία.

Όχι μόνο σαν κακά έργα, μα σαν χυδαιότητες, σαν χυδαιότητες που ανταποκρίνονται στην μικροαστική άποψη, πρέπει να χαρακτηριστούν τα συγγράμματα του για το «Πραξικόπημα» όπου ερωτοτροπεί με το Λ. Βοναπάρτη και όπου πραγματικά προσπαθεί να τον κάνει αρεστό στους γάλλους εργάτες, και το τελευταίο του έργο ενάντια στην Πολωνία όπου για να τιμήσει τον τσάρο φέρνεται με ηλίθιο κυνισμό.

Συχνά έχουν συγκρίνει τον Προυντον με το Ρουσσώ. Δε μπορεί να υπάρξει πιο λαθεμένο πράγμα. Έχει ομοιότητες μάλλον με τον Νικ. Λενγκέ που το βιβλίο του για τη «θεωρία των αστικών νομών» είναι ένα μεγαλοφυές έργο.

Ο Προυντόν από φυσικού του είχε κλίση προς τη διαλεχτική. Μα επειδή Ποτε του δεν κατάλαβε την πραγματικά επιστημονική διαλεχτικής, τα κατάφερε να φτάσει μονάχα ως τη σοφιστική. Στην πραγματικότητα αυτό είχε σχέση με τη μικροαστική του άποψη. Ο μικροαστός αποτελείται όπως και ο ιστορικός Ράουμερ από «αφ’ ενός» και «αφ’ ετέρου». Τέτοιος στα οικονομικά του συμφέροντα και γι’ αυτό και στην πολιτική του, στις θρησκευτικές, επιστημονικές και καλλιτεχνικές του απόψεις. Τέτοιος στην ηθική του, τέτοιος και σ’ όλα. Είναι η ζωντανή αντίφαση. Κι αν τύχει, όπως ο Προυντον, να είναι ένας πνευματώδης άνθρωπος, τότε θα μάθει γρήγορα να παίζει με τις ίδιες του τις αντιφάσεις και να τις επεξεργάζεται ανάλογα με τις περιστάσεις σε χτυπητά, θορυβωδικα, κάποτε σκανδαλώδικα, κάποτε λαμπρά παράδοξα. Ο τσαρλατανισμός στην επιστήμη και η πολιτική προσαρμογή είναι αχώριστα από μια τέτοια άποψη. Απομένει μονάχα ένα παρορμητικό κίνητρο, η ματαιοδοξία, και, όπως σ’ όλους τους ματαιόδοξους, πρόκειται στο εξής μονάχα για την επιτυχία της στιγμής, για την εντύπωση της ημέρας. Έτσι σβήνει κατ’ ανάγκη το απλό ηθικό τακτ, που κρατούσε πάντα λχ, ένα Ρουσσώ μακριά ακόμα και από τις ψευτοπαραχωρήσεις προς την υπάρχουσα εξουσία.

Ίσως οι μεταγενέστεροι χαρακτηρίζοντας την τελευταία φάση της γαλλικής ιστορίας πουν ότι ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης ήταν ο Ναπολέων της και ο Προυντον ο Ρουσσώ-Βολτέρος της.

Και τώρα πρέπει εσείς ο ίδιος να αναλάβετε την ευθύνη για το γεγονός ότι αμέσως ύστερα από το θάνατο αυτού του ανθρώπου μου φορτώσατε το ρόλο του μετά θάνατον κριτή.

Δικός σας

Καρλ Μαρξ.

(Σύμφωνα με το κείμενο της εφημερίδας ύστερα από σύγκριση που έγινε με το κείμενο που δημοσιεύθηκε στην πρώτη γερμανική έκδοση της «Αθλιότητας της Φιλοσοφίας» (1865)

«Όταν οι οικονομολόγοι λένε ότι οι σημερινές σχέσεις 0 οι σχέσεις της αστικής παραγωγής – είναι φυσικές, αφήνουν να νοηθεί ότι πρόκειται για σχέσεις, μέσα στις όποιες δημιουργείται ο πλούτος και αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους. Έτσι αυτές οι ίδιες οι σχέσεις είναι φυσικοί νόμοι, που είναι ανεξάρτητοι από την επίδραση του χρόνου. Είναι αιώνιοι νόμοι, που θα πρέπει να εξουσιάζουν πάντα την κοινωνία. Έτσι ως τώρα υπήρχε ιστορία, τώρα όμως δεν υπάρχει πια» (σελ. 11 του έργου μου). (Σημείωση του Καρλ Μαρξ. Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς, Άπαντα, τομ. V, σελ. 373-374 της ρωσικής έκδοσης.

Στο ίδιο, σελ. 119-120 (Σημείωση του Μαρξ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου