Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Κ. Μαρξ: Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας


Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας

Πρόλογος

Στο άρθρο που δημοσιεύει σήμερα το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ο ΜΑΡΞ κάνει σύντομη αναδρομή στην πορεία που ακολούθησε στην έρευνα και μελέτη της Πολιτικής Οικονομίας, στη μέθοδο για την έρευνά του, («Διαλεκτική»), εξετάζει τον τρόπο παραγωγής στη σχέση και αλληλεπίδραση παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, που αποτελούν την οικονομική βάση της κοινωνίας αποκαλύπτοντας έτσι τους νόμους κίνησης της κοινωνίας και την ουσία του ιστορικού υλισμού.

Εξετάζω το σύστημα της αστικής οικονομίας στην ακόλουθη σειρά: Κεφάλαιο, γαιοκτησία, μισθωτή εργασία, κράτος, εξωτερικό εμπόριο, παγκόσμια αγορά. Στα πρώτα τρία μέρη εξετάζω τους οικονομικούς όρους ζωής των τριών μεγάλων τάξεων, στις οποίες διασπάται η σύγχρονη αστική κοινωνία. Η σχέση ανάμεσα στα τρία υπόλοιπα μέρη είναι ολοφάνερη. Το πρώτο μέρος του πρώτου βιβλίου, που πραγματεύεται το κεφάλαιο, αποτελείται από τα παρακάτω κεφάλαια: 1) Το εμπόρευμα. 2) Το χρήμα ή η απλή κυκλοφορία. 3) Το κεφάλαιο γενικά. Τα πρώτα δυο κεφάλαια αποτελούν το περιεχόμενο τούτου του τόμου. Το συνολικό υλικό το έχω μπροστά μου με τη μορφή μονογραφιών που γράφτηκαν σε περιόδους που χωρίζονται η μια από την άλλη με μεγάλα διαστήματα όχι για να τυπωθούν, αλλά για να ξεκαθαρίσω εγώ ο ίδιος τα ζητήματα, μονογραφίες που η συνενωτική τους επεξεργασία, σύμφωνα με το παραπάνω σχέδιο, θα εξαρτηθεί από εξωτερικά περιστατικά.

«Το κεφάλαιο, Κριτική της πολιτικής οικονομίας» τόμος Ι, βιβλίο πρώτο: Η διαδικασία παραγωγής του κεφαλαίου, Αμβούργο, εκδοτικός οίκος του Οττο Μάισνερ, 1867 (προμετωπίδα της πρώτης έκδοσης)

Μια γενική εισαγωγή, που την έγραψα στα πεταχτά, την παραλείπω γιατί ύστερα από προσεχτικότερη σκέψη μου φαίνεται ότι κάθε προκαταρκτική παράθεση συμπερασμάτων, που θα έπρεπε προηγούμενα να αποδειχθούν, θα επιδρούσε ενοχλητικά, και ο αναγνώστης, που γενικά θέλει να με παρακολουθήσει, θα πρέπει να το πάρει απόφαση ότι θα ανεβαίνει από το μερικό στο γενικό. Αντίθετα, μου φαίνεται πως έχουν εδώ τη θέση τους μερικοί υπαινιγμοί για την πορεία των δικών μου πολιτικοοικονομικών μελετών.

Οι ειδικές σπουδές που έκανα ήταν τα Νομικά, που τα σπούδασα, όμως, σα δευτερεύουσα επιστήμη, πλάι στη Φιλοσοφία και την Ιστορία. Το 1842-'43, σα συντάχτης της «Εφημερίδας του Ρήνου»1 βρέθηκα για πρώτη φορά στη δύσκολη θέση να μιλήσω για τα λεγόμενα υλικά συμφέροντα. Οι συζητήσεις στο Λάνταγκ (Βουλή) της Ρηνανίας για τις κλεψιές της ξυλείας και για το κομμάτιασμα της γαιοκτησίας, η επίσημη πολεμική που άρχισε ο κύριος φον Σάπερ, που ήταν τότε πρώτος πρόεδρος της επαρχίας του Ρήνου, με την «Εφημερίδα του Ρήνου» για την κατάσταση των αγροτών του Μοζέλ, οι συζητήσεις, τέλος, για το ελεύθερο εμπόριο και τους προστατευτικούς δασμούς, αποτέλεσαν τις πρώτες αφορμές για ν' ασχοληθώ με τα οικονομικά προβλήματα. Απ' την άλλη μεριά, την εποχή εκείνη, όταν η καλή θέληση «να πάμε μπρος» ξεπερνούσε πολλές φορές τις γνώσεις των πραγμάτων, διαφαίνονταν στην «Εφημερίδα του Ρήνου» ένας αδύνατος, φιλοσοφικά χρωματισμένος αντίλαλος του γαλλικού σοσιαλισμού και κομμουνισμού. Τάχθηκα ενάντια σ' αυτόν τον ερασιτεχνισμό, ταυτόχρονα όμως σε μια λογομαχία με τη «Γενική Εφημερίδα του Αουγκσμπουργκ»2 ομολόγησα ορθά κοφτά ότι οι ως τα τότε μελέτες μου δε μου επέτρεπαν να αποτολμήσω ο ίδιος να εκφράσω κάποια γνώμη για το περιεχόμενο των γαλλικών κατευθύνσεων. Ετσι άδραξα πιο πρόθυμα την αυταπάτη των εκδοτών της «Εφημερίδας του Ρήνου» που νόμιζαν ότι με μια πιο χαλαρή στάση της εφημερίδας θα ανακαλούσαν την εκδομένη θανατική της καταδίκη για να αποτραβηχτώ από τη δημόσια σκηνή στο δωμάτιο των μελετών.

Η πρώτη εργασία που έκανα για τη λύση των αμφιβολιών που με κατέτρωγαν ήταν μια κριτική αναθεώρηση της Φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ, μια εργασία, που η εισαγωγή της δημοσιεύτηκε στα «Γερμανο-γαλλικά Χρονικά»3 που εκδόθηκαν το 1844 στο Παρίσι. Η έρευνά μου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τόσο οι νομικές σχέσεις, όσο και οι κρατικές μορφές δεν μπορούν να κατανοηθούν ούτε απ' αυτές τις ίδιες, ούτε από τη λεγόμενη γενική εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά ότι, αντίθετα, είναι ριζωμένες μέσα στις υλικές συνθήκες ζωής, που στο σύνολό τους ο Χέγκελ τις συνοψίζει, σύμφωνα με τη μέθοδο των Αγγλων και των Γάλλων του 18ου αιώνα, με την ονομασία «αστική κοινωνία», ότι λοιπόν η ανατομία της αστικής κοινωνίας πρέπει να αναζητηθεί στην Πολιτική Οικονομία. Την εξερεύνησή τους, που την άρχισα στο Παρίσι, τη συνέχισα στις Βρυξέλλες, όπου μετανάστευσα εξαιτίας μιας διαταγής για απέλασή μου του κυρίου Γκιζό. Το γενικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα, και που, όταν πια το είχα αποχτήσει, χρησίμευε σαν οδηγός στις μελέτες μου, μπορεί να διατυπωθεί σύντομα ως εξής: Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους, οι άνθρωποι έρχονται σε καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους σχέσεις, σε σχέσεις παραγωγής που αντιστοιχούν σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Το σύνολο αυτών των σχέσεων παραγωγής αποτελεί την οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας, την πραγματική βάση, που πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν ορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει την κοινωνική, πολιτική και πνευματική πορεία (προτσές) της ζωής γενικά. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το είναι τους, μα, αντίθετα, το κοινωνικό είναι τους καθορίζει τη συνείδησή τους. Σε μια ορισμένη βαθμίδα της εξέλιξής τους, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε αντίφαση με τις υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις ή - πράγμα που αποτελεί μονάχα τη νομική γι' αυτό έκφραση - με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί ως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά τους. Τότε έρχεται μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται, αργότερα ή γοργότερα, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Οταν εξετάζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει να κάνουμε πάντα τη διάκριση ανάμεσα στην υλική ανατροπή στους οικονομικούς όρους της παραγωγής, που μπορούμε να τους διαπιστώσουμε με ακρίβεια φυσικών επιστημών, και στις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές, κοντολογίς τις ιδεολογικές, μορφές, μέσα στις οποίες οι άνθρωποι συνειδητοποιούν αυτή τη σύγκρουση και παλεύουν ως τη λύση της. Οσο λίγο μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο από τη γνώμη που έχει το ίδιο για τον εαυτό του, άλλο τόσο μπορούμε να κρίνουμε μια τέτοια εποχή ανατροπής από τη συνείδησή της, μάλλον πρέπει να εξηγήσουμε τη συνείδηση αυτή απ' τις αντιφάσεις της υλικής ζωής, απ' τη σύγκρουση που υπάρχει ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις. Ενας κοινωνικός σχηματισμός ποτέ δεν εξαφανίζεται προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις, που μπορεί να χωρέσει, και νέες, ανώτερες παραγωγικές σχέσεις ποτέ δεν εμφανίζονται, προτού ωριμάσουν οι υλικοί όροι της ύπαρξής τους μέσα στους κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας. Γι' αυτό η ανθρωπότητα βάζει πάντα μπροστά της μόνο τα καθήκοντα εκείνα που μπορεί να λύσει, γιατί με μια προσεχτικότερη εξέταση γίνεται πάντα φανερό ότι το ίδιο το καθήκον ξεπηδάει μόνο τότε, όταν οι υλικοί οροί για τη λύση του υπάρχουν κιόλας ή τουλάχιστο βρίσκονται στην πορεία του γίγνεσθαι. Σε γενικές γραμμές μπορούν, ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και ο σύγχρονος αστικός τρόπος παραγωγής να χαρακτηριστούν σαν προοδευτικές εποχές του οικονομικού κοινωνικού σχηματισμού. Οι αστικές παραγωγικές σχέσεις είναι η τελευταία ανταγωνιστική μορφή του κοινωνικού προτσές της παραγωγής, ανταγωνιστική, όχι με την έννοια του ατομικού ανταγωνισμού, αλλά ενός ανταγωνισμού που ξεπηδά από τους κοινωνικούς όρους ζωής των ατόμων, οι παραγωγικές δυνάμεις, όμως, που αναπτύσσονται στους κόλπους της αστικής κοινωνίας δημιουργούν ταυτόχρονα τους υλικούς όρους για τη λύση αυτού του ανταγωνισμού. Μαζί μ' αυτόν τον κοινωνικό σχηματισμό κλείνει επομένως η προϊστορία της ανθρώπινης κοινωνίας.

Ο Φρίντριχ Ενγκελς, με τον οποίο βρισκόμουνα σε διαρκή γραφτή ανταλλαγή ιδεών από τότε που δημοσιεύτηκε το μεγαλοφυές του σχεδιάγραμμα για την κριτική των οικονομικών κατηγοριών (στα «Γερμανο-γαλλικά Χρονικά») έφτασε, από άλλο δρόμο (σύγκρινε το έργο του «Η κατάσταση των εργαζομένων τάξεων στην Αγγλία»), στο ίδιο συμπέρασμα με μένα, και όταν την άνοιξη του 1845 είχε εγκατασταθεί επίσης στις Βρυξέλλες, αποφασίσαμε να επεξεργαστούμε από κοινού την αντίθεση της άποψής μας προς την ιδεολογική άποψη της γερμανικής φιλοσοφίας και να ξεκαθαρίσουμε πραγματικά τους λογαριασμούς μας με την προηγούμενη φιλοσοφική μας συνείδηση. Η πρόθεσή μας αυτή πραγματοποιήθηκε με τη μορφή μιας κριτικής της μεταχεγκελιανής φιλοσοφίας. Το χειρόγραφο, δυο χονδροί τόμοι σε όγδοο σχήμα4, είχε από καιρό φτάσει στη Βεστφαλία, στον τόπο της έκδοσής του, όταν μας ήρθε η είδηση ότι οι συνθήκες που άλλαξαν δεν επέτρεπαν την εκτύπωση. Εγκαταλείψαμε το χειρόγραφο στην τρωκτική κριτική των ποντικών, τόσο πιο πρόθυμα, όσο είχαμε πετύχει τον κύριο σκοπό μας να ξεκαθαρίσουμε εμείς οι ίδιοι τα ζητήματα. Από τις σκόρπιες εργασίες, με τις όποιες παρουσιάζαμε προς τη μια ή προς την άλλη κατεύθυνση τις απόψεις μας στο κοινό, αναφέρω μονάχα το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», που το γράψαμε μαζί ο Ενγκελς και γω, και μια «Διάλεξη για το ελεύθερο εμπόριο». Τα αποφασιστικά σημεία των απόψεών μας εκτέθηκαν για πρώτη φορά επιστημονικά, αν και μόνο με τη μορφή πολεμικής, στο σύγγραμμά μου: «Αθλιότητα της φιλοσοφίας», που εκδόθηκε το 1847 και που κατευθυνόταν ενάντια στον Προυντόν. Μια γερμανικά γραμμένη πραγματεία για τη «Μισθωτή εργασία», όπου συμπεριέλαβα τις διαλέξεις μου που έκανα πάνω σ' αυτό το θέμα στο γερμανικό εργατικό σύλλογο των Βρυξελλών, διακόπηκε στην εκτύπωσή της από την επανάσταση του Φλεβάρη και από τη δίκαιη απομάκρυνσή μου από το Βέλγιο, που είχε γίνει εξαιτίας αυτής της επανάστασης.

Η έκδοση της «Νέας Εφημερίδας του Ρήνου» το 1848 και 1849 και τα γεγονότα που ακολούθησαν αργότερα διέκοψαν τις οικονομικές μου μελέτες, που μπόρεσα να τις ξαναρχίσω μόνον το 1850 στο Λονδίνο. Το τεράστιο υλικό για την ιστορία της Πολιτικής Οικονομίας που είναι συσσωρευμένο στο Βρετανικό Μουσείο, η ευνοϊκή σκοπιά που προσφέρει το Λονδίνο για την παρατήρηση της αστικής κοινωνίας, τέλος, το νέο στάδιο ανάπτυξης στο οποίο φαίνεται ότι έμπαινε η κοινωνία αυτή με την ανακάλυψη του χρυσού της Καλιφόρνιας και της Αυστραλίας, με υποκίνησαν να ξαναρχίσω πάλι ολωσδιόλου από την αρχή και να επεξεργαστώ κριτικά το έργο μου με το νέο υλικό. Οι μελέτες αυτές με οδήγησαν εν μέρει μόνες τους σε επιστήμες φαινομενικά πολύ παράμερες, στις οποίες υποχρεώθηκα να σταθώ λιγότερο ή περισσότερο καιρό. Ιδιαίτερα, όμως, συντομεύθηκε ο χρόνος που βρισκόταν στη διάθεσή μου από την επιταχτική ανάγκη της βιοποριστικής εργασίας. Η οχτάχρονη συνεργασία μου στην πρώτη αγγλοαμερικανική εφημερίδα «Βήμα της Νέας Υόρκης»5 με υποχρέωνε να κομματιάζω σε μεγάλο βαθμό τις μελέτες μου, γιατί πολύ σπάνια ασχολούμαι με την καθαυτό δημοσιογραφική ανταπόκριση. Ωστόσο, άρθρα για χτυπητά οικονομικά γεγονότα στην Αγγλία και στην ηπειρωτική Ευρώπη αποτελούσαν ένα τόσο σημαντικό τμήμα των συνεργασιών μου, που αναγκαζόμουνα να γνωριστώ με πραχτικές λεπτομέρειες που βρίσκονται έξω από τον τομέα της καθαυτό επιστήμης της Πολιτικής Οικονομίας.

Η σκιαγράφηση αυτή για την πορεία των μελετών μου στο πεδίο της Πολιτικής Οικονομίας έχει σκοπό ν' αποδείξει, μονάχα, ότι οι απόψεις μου, ανεξάρτητα από το πώς θα τις κρίνει κανείς και από το πόσο λίγο συμπίπτουν με τις συμφεροντολογικές προκαταλήψεις των κυρίαρχων τάξεων, είναι το αποτέλεσμα ευσυνείδητης και μακρόχρονης έρευνας. Στην είσοδο, όμως, της επιστήμης, όπως και στην είσοδο της κόλασης, πρέπει να αναγραφεί το αίτημα:

Qui si convien lasciare ogni sospetto;
Ogni vilta convien che qui sia morta6.

Λονδίνο, Γενάρης 1859.

1. «Rheinische Zeitung» («Eφημερίδα του Ρήνου»): Ριζοσπαστική εφημερίδα, που έβγαινε στην Κολωνία. Από τις 15 του Οχτώβρη 1842 έως τις 18 του Μάρτη 1843 η «Εφημερίδα του Ρήνου» διευθυνόταν από τον Μαρξ (σημ. συντ.).
2. Ο Μαρξ εννοεί εδώ το άρθρο του: «Ο κομμουνισμός και η "Γενική Εφημερίδα του Αουγκσμπουργκ"». Βλέπε Μαρξ - Ενγκελς, «Απαντα», πρώτο μέρος, τόμος 1. Φραγκφούρτη του Μαίην. 1827, σελ. 260-265 (σημ. συντ.).
3. «Deutsch - Franzosische Jahrbucher» («Γερμανο-γαλλικά Χρονικά»): Οργανο επαναστατικής και κομμουνιστικής προπαγάνδας. Εβγαινε από τον Μαρξ στο Παρίσι, το 1844 (σημ. συντ.).
4. Εννοεί τη «Γερμανική Ιδεολογία» του Κ. Μαρξ και του Φρ. Ενγκελς (σημ. συντ.).
5. «New York Daily Tribune», δημοκρατική εφημερίδα που έβγαινε στη Νέα Υόρκη από το 1841 έως το 1924. Από το 1851 έως το 1862 ο Μαρξ συνεργαζόταν μ' αυτήν (σημ. συντ.).
6. «Εδώ πρέπει να αφήσεις κάθε υποψία κάθε ποταπότητα, εδώ πρέπει να πεθάνει». (Δάντη: «H Θεία Κωμωδία», σημ. συντ.).
Κ. Μαρξ Φ. Ενγελς «Διαλεχτά Εργα», τ.1ος σελ. 422-427, εκδόσεις «Γνώσεις».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου