Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΡΟΤΣΚΙ: ΑΝΑΤΟΛ ΒΑΣΙΛΙΕΒΙΤΣ ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ


ΑΝΑΤΟΛ ΒΑΣΙΛΙΕΒΙΤΣ ΛΟΥΝΑΤΣΑΡΣΚΙ

Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει ένα άρθρο του Λ. ΤΡΟΤΣΚΙ για τον Ανατόλ Βασίλιεβιτς Λουνατσάρσκι. Το άρθρο γράφτηκε την 1η Γενάρη του 1933. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο Ελληνικό Διαδίκτυο.

Τα πολιτικά γεγονότα αυτών των δέκα τελευταίων χρόνων μας χώρισαν και μας έφεραν σε διαφορετικά στρατόπεδα, στο σημείο που δε μπόρεσα να παρακολουθήσω την τύχη του Λουνατσαρσκι παρά μόνο από το διάβασμα των εφημερίδων. Υπήρξε ωστόσο ένας καιρός όπου στενοί πολιτικοί δεσμοί μας ένωσαν κι όπου οι προσωπικές μας σχέσεις, χωρίς να φτάσουν ως την οικειότητα, είχαν πάρει πολύ φιλικό χαρακτήρα.

Ο Λουνατσαρσκι ήταν τέσσερα – πέντε χρόνια μικρότερος από το Λένιν και πάνω – κάτω αλλά τόσα μεγαλύτερος από μένα. Αυτή η διάφορα ηλικίας δεν είχε καμιά σημασία καθαυτή, έδειχνε όμως ότι ανήκαμε σε διαφορετικές επαναστατικές γενιές. Ο Λουνατσάρσκι μπήκε στην πολιτική ζωή όταν ήταν γυμνασιόπαιδο, στο Κίεβο. Ήταν ακόμα κείνη τη στιγμή κάτω από την επίδραση των τελευταίων μπουμπουνητών της τρομοκρατικής πάλης των ναρόντνικων εναντίον του τσαρισμού, για τους πιο κοντινούς μου σύγχρονους η πάλη των ναρόντνικων έφτανε κιόλας το θρύλο.

Στο σχολείο ο Λουνατσάρσκι ξάφνιαζε με την ποικιλία των ταλέντων του. Έγραφε στίχους, σίγουρα, έπιανε εύκολα τις φιλοσοφικές ιδέες, έκανε θαυμάσιες διαλέξεις στις φοιτητικές βραδιές. Ήταν άφταστος ρήτορας και δεν έλειπε κανένα χρώμα από τη συγγραφική του παλέτα. Στην ηλικία των είκοσι χρόνων ήτανε σε θέση να κάνει διαλέξεις για το Νίτσε, να τα βάλει με την κατηγορική προσταγή, να υπερασπίζει τη μαρξική θεωρία της αξίας, να συζητάει για τις συγκριτικές αρετές του Σοφοκλή και του Σαίξπηρ.

Τα εξαιρετικά του χαρίσματα συνδυάζονταν οργανικά μέσα του με τον άσωτο ντιλεταντισμό της αριστοκρατικής ιντελλιγκέντσιας, εκείνης που έβρισκε άλλοτε την ανώτερη δημοσιογραφική της έκφραση στο πρόσωπο του Αλεξάντρ Χέρτσεν.

Ο Λουνατσάρσκι ήταν δεμένος με την επανάσταση και το σοσιαλισμό σαράντα ολόκληρα χρόνια, δηλαδή σ’ όλη τη διάρκεια της συνειδητής του ζωής. Πέρασε από τις φυλακές, την εξορία, την υπερορία κι έμεινε μαρξιστής ακλόνητος. Στο κύλισμα εκείνων των μακρών χρόνων, χιλιάδες από τους παλιούς συντρόφους του, βγαλμένοι από τον ίδιο κύκλο της ευγενοαστικής ιντελλιγκέντσιας, πέρασαν στο στρατόπεδο του ουκρανικού εθνικισμού, του αστικού φιλελευθερισμού ΄η της μοναρχικής αντίδρασης. Οι επαναστατικές ιδέες δεν ήτανε για το Λουνατσάρσκι νεανικός ενθουσιασμός: αυτές τον είχαν διαποτίσει ως τα τρίσβαθα των νεύρων και των αιμοφόρων αγγείων. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να πούμε μπροστά στο νιόσκαφτο τάφο του.

Θα ήταν όμως άσωστο να φανταστούμε το Λουνατσάρσκι σαν άντρα με πεισματική θέληση και δυνατή κράση, σαν ένα μαχητή που το μάτι του δεν ξεφεύγει. Η σταθερότητα του ήταν πολύ ελαστική – παρά πολύ, μάλιστα, για πολλούς από μας. Ο ντιλεταντισμός δεν ήταν μόνο σ’ αυτόν πνευματικό δεδομένο, ήταν και γνώρισμα χαρακτήρα. Ρήτορας πολύ ΄η συγγραφέας, αφηνόταν εύκολα στις παρεκβάσεις. Τύχαινε πολύ συχνά μια καλλιτεχνική εικόνα να τον παρασύρει μακριά από την ανάπτυξη της βασικής ιδέας. Στην πολιτική του δράση του άρεσε το ίδιο να ρίχνει ματιές δεξιά κι αριστερά. Ήταν παρά πολύ διαπεραστός σε όλους τους φιλοσοφικούς και πολιτικούς νεωτερισμούς κάθε λογής για να αφήνεται σ’ αυτούς ΄η να παίζει μαζί τους.

Είναι έξω από αμφιβολία ότι η ντιλεταντική πλευρά της φύσης του εξασθένιζε μέσα του τη φωνή της κριτικής. Τον περισσότερο καιρό οι λόγοι του ήταν αυτοσχέδιοι και, όπως πάντα σε τέτοια περίπτωση, δεν ήταν απαλλαγμένοι ούτε από πλατειασμούς ούτε από κοινοτοπίες. Έγραφε ΄η υπαγόρευε με εξαιρετική ευκολία και δε διόρθωνε σχεδόν ποτε τα γραπτά του. Στερούνται από πνευματική συγκέντρωση και ικανότητα για αυτοέλεγχο για να δημιουργήσει αξίες λιγότερο συζητήσιμες: είχε ωστόσο αρκετές γνώσεις και ταλέντο γι’ αυτό.

Όσο μακριά κι αν αφηνόταν να παρασυρθεί στις παρεκβάσεις του, ο Λουνατσάρσκι ξαναγύριζε διαρκώς στη βασική του σκέψη, στο κάθε άρθρο του και λόγο του, στο σύνολο της πολιτικής του δραστηριότητας. Οι διακυμάνσεις του, φορές φορές απροσδόκητες, είχανε περιορισμένο άνοιγμα: δεν ξεπερνούσανε ποτε το σύνορο της Επανάστασης και του Σοσιαλισμού.

Στα 1904, κοντά ένα χρόνο ύστερα από το σχίσμα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας ανάμεσα σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους, ο Λουνατσάρσκι, περνώντας από την εξορία στην υπερορία, τάχτηκε με το μέρος των μπολσεβίκων. Ο Λένιν, έχοντας σπάσει με τους δασκάλους του (Πλεχάνοβ, Άξελροντ, Βέρα Ζάσουλιτς) και με τους πιο κοντινούς ιδεολογικούς συντρόφους του (Μάρτοβ, Ποτρέσοβ) βρισκότανε εκείνες τις μέρες πολύ απομονωμένος. Είχε απόλυτη ανάγκη από ένα συνεργάτη για την εξωτερική εργασία, στην οποία δεν του άρεσε ούτε ήξερε να υποτάσσεται. Ο Λουνατσάρσκι έπεσε γι’ αυτόν πραγματικά σαν Δώρο από τον ουρανό. Μόλις κατέβηκε από το τραίνο βρήκε μια θέση μέσα στη θορυβώδικη ζωή της ρωσικής εμιγκράτσιας στην Ελβετία, τη Γαλλία και σ’ όλη την Ευρώπη: έκανε εκθέσεις, έφερνε αντιρρήσεις, έγραφε πολεμικές στον τύπο, διεύθυνε κύκλους, χωράτευε, εκτόξευε αιχμές, τραγουδούσε με φάλτσα φωνή, αιχμαλωτίζοντας νέους και γέρους με την τόσο πλούσια μόρφωση του και με την τόσο χαριτωμένη ευκολία του στις προσωπικές σχέσεις.

Η γλυκύτητα του συμβιβαστικού του χαρακτήρα ήταν ένα από τα έντονα γνωρίσματα της ηθικής προσωπικότητας αυτού του ανθρώπου. Ήτανε ξένος τόσο στη μικροπρεπή ματαιοδοξία όσο και στη βαθύτερη μέριμνα να υπερασπίσει απέναντι στους εχθρούς και στους φίλους αυτό που αναγνώριζε πως ήταν η αλήθεια. Όλη του τη ζωή ο Λουνατσάρσκι ενέδινε στην επίδραση προσώπων που είχαν συχνά λιγότερες γνώσεις και ταλέντα απ’ αυτόν, όμως μεγαλύτερης σταθερότητας. Ήρθε στο μπολσεβικισμό με τη μεσολάβηση του φίλου του και μεγαλύτερου του, του Μπογκντάνοβ (το πραγματικό του όνομα ήταν Μαλινόβσκι) έδωσε προκαταβολικά εγγύηση στο Λένιν ότι ο μικρότερος του, ο Λουνατσάρσκι, με τον ερχομό του στο εξωτερικό θα ακολουθούσε άφευκτα το παράδειγμα του και θα έσμιγε με τους μπολσεβίκους. Η πρόβλεψη επιβεβαιώθηκε στο ακέραιο. Ο ίδιος ο Μπογκντάνοβ, ύστερα από τη συντριβή της Επανάστασης του 1905, απόσπασε το Λουνατσάρσκι από το μπολσεβικισμό για να τον οδηγήσει σε μια μικρή υπεραδιάλλακτη ομάδα που συνδύαζε μια σεχταριστική μη κατανόηση της νικηφόρας αντεπανάστασης με το αφηρημένο κήρυγμα μιας προλεταριακής κουλτούρας παρασκευασμένης με μέθοδες εργαστηριακές.

Μέσα στα μαύρα χρόνια της αντίδρασης (1908-1912) όταν πλατιά στρώματα της ιντελλιγκέντσιας έπεφταν, λες χτυπημένα από επιδημία στο μυστικισμό, ο Λουνατσάρσκι, μαζί με το Γκόργκι που τον έδενε μαζί του στενή φιλία, πλήρωσε την οφειλή του στη μυστικιστική αναζήτηση. Χωρίς να σπάσει με το μαρξισμό, βάλθηκε να παρουσιάσει το σοσιαλιστικό ιδανικό σαν καινούργια μορφή θρησκείας και καταπιάστηκε σοβαρά ν’ αναζητήσει ένα καινούργιο τελεστικό. Σαρκαστικός ο Πλεχάνοβ τον βάφτισε «Άγιο Ανατόλιο» κι αυτό το παρατσούκλι του έμεινε για καιρό. Ο Λένιν μαστίγωνε όχι λιγότερο αλύπητα τον αλλοτινό και μελλοντικό σύντροφο του. Αν και γλυκαίνοντας σιγά σιγά, η πάλη κράτησε ως τα 1917, όταν ο Λουνατσάρσκι, όχι δίχως αντίσταση και ισχυρή πίεση απ’ έξω, αυτή τη φορά από μέρους μου, έσμιξε ξανά με τους μπολσεβίκους. Ήταν τότε μια περίοδος ζύμωσης δίχως ανάπαυλα, που έγινε η κορυφαία περίοδος της πολιτικής του ζωής. Ακόμα και τότε έκανε όχι λίγα πηδήματα που οφείλονταν στο παρορμητικό ταμπεραμέντο του. Έτσι λίγο έλειψε να σπάσει με το Κόμμα στην πιο κρίσιμη στιγμή, το Νοέμβρη του 1917, όταν έφτασε από τη Μόσχα ο ψίθυρος ότι το μπολσεβίκικο πυροβολικό είχε καταστρέψει την εκκλησία του Αη Βασίλη. Ο ειδήμονας, ο εστέτ, δε μπορούσε να συγχωρήσει έναν τέτοιο βανδαλισμό. Ευτυχώς ο Λουνατσάρσκι, όπως ξέρουμε, ήταν παρορμητικός, όμως συμφιλιωτικού χαρακτήρα και πέρα απ’ αυτό η εκκλησία του Αη Βασίλη δεν είχε καθόλου υποφέρει τις μέρες της εξέγερσης στη Μόσχα.

Με την ιδιότητα του Επίτροπου του λαού στην Παιδεία ο Λουνατσάρσκι ήταν αναντικατάστατος στις σχέσεις του με τους παλιούς πανεπιστημιακούς κύκλους και γενικά με το εκπαιδευτικό σώμα που περίμεναν από τους «απαίδευτους σφετεριστές» την ολοκληρωτική διάλυση των επιστημών και των τεχνών. Με ενθουσιασμό και δίχως κόπο απόδειξε σ’ όλον εκείνο τον κλειστό κόσμο ότι οι μπολσεβίκοι, όχι μόνο σεβότανε την κουλτούρα, μα δεν κάνανε χωρίς αυτήν. Αρκετοί πανεπιστημιακοί εκείνες εκεί τις μέρες θαύμασαν με ανοιχτό στόμα εκείνον τον βάνδαλο που διάβαζε μισή δωδεκάδα σύγχρονες γλώσσες και δυο αρχαίες και ο οποίος, στα πεταχτά, αναπάντεχα, αποκάλυπτε μιαν ευρυμάθεια τόσο καθολική που θα αρκούσε σε ολάκερη δεκάδα καθηγητές. Δεν είναι από τις μικρότερες αρετές του Λουνατσάρσκι ότι πέτυχε τη συμφιλίωση της ιντελλιγκέντσιας με δίπλωμα και πτυχίο με το σοβιετικό καθεστώς. Σαν οργανωτής της Δημόσιας Εκπαίδευσης αποδείχτηκε απελπιστικά αδύναμος. Ύστερα από μερικές άτυχες απόπειρες, όπου η φαντασία του ντιλετάντη παντρευόταν με τη διοικητική ανικανότητα, ο Λουνατσάρσκι έπαψε να αξιώνει κάθε πρακτική διεύθυνση. Η Κεντρική Επιτροπή του έδωσε βοηθούς που, κάτω από το προκάλυμμα της προσωπικής εξουσίας του Επίτροπου του λαού, κρατούσαν γέρα τα ηνία στο χέρι.

Αυτό έδωσε τόσο περισσότερο τη δυνατότητα στο Λουνατσάρσκι να αφιερώσει τις Ελευθερές ώρες του στην τέχνη. Ο υπουργός της Επανάστασης ήταν όχι μόνο γνωστής και λάτρης του θεάτρου μα και γόνιμος δραματουργός. Τα θεατρικά του έργα αποκαλύπτουν όλη την έκταση των γνώσεων του και των ανησυχιών του, μια καταπληκτική ευκολία να διεισδύει στην ιστορία και τον πολιτισμό διάφορων χωρών και διάφορων εποχών, μιαν εξαιρετική ικανότητα να συνδυάζει τη δίκη του φαντασία με τις ιδέες των άλλων. Τίποτα περισσότερο. Δε φέρνουν τη σφραγίδα μιας αληθινής δημιουργικής ιδιοφυΐας.

Στα 1923 ο Λουνατσάρσκι έβγαλε ένα μικρό τόμο, τις Σιλουέτες, αφιερωμένο στους πιο χαρακτηριστικούς ηγήτορες της Επανάστασης. Το βιβλίο δεν ερχόταν καθόλου στην ώρα του: φτάνει να πούμε ότι το όνομα του Στάλιν δε βρίσκεται καν εκεί. Από τον επόμενο κιόλας χρόνο οι Σιλουέτες αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία και ο ίδιος ο Λουνατσάρσκι ένιωσε να πέφτει σε δυσμένεια. Ούτε εδώ του έλειψε η ευλυγισία. Προσαρμόστηκε πολύ γρήγορα με την αναστάτωση που είχε προκληθεί στη σύνθεση της διεύθυνσης, όπως και νάνε, υποτάχτηκε ολοκληρωτικά στους καινούργιους κύριους της κατάστασης. Με όλα αυτά έμεινε ως το τέλος φιγούρα ξένη στις γραμμές τους. Ο Λουνατσάρσκι γνώριζε παρά πολύ το παρελθόν της επανάστασης και του Κόμματος, είχε παρά πολλές και ποικίλες ανησυχίες, ήταν τέλος παρά πολύ μορφωμένος για να έχει ξεχωριστή θέση στους κόλπους της γραφειοκρατίας. Στερημένος από το πόστο του του Επίτροπου του λαού, όπου, άλλωστε, είχε καταφέρει ως την άκρη να εκπληρώσει την ιστορική του αποστολή, ο Λουνατσάρσκι έμεινε σχεδόν ακηλίδωτος μέχρι το διορισμό του ως πρεσβευτή στην Ισπανία. Δεν είχε καν τον καιρό να καταλάβει το καινούργιο του πόστο: ο θάνατος τον πρόλαβε στο Μεντόν.

Ο φίλος, όπως κι ο έντιμος αντίπαλος, δε θα αρνηθούν να υποκλιθούν μπροστά στη σκιά του.


1 Γενάρη 1933

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου