Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Κράτος και Επανάσταση (Β. Ι. Λένιν)


Κράτος και
Επανάσταση (Β. Ι. Λένιν)

ΟΛΟΚΛΗΡΟ
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΗΜΕΡΑ!
FREE photo hosting by Fih.gr

Θα εξετάσουμε πρώτα τη διδασκαλία του Μαρξ και του Ένγκελς για το κράτος
και θα σταματήσουμε πολύ λεπτομερειακά στις ξεχασμένες ή οπορτουνιστικά
διαστρεβλωμένες πλευρές αυτής της διδασκαλίας. Κατόπι θα καταπιαστούμε ειδικά
με τον κύριο εκπρόσωπο αυτών των διαστρεβλώσεων, με τον Καρλ Κάουτσκι, τον πιο
γνωστό ηγέτη της Δεύτερης Διεθνούς (1889- 1914), που χρεωκόπησε τόσο
αξιοθρήνητα στη διάρκεια του τωρινού πολέμου. Τέλος, θα βγάλουμε τα βασικά
συμπεράσματά από την πείρα των ρωσικών επαναστάσεων του 1905 και ιδιαίτερα του
1917. Όπως φαίνεται, τούτη η, τελευταία κλείνει σήμερα (αρχές Αυγούστου 1917)
την πρώτη φάση της ανάπτυξης της, όλη όμως αυτή η επανάσταση μπορεί γενικά να
γίνει κατανοητή μό­νο σαν ένας κρίκος στην αλυσίδα των σοσιαλιστικών
προλετα­ριακών επαναστάσεων, που προκαλεί ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Το ζήτημα
της στάσης της σοσιαλιστικής επανάστασης του προ­λεταριάτου απέναντι στο
κράτος αποχτάει έτσι όχι μόνο πρακτική - πολιτική σημασία, μα και την πιο
επίκαιρη σημασία, σαν ζή­τημα που ξεκαθαρίζει στις μάζες τι θα πρέπει να
κάνουν για να λυτρωθούν στο άμεσο μέλλον από το ζυγό του κεφαλαίου.

Β. Ι.
Λένιν



ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ



Κράτος και Επανάσταση (Β.Ι.Λένιν)


Η διδασκαλία του Μαρξ βρίσκεται σήμερα εκτεθειμένη στο ίδιο πάθημα, που πολλές φορές στην εξέλιξη της ιστορίας, έπαθαν οι διδασκαλίες και άλλων επαναστατών φιλοσόφων και ηγετών των καταπιεζομένων τάξεων που αγωνίζονταν για την απελευθέρωση τους. Κατά τη διάρκεια τής ζωής των μεγάλων επαναστατών, οι κυρίαρχες τάξεις τους απήντησαν με αδιάκοπες καταδιώξεις, και δέχτηκαν τη διδασκαλία τους με την πιο άγρια εχθρότητα με το πιο λυσσασμένο μίσος και με μια ατέλειωτη σειρά από ψεύδη και συκοφαντίες. Μετά το θάνατο τους προσπαθούν συνήθως να τους παραστήσουν σαν άκακους αγίους, ευλογώντας τους και σκεπάζοντας το όνομα τους μέσα σε μια αίγλη που χρησιμεύει για «παρηγοριά» προς τις καταπιεζόμενες τάξεις, και, έχει σκοπό την εξαπάτηση τους. Συγχρόνως σπεύδουν να τους «εκλαϊκεύσουν» ευνουχίζοντάς την πραγματική ουσία των επαναστατικών τους θεωριών και στραβώνοντας το επαναστατικό τους λεπίδι. Σήμερα η αστική τάξις και οι οπορτουνιστές που βρίσκονται μέσα στο εργατικό κίνημα, συνεργάζονται σ' αυτό το έργο της νοθείας του Μαρξισμού. Παραλείπουν, παρακάμπτουν και παραμορφώνουν την επαναστατική άποψη τής διδασκαλίας του, την επαναστατική του ψυχή, φανερώνοντας μόνο ότι είναι, η φαίνεται πώς είναι δυνατό να γίνει δεκτό από την πλουτοκρατία. Όλοι οι σοσιαλ-πατριώτες διακηρύσσονται τώρα «μαρξιστές», γνήσιοι μάλιστα! Και κάθε μέρα ολοένα περισσότεροι αστοί Γερμανοί καθηγητές, που έως χτες ακόμη είχαν την ειδικότητα να «κατατροπώνουν» τον Μαρξ, μιλούν τώρα για τον «Γερμανό» Μαρξ, ο οποίος, λένε, διαπαιδαγώγησε την θαυμαστά οργανωμένη εργατική τάξη για τον παρόντα κοσμοϊστορικό πόλεμο.

Όταν λοιπόν η διαστροφή τού Μαρξισμού είναι τόσο πλατειά και μεγάλη, η πρώτη μας προσπάθεια θα είναι να αναστήσουμε την αληθινή ουσία τής διδασκαλίας του Μαρξ σχετικά με το Κράτος. Γι' αυτό το σκοπό θα είναι αναγκαίο να παραθέσομε αποσπάσματα από τα ίδια τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς. Είναι αλήθεια ότι μεγάλες περικοπές θα κάμουν ανιαρό το κείμενο μας και δεν θα συντελέσουν καθόλου στην εύκολη κατανόηση του, αλλά ομολογούμε ότι μας είναι αδύνατο να τις αποφύγουμε. Όλα, ή έστω, όλα τα ουσιωδέστερα μέρη από τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς για το ζήτημα του Κράτους, πρέπει να παρατεθούν όσο τα δυνατόν πληρέστερα, ώστε ο αναγνώστης να διαμορφώσει μιαν αμερόληπτη και τελεία αντίληψη για τις ιδέες των ιδρυτών του επιστημονικού σοσιαλισμού και την εξέλιξη τους, και η διαστροφή των από τη σύγχρονη κυριαρχούσα σχολή του Κάουτσκυ να αποδειχθεί και να γίνει φανερή για όλους.

Ας αρχίσουμε από το πιο λαϊκό έργο του Ένγκελς «Η Καταγωγή της Οικογένειας της Ατομικής Ιδιοκτησίας και τού Κράτους»,τού οποίου η έκτη έκδοση βγήκε στη Στουτγάρδη από τα 1894. Ανακεφαλαιώνοντας την ανάλυση ο Ένγκελς καταλήγει :

«Το Κράτος δεν είναι μια δύναμη που επεβλήθη στην Κοινωνία εκ των έξω. Ούτε είναι το Κράτος «η ενσάρκωση της Ηθικής Ιδέας», «η μορφή και η πραγματοποίηση του Ορθού Λόγου»όπως βεβαιώνει ο Χέγκελ. Το Κράτος είναι προϊόν της Κοινωνίας σε ένα ορισμένο στάδιο της εξελίξεως της. Το Κράτος για κάθε κοινωνία είναι επίσημη απόδειξη ότι έπεσε σε μια τρομερή αντίθεση με τον εαυτό της, ότι έφτασε σε ένα σημείο αδιαλλάκτου ανταγωνισμού, από τον οποίον είναι ανίκανη να γλιτώσει. Και για να μη αλληλοεξολοθρευτούν αυτοί οι ανταγωνισμοί, αυτές οι τάξεις με τα αντίθετα οικονομικά συμφέροντα και να μη καταστρέψουν την Κοινωνία μέσα στον άκαρπο αγώνα τους, μια δύναμη κυριαρχούσα φαινομενικώς επί της Κοινωνίας γίνεται αναγκαία για να μετριάσει την ορμή των συγκρούσεών των και για να τις κρατήσει μέσα στα όρια της «τάξεως».Και η δύναμη αυτή που γεννιέται από την ίδια κοινωνία άλλα επιβάλλεται επάνω της, που σιγά-σιγά ξεχωρίζεται τελείως απ αυτήν, η δύναμη αυτή είναι το Κράτος».

Εκθέσαμε παραπάνω με όλη της την διαύγεια την βασική ιδέα του Μαρξισμού επάνω στο ζήτημα τού ιστορικού ρόλου και τής σημασίας τού Κράτους. Το Κράτος είναι προϊόν και εκδήλωσις του αδιαλλάκτου ανταγωνισμού των τάξεων. Το πότε, που και σε τι βαθμό αναπτύσσεται το Κράτος, εξαρτάται αμέσως από το πότε, πού και σε τι βαθμό οι ανταγωνισμοί, των τάξεων μιας ορισμένης κοινωνίας δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμβιβαστική λύση και αντιστρόφως, η ύπαρξη του Κράτους αποδεικνύει ότι οι ανταγωνισμοί των τάξεων είναι ασυμφιλίωτοι.

Ακριβώς σε αυτό το σημαντικότατο και θεμελιώδες σημείο, υπάρχουν δυο ειδών παραμορφώσεις του Μαρξισμού.

Από το ένα μέρος οι ιδεολόγοι τής αστικής και της μικροαστικής τάξεως, υποχρεωμένοι από τα αναμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα να αναγνωρίσουν ότι το Κράτος υπάρχει μόνον εκεί που υπάρχουν ανταγωνισμοί και συγκρούσεις των τάξεων, προσπαθούν να «διορθώσουν» τον Μαρξ, ώστε να φαίνεται ότι το Κράτος είναι ένα όργανο για την συμφιλίωση των τάξεων. Σύμφωνα με τον Μαρξ, το Κράτος δεν μπορεί ούτε να γεννηθεί ούτε να κρατηθεί, όταν είναι δυνατή η συμφιλίωση των τάξεων. Κατά τη γνώμη όμως των μικροαστών και υποκριτών καθηγητών και δημοσιολόγων, το Κράτος (και δεν διστάζουν πολλές φορές να επικαλούνται στα λεγόμενα των και το όνομα του Μαρξ)καταντά ο διαιτητής και ο συμφιλιωτής των τάξεων. Σύμφωνα με τον Μαρξ, το Κράτος είναι το όργανον τής κυριαρχίας, το όργανο της καταπιέσεως μιας τάξεως από την άλλη. Σκοπός του είναι να δημιουργήσει ένα καθεστώς που νομιμοποιεί και διαιωνίζει αυτή την καταπίεση, μετριάζοντας τις συγκρούσεις μεταξύ των τάξεων. Κατά τη γνώμη όμως των πολιτικολόγων της μικροαστικής τάξεως, η επιβολή ενός καθεστώτος ισοδυναμεί με την συμφιλίωση των τάξεων, και όχι με την καταπίεση της μιας τάξης από την άλλη. Μετριασμός των συγκρούσεων των δεν σημαίνει, σύμφωνα μ' αυτούς, ότι οι καταπιεζόμενες τάξεις χάνουν ορισμένα μέσα και μεθόδους στον αγώνα τους για να αποτινάξουν το ζυγό των καταπιεστών, αλλά ότι συμφιλιώνονται με αυτούς.

Έτσι όταν στην Επανάσταση του 1917, το ζήτημα της αληθινής σημασίας και του ρόλου του Κράτους, πρόβαλε με όλη του τη σπουδαιότητα ως ζήτημα πρακτικό πού απαιτούσε άμεσο δράση από τις μάζες σε ευρεία κλίμακα, όλοι οι σοσιαλεπαναστάτες και οι μενσεβίκοι προσεκολλήθησαν αμέσως και χωρίς καμιά επιφύλαξη στην μικροαστική θεωρία της «συμφιλίωσης των τάξεων από το Κράτος».Πλήθος προτάσεων και άρθρων από δημοσιολόγους των δυο αυτών κομμάτων έβλεπαν το φως κάθε μέρα στηριζόμενα σαυτή την μικροαστική και υποκριτική θεωρία της συμφιλίωσης. Η μικροαστική τάξις είναι ανίκανη να καταλάβει ότι το Κράτος είναι το όργανον της κυριαρχίας μιας τάξεως που δεν μπορεί ποτέ να συμφιλιωθεί με τις εχθρικές της τάξεις. Η στάση τους απέναντι του Κράτους είναι μία από τις πιο φανερές αποδείξεις ότι οι σοσιαλεπαναστάτες μας και οι μενσεβίκοι, δεν είναι καθόλου σοσιαλιστές(πράγμα που εμείς οι μπολσεβίκοι διακηρύξαμε πάντοτε) παρά μόνον δημοκράτες τής μικροαστικής τάξεως, με φρασεολογία περίπου σοσιαλιστική.

Από το άλλο μέρος, η διαστροφή του Μαρξ από τη σχολή τον Κάουτσκυ γίνεται με μεγαλύτερη επιτηδειότητα.«Θεωρητικώς» δεν αρνούνται οι οπαδοί της σχολής αυτής ότι το Κράτος είναι όργανον κυριαρχίας μιας τάξεως, η ότι οι ανταγωνισμοί των τάξεων είναι αδύνατον να συμβιβασθούν. Αλλά εκείνο που λησμονούν η παραβλέπουν είναι το έξής : -Αφού το Κράτος είναι προϊόν του αδιαλλάκτου χαρακτήρα που έχουν οι ανταγωνισμοί των τάξεων αφού είναι μια δύναμη πού επιβάλλεται επάνω στην κοινωνία και«ξεχωρίζεται σιγά-σιγά απ' αυτήν» είναι φανερό ότι ή απελευθέρωση των καταπιεζομένων τάξεων είναι αδύνατο να γίνει χωρίς μια βιαία επανάσταση και χωρίς την καταστροφή του μηχανισμού της Κρατικής Εξουσίας, που δημιουργήθηκε από την κυρίαρχη τάξη και που ενσαρκώνει αυτόν τον «ξεχωρισμό».

Όπως θα δείξουμε παρακάτω το συμπέρασμα αυτό, που θεωρητικώς είναι σχεδόν αυτονόητο, το διατυπώνει ο Μαρξ με την μεγαλύτέρη σαφήνεια στην ιστορική ανάλυση των προβλημάτων της Επανάστασης. Και ακριβώς αυτό το συμπέρασμα ο Κάουτσκυ -θα το δείξουμε αυτό στις ακόλουθες παρατηρήσεις μας- «λησμόνησε» και παραμόρφωσε.

2. Τα Ειδικά Ένοπλα Σώματα, Φυλακές, κ.τ.λ.

Ο Ένγκελς εξακολουθεί:

«Παραβαλλόμενο με την αρχαία οργάνωση σε φυλές, το Κράτος διακρίνεται πρώτα πρώτα από την συγκέντρωση των υπηκόων του σύμφωνα με εδαφικές διαιρέσεις».

Μια τέτοια συγκέντρωση φαίνεται «φυσική» σε μας, προέκυψε όμως ύστερα από ένα μεγάλο και τραχύ αγώνα εναντίον της παλιάς μορφής της φυλετικής Κοινωνίας.

«Δεύτερο διακριτικό γνώρισμα είναι η επιβολή μιας δημοσίας εξουσίας που ξεχωρίζεται πια εντελώς από τον πληθυσμό και που είναι οργανωμένη σε ένοπλη δύναμη.

Η ξεχωριστή αυτή δημόσια δύναμη είναι αναγκαία γιατί μια ελευθέρα ένοπλος οργάνωση του πληθυσμού έγινε αδύνατη, ύστερα από τον χωρισμό της Κοινωνίας σε τάξεις... Η δημοσία αυτή εξουσία υπάρχει σε κάθε Κράτος. Και εμφανίζεται όχι μόνο με τα ένοπλα σώματα αλλά και με υλικές μορφές όπως είναι οι φυλακές και οι άλλοι δεσμευτικοί θεσμοί διαφόρων ειδών, που ήταν άγνωστα στη παλιά φυλετική μορφή της Κοινωνίας».

Ο Ένγκελς αναπτύσσει την έννοια αυτής τής «δυνάμεως» που λέγεται Κράτος-δυνάμεως που γεννιέται από την Κοινωνία, αλλά επιβάλλεται επάνω της, και γίνεται ολοένα πιο ξεχωριστή απ' αυτήν. Από τι αποτελείται κυρίως η δύναμη αυτή ; Αποτελείται από ειδικά ένοπλα σώματα, που έχουν στη διάθεση των τις φυλακές κ.τ.λ.

Μιλούμε για ειδικά ένοπλα σώματα γιατί η δημοσία εξουσία πού υπάρχει σε κάθε Κράτος «δεν είναι η ίδια» με τον ένοπλο πληθυσμό που έχει «ελευθέρα ένοπλη οργάνωση».Όπως όλοι οι επαναστάτες φιλόσοφοι, ο Ένγκελς προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή των συνειδητών εργατών σαυτό ακριβώς το γεγονός που κατά τη γνώμη των επικρατούντων υποκριτών είναι εντελώς ανάξιο προσοχής, ποτισμένο από δυνατές πραγματικά, και θα έλεγε κανείς, αποκρυσταλλωμένες προλήψεις. Ο μόνιμος στρατός και η αστυνομία είναι τα κυριότερα όργανα της κρατικής εξουσίας : Θα μπορούσε όμως να γίνει αλλιώς ;

Στην αντίληψη της μεγάλης πλειοψηφίας των Ευρωπαίων στο τέλος του l9ου αιώνος, προς τους οποίους απευθύνετο ο Ένγκελς και οι οποίοι ούτε έζησαν ούτε είδαν από κοντά καμιά σπουδαία επανάσταση, δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι σήμαινε αυτή η «ελεύθερη ένοπλη οργάνωση των μαζών».

Στο ερώτημα πώς γεννήθηκε η ανάγκη του σχηματισμού ειδικών ενόπλων σωμάτων (αστυνομία και μόνιμος στρατός) πού επιβάλλονται επάνω στην κοινωνία και ξεχωρίζονται απ αυτήν οι υποκριτές της Δυτικής Ευρώπης και της Ρωσίας απαντούν με μερικές φράσεις που δανείζονται από τον Σπένσερ, περί της «πολύπλοκου κοινωνικής ζωής», της «παραλλαγής των λειτουργιών» και ούτω καθεξής.

Οι εκφράσεις αυτές φαίνονται «επιστημονικές» και πραγματικά ναρκώνουν τις αισθήσεις ενός μετρίου άνθρωπου, συσκοτίζοντας το πιο σημαντικό και θεμελιώδες γεγονός, δηλαδή τον χωρισμό της κοινωνίας σε αδιάλλακτες εχθρικές τάξεις. Αν δεν υπήρχε αυτός ο χωρισμός, η «ελεύθερη οργανωμένη δύναμη των μαζών» θα διέφερε βέβαια από την πρωτόγονη οργάνωση ενός κοπαδιού πιθήκων που χρησιμοποιούν ως όπλα τα κούτσουρα, ή από τον πρωτόγονο άνθρωπο, ή από τις παλιές γενεές που αποτελούσαν την φυλετική μορφή της κοινωνίας, επειδή θα ήταν περισσότερο πολύπλοκη και τελειοποιημένη τεχνικώς, αλλά πάντως θα μπορούσε να υπάρχει ακόμη. Σήμερα όμως δεν μπορεί να υπάρχει, γιατί η κοινωνία, στην περίοδο του πολιτισμού, χωρίστηκε σε εχθρικές, και μάλιστα αδιάλλακτες εχθρικές τάξεις, των οποίων η «ελεύθερη» ένοπλη οργάνωση θα οδηγούσε σε αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των. Έτσι λοιπόν σχηματίζεται το Κράτος, δημιουργείται μια νέα δύναμη με τη μορφή ειδικών ένοπλων σωμάτων, και κάθε επανάσταση, συντρίβοντας τον κρατικό μηχανισμό, μας δείχνει πως η κυρίαρχη τάξη επιδιώκει να αποκαταστήσει πάλι τα ειδικά αυτά ένοπλα σώματα για την υπηρεσία της και πως η καταπιεζόμενη τάξη προσπαθεί να δημιουργήσει μια νέα παρόμοια οργάνωση, κατάλληλη να εξυπηρετήσει όχι την εκμεταλλευτική αλλά την πιεζόμενη τάξη.

Στην συζήτηση αυτή, ο Ένγκελς εξετάζει θεωρητικώς το ίδιο ζήτημα που παρουσιάζεται τώρα σε μας με μια πρακτική, ψηλαφητή μορφή και σε μεγάλη κλίμακα ύστερα από κάθε μεγάλη επανάσταση, δηλαδή το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ των «ειδικών ενόπλων σωμάτων» και της ελεύθερης ένοπλης οργάνωσης των μαζών». Θα δούμε σε λίγο πως το ζήτημα, αυτό διαφωτίστηκε τελείως από την πείρα των Ευρωπαϊκών και Ρωσικών επαναστάσεων.

Ας ξανάρθουμε όμως στον Ένγκελς.

Μερικές φορές, συνεχίζει ο Ένγκελς (π. χ. σε διάφορα μέρη τής Βορείου Αμερικής), η δημοσία αυτή εξουσία είναι μικρή (έχει εδώ υπ' όψει του μερικές σπάνιες εξαιρέσεις σε καπιταλιστικές κοινωνίες και μέρη της Βορείου Αμερικής στην προϊμπεριαλιστική εποχή τους όταν κυριαρχούσε ο τύπος του ελεύθέρου αποίκου), γενικώς όμως τείνει να γίνει δυνατότερη :

«Η δημοσία αυτή εξουσία που αναφέραμε παραπάνω, μεγαλώνει όσο επεκτείνονται οι ανταγωνισμοί των τάξεων μέσα στο κράτος, και όσο μεγαλώνουν στην έκταση και στον πληθυσμό τα γειτονικά κράτη. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στη σημερινή Ευρώπη, στην οποία η πάλη των τάξεων και οι κατακτητικές αντιζηλίες στερέωσαν αυτή τη δημοσία εξουσία σε τέτοιο βαθμό που απειλεί να καταβροχθίσει ολόκληρη την Κοινωνία και πολλές φορές και αυτό το Κράτος?»

Αυτά γράφτηκαν στην αρχή της τελευταίας δεκαετηρίδας του περασμένου αιώνα, αφού ο τελευταίος Πρόλογος του Ένγκελς έχει χρονολογία 16 Ιουνίου 1891. Το ιμπεριαλιστικό ρεύμα, με τη διπλή μορφή του της τελείας κυριαρχίας των Τραστ και των παντοδυνάμων μεγάλων Τραπεζών, και μιας πλατείας αποικιακής πολιτικής, άρχιζε μόλις τότε στη Γαλλία, και ήταν πολύ ασθενέστερο στην Βόρειο Αμερική και στη Γερμανία. Από τότε οι κατακτητικές αντιζηλίες έκαμαν γιγάντια πρόοδο προπάντων όταν, στην αρχή της δεύτερης δεκαετηρίδας του 20ου αιώνα, ολόκληρος ο κόσμος μοιράστηκε τέλος μεταξύ αυτών των «αντιζήλων κατακτητών» δηλαδή μεταξύ των μεγάλων αρπακτικών Δυνάμεων. Οι στρατιωτικοί λοιπόν και οι ναυτικοί εξοπλισμοί αύξησαν σε τεράστιο βαθμό, και ο ληστρικός πόλεμος του1914-1917 για την κυριαρχία του κόσμου από την Αγγλία ή τη Γερμανία, για το μοίρασμα της λείας, φέρνει μοιραίως στην «καταβρόχθιση» όλων των δυνάμεων της Κοινωνίας από τη λαίμαργη Κρατική εξουσία, και οδηγεί στην τελεία καταστροφή.

Βλέπουμε ότι στα 1891 ο Ένγκελς μπόρεσε να διακηρύξει ότι οι «κατακτητικές αντιζηλίες» είναι ένα απ' τα σημαντικότερα γνωρίσματα της εξωτερικής πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά στα 1914-1917, που αυτές οι αντιζηλίες φτάνοντας σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο γέννησαν έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο, βρίσκονται οι ανήθικοι σοσιαλ-πατριώτες που προσπαθούν να δικαιολογήσουν την τυχοδιωχτική πολιτική των καπιταλιστών «των» με διάφορες φράσεις περί της «άμυνας της Χώρας» ή «άμυνας τής Δημοκρατίας και της Επαναστάσεως» και ούτω καθεξής!



3. Το Κράτος όργανο για την εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξεως.

Για την διατήρηση της ειδικής δημοσίας εξουσίας επάνω από την κοινωνία, είναι απαραίτητοι οι φόροι και τα κρατικά δάνεια.

«Διευθύνοντας την δημόσια εξουσία και με το δικαίωμα που έχουν να επιβάλλουν διάφορους φόρους, οι άρχοντες (γράφει ο Ένγκελς) επιβάλλονται ως όργανα της κοινωνίας που στέκουν πιο ψηλά απ' αυτήν. Ο ελεύθερος και αβίαστος σεβασμός που απελάμβαναν τα όργανα της παλιάς φυλετικής κοινωνίας, δεν είναι πια αρκετός γι' αυτούς και όταν ακόμη μπορούν να τον αποκτήσουν».

Ειδικοί νόμοι εφαρμόζονται για την ιερότητα και την ασυλία των αρχόντων. «Ο τελευταίος αστυνομικός υπηρέτης» έχει σήμερα μεγαλύτερη εξουσία από τον αντιπρόσωπο μιας παλιάς φυλής, αλλά και ο ανώτερος άρχων ενός πολιτισμένου Κράτους θα ζήλευε τον Γέροντα μιας φυλής που στηριζότανε σε έναν «αυτόματο και αβίαστο σεβασμό εκ μέρους της Κοινωνίας».

Εδώ είναι το ζήτημα που προκύπτει από την προνομιούχο θέση των αρχόντων ως οργάνων της Κρατικής εξουσίας και το θεμελιώδες πρόβλημα στο οποίο πρέπει να απαντήσουμε είναι το εξής : - Τι είναι εκείνο που τους επιβάλει επάνω στην κοινωνία; Θα δούμε πως αυτό το θεωρητικό πρόβλημα λύθηκε πρακτικώς από την Κομμούνα του Παρισιού στα 1871 και πως νοθεύτηκε κατά τον αντιδραστικότερο τρόπο από τον Κάουτσκυ στα 1912.

«Αφού το Κράτος γεννήθηκε από την ανάγκη του ελέγχου των ανταγωνισμών των τάξεων αφού συγχρόνως γεννήθηκε ως αποτέλεσμα των συγκρούσεων αυτών των τάξεων, είναι κατά γενικό κανόνα το Κράτος της ισχυρότερης και της οικονομικώς κυρίαρχης τάξης, η οποία δια μέσου του Κράτους γίνεται και η πολιτικώς κυρίαρχη τάξη, αποκτώντας έτσι νέα μέσα για την καταπίεση και την εκμετάλλευση της υπόδουλης τάξης».

Δεν ήταν μόνο τα παλιά φεουδαλικά Κράτη όργανα για την εκμετάλλευση των δούλων και των δουλοπάροικων, αλλά και το

«νεότερο αντιπροσωπευτικό Κράτος, είναι επίσης μέσον για την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο. Σε εξαιρετικές μόνο περιστάσεις έρχονται μερικές εποχές που οι εχθρικές τάξεις φτάνουν σε μια ισορροπία δυνάμεως και η Κρατική εξουσία γίνεται τότε, έως ένα ορισμένο σημείο, ανεξάρτητη και από τις δύο τάξεις και φαίνεται σαν διαιτητής μεταξύ τους...»

Τέτοια κράτη, παραδείγματος χάριν, ήταν οι απόλυτες μοναρχίες του l7ου και 18ου αιώνος, ο Βοναπαρτισμός της Πρώτης και Τρίτης Αυτοκρατορίας στη Γαλλία, και το καθεστώς του Βίσμαρκ στη Γερμανία.

Τέτοια, πρέπει να το προσθέσουμε, είναι και σήμερα η Κυβέρνηση του Κερένσκυ στη Δημοκρατική Ρωσία, ύστερα από το έργο που ανέλαβε, να καταδιώξει το επαναστατικό προλεταριάτο, σε μια στιγμή που τα Σοβιέτ, διευθυνόμενα από τους δημοκράτες της μικροαστικής τάξεως κατήντησαν τελείως ανίκανα, ενώ από το άλλο μέρος η κεφαλαιοκρατική τάξη δεν είναι ακόμα αρκετά δυνατή για να τα διαλύσει.

«Σε μια Δημοκρατική Πολιτεία (εξακολουθεί Ένγκελς) ο πλούτος χρησιμοποιεί τη δύναμη του εμμέσως, αλλά με τρόπο αποτελεσματικό, πρώτον με διάφορες δωροδοκίες των αρχόντων (όπως γίνεται στην Αμερική), δεύτερον δια μέσου μιας συμμαχίας μεταξύ Κυβερνήσεως και Χρηματιστηρίου (όπως στη Γαλλία και στην Αμερική)».

Σήμερα, ο 'Ιμπεριαλισμός και η κυριαρχία των τραπεζών έχουν τελειοποιήσει και τις δυο αυτές μεθόδους που υποστηρίζουν και εξυπηρετούν πρακτικώς την παντοδυναμία του πλούτου μέσα στις δημοκρατικές πολιτείες όλων των αποχρώσεων. Όταν, παραδείγματος χάριν, στους πρώτους μήνες της Ρωσικής Δημοκρατίας θα έλεγε κανείς στον μήνα του μέλιτος της ενώσεως των σοσιαλ-επαναστατών και των Μενσεβίκων με την πλουτοκρατία, στην Κυβέρνηση του Συνασπισμού ο κ. Παλτσίνσκι δεν επέτρεπε να ληφθεί κανένα προληπτικό μέτρο εναντίον των αισχροκερδών ή κατά της ληστείας του δημοσίου ταμείου από τους προμηθευτές του στρατού και όταν, ύστερα από τη παραίτηση του, ο κ. Παλτσίνσκι (αντικατασταθείς εννοείται από ένα όμοιο Παλτσίνσκι) έπαιρνε από τους κεφαλαιοκράτες ως «ανταμοιβή» ένα μικρό δώρο που του έφερνε εισόδημα 120.000 ρούβλια (12.000 λίρες) το χρόνο, τι τάχα ήταν αυτό; ʼμεσος ή έμμεσος δωροδοκία Ήταν μια συμμαχία της Κυβερνήσεως με τα κεφαλαιοκρατικά συνδικάτα, ή «μόνον» φιλικές σχέσεις; Ποιος είναι ο αληθινός ρόλος που έπαιξαν οι Τσέρνωφ, Τσερετέλλι, Αφξέντιεφ και Σκομπέλιεφ; Είναι «άμεσοι» ή «μόνον» έμμεσοι σύμμαχοι των εκατομμυριούχων λωποδυτών που ληστεύουν το δημόσιο ταμείο;

Η παντοδυναμία του «πλούτου» είναι πολύ περισσότερο ασφαλής σε μια δημοκρατική πολιτεία, γιατί δεν εξαρτάται από την τυχόν κακή πολιτική μορφή του καπιταλισμού. Η Δημοκρατική πολιτεία είναι η καλύτερη πολιτική μορφή για τον καπιταλισμό και έτσι όταν το κεφάλαιο εξασφαλίσει τον έλεγχο (δια μέσου των διαφόρων Παλτσίνσκι, Τσέρνωφ, Τσερετέλι και Σιας) αυτής της καλύτερης μορφής, επιβάλλει την εξουσία του τόσο ακλόνητα, τόσο στερεά, ώστε καμιά αλλαγή, προσώπων, ή θεσμών, ή κομμάτων μέσα στην αστική δημοκρατία δεν μπορεί να το κλονίσει.

Πρέπει επίσης να προσθέσομε ότι ο Ένγκελς θεωρεί την καθολική ψηφοφορία ως ένα μέσον της κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας. «Η καθολική ψηφοφορία, -λέει (έχοντας υπ' όψει του την μακροχρόνιο πείρα της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας)- είναι το σημείο ότι ωρίμασε η εργατική τάξη, δεν μπορεί και ούτε θα μας δώσει ποτέ, τίποτε περισσότερο μέσα στο σημερινό κράτος». Οι δημοκράτες της μικροαστικής τάξεως, όπως είναι οι σοσιαλεπαναστάτες μας και οι μενσεβίκοι, επίσης και οι δίδυμοι αδελφοί τους, οι σοσιαλπατριώτες και οι οπορτουνιστές της Δυτικής Ευρώπης, όλοι περιμένουν ένα «μεγάλο κέρδος» από αυτή τη καθολική ψηφοφορία. Πιστεύουν οι ίδιοι και προσπαθούν να χαράξουν στο μυαλό του λαού την ψεύτικη ιδέα ότι η καθολική ψηφοφορία μέσα στο «σημερινό κράτος» είναι πραγματικά ικανή να εκδηλώσει την θέληση της πλειοψηφίας των εργαζόμενων μαζών και να εξασφαλίσει την πραγματοποίηση της.

Εδώ μπορούμε να αναφέρομε μόνον την ψεύτικη αυτή ιδέα και να αποδείξουμε ότι το φανερό, καθαρό και συγκεκριμένο αυτό απόσπασμα από τον Ένγκελς, παραμορφώνεται κάθε μέρα στην προπαγάνδα και στη δράση των «επισήμων» (δηλαδή των οπορτουνιστικών) σοσιαλιστικών κομμάτων. Λεπτομερώς θα αναπτύξουμε όλη τη διαστροφή της ιδέας αυτής, που ο Ένγκελς τόσο σαφώς διατυπώνει παρακάτω, στην ευρύτερη ανάλυση των απόψεων του Μαρξ και του Ένγκελς για το «νεώτερο» Κράτος.

Μια γενική περίληψη των απόψεων του δίνει ο Ένγκελς στο πιο λαϊκό από τα έργα του, με τα ακόλουθα λόγια:

«Το Κράτος δεν υπήρχε πάντοτε. Υπήρξαν κοινωνίες που έζησαν χωρίς αυτό, που δεν είχαν ούτε την ιδέα του Κράτους ή της Κρατικής εξουσίας. Σε ένα ορισμένο στάδιο οικονομικής εξέλιξης, που προέκυψε αναγκαίως μαζί με το χωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις, το Κράτος έγινε μια ανάγκη ως αποτέλεσμα του χωρισμού αυτού. Τώρα βαδίζουμε με ταχύτητα αστραπιαία σε ένα στάδιο εξέλιξης της παραγωγής, στο οποίο η ύπαρξη αυτών των τάξεων όχι μόνο δεν είναι πια αναγκαία αλλά γίνεται άμεσο εμπόδιο για την παραγωγή. Οι τάξεις θα εξαφανιστούν μοιραία, όπως μοιραία γεννήθηκαν στο παρελθόν. Μαζί με την εξαφάνιση των τάξεων, μοιραία επίσης θα εξαφανισθεί και το Κράτος. Όταν αρχίσει η νέα οργάνωση της παραγωγής επάνω στη βάση της ελεύθερης της δίκαιης συνεννόησης των παραγωγών, η κοινωνία δεν θα αργήσει να τοποθετήσει ολόκληρη την κρατική μηχανή στη θέση που θα είναι τότε η καταλληλότερη γι αυτήν, στο μουσείο των αρχαιοτήτων, δίπλα από τα πέτρινα εργαλεία και τα χάλκινα τσεκούρια».

Πολύ σπάνια βρίσκουμε το κομμάτι αυτό να αναφέρεται στην προπαγανδιστική φιλολογία της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά και όταν αυτό συμβαίνει το αναφέρουν σαν ένα ιερό και τελετουργικό τύπο, δηλαδή μάλλον για να δείξουν τυπικό σεβασμό προς τον Ένγκελς, χωρίς καμιά προσπάθεια να αναμετρήσουν το πλάτος και το βάθος της επαναστατικής πράξεως που προϋποτίθεται με αυτή την «τοποθέτηση ολοκλήρου της Κρατικής μηχανής στο μουσείο των αρχαιοτήτων». Και πολλές φορές φαίνονται σαν να μην καταλαβαίνουν καν τι ονομάζει ο Ένγκελς Κρατική μηχανή.



4. Ο μαρασμός του Κράτους και η βίαιη Επανάσταση.

Τα λόγια του Ένγκελς για τον «μαρασμό» του Κράτους έχουν τόσο μεγάλη λαϊκότητα, αναφέρονται τόσο συχνά και αποκαλύπτουν τόσο καθαρά το συνηθισμένο νόθευμα του μαρξισμού από τους οπορτουνιστές, ώστε θα τα εξετάσομε λεπτομερώς. Ας παραθέσομε ολόκληρο το κείμενο από το οποίο τα παίρνουν.

«Το προλεταριάτο αναλαμβάνει τον έλεγχο της Κρατικής μηχανής και πρώτα απ' όλα, μετατρέπει τα μέσα τής παραγωγής σε ιδιοκτησία του Κράτους. Μ' αυτή όμως την ίδια πράξη εξαφανίζει τον εαυτό του ως προλεταριάτο, εξαφανίζοντας συγχρόνως όλες τις διαφορές και τους ανταγωνισμούς των τάξεων και συνεπώς και αυτό το Κράτος. Η κοινωνία στο παρελθόν και στο παρόν, επειδή ζούσε μέσα σε ανταγωνισμούς τάξεων, είχε ανάγκη να έχει το Κράτος, δηλαδή μια οργάνωση της εκμεταλλευτικής τάξης για την υποστήριξη των εξωτερικών όρων της παραγωγής της και έπειτα ιδιαιτέρως για την υποχρεωτική συγκράτηση της πιεζόμενης τάξεως μέσα σε τέτοιους θεσμούς καταπίεσης (όπως είναι η δουλεία, η δουλοπαροικία, η ημερομίσθιος εργασία) που καθορίζονται από τις μεθόδους της παραγωγής. Το Κράτος ήτανε ο τυπικός αντιπρόσωπος του συνόλου της κοινωνίας, η ενσάρκωση της σε έναν ορατό οργανισμό, ήταν όμως έτσι μόνο ενόσω ήταν το Κράτος της τάξης εκείνης που σε κάθε εποχή αντιπροσώπευε το σύνολο της κοινωνίας. Στους παλιούς καιρούς ήταν το Κράτος των αρχόντων που ήταν οι μόνοι πολίτες του Κράτους, στον μεσαίωνα ήταν το Κράτος των ευγενών φεουδαρχών, στην εποχή μας είναι το Κράτος των κεφαλαιούχων. Όταν όμως στο τέλος, το Κράτος γίνει πραγματικά ο αντιπρόσωπος του συνόλου τής κοινωνίας, γίνεται πια περιττό. Μόλις φτάσει ο καιρός που μαζί με την κυριαρχία μιας τάξεως και τον αγώνα για την ύπαρξη του ατόμου, που προκύπτει από την σημερινή αναρχία στην παραγωγή θα πάψουν όλες αυτές οι συγκρούσεις και τα κακά που προέρχονται απ αυτόν τον αγώνα -μόλις φτάσει αυτός ο καιρός δεν θα υπάρχει πια κανείς καταπιεζόμενος, δεν θα υπάρχει τότε πια ανάγκη καμιάς ειδικής περιοριστικής δύναμης δεν θα υπάρχει ανάγκη του Κράτους. Η πρώτη πράξη του Κράτους, στην οποία ενεργεί πραγματικά σαν αντιπρόσωπος του συνόλου της κοινωνίας, δηλαδή η επιβολή έλέγχου στα μέσα της παραγωγής εξ ονόματος της κοινωνίας είναι επίσης και η τελευταία του ανεξάρτητη πράξη ως Κράτους. Η επέμβαση της Κρατικής εξουσίας στις κοινωνικές σχέσεις θα γίνει τότε περιττή σε όλες τις εκδηλώσεις της και τέλος θα εκλείψει μόνη της. Η εξουσία της κυβερνήσεως επί των προσώπων θα αντικατασταθεί από την διαχείριση των πραγμάτων και την διεύθυνση των παραγωγικών μέσων. Το Κράτος δεν θα καταλυθεί, θα μαραθεί από μόνο του. Απ αυτήν την άποψη πρέπει να εκτιμήσουμε την φράση «ένα ελεύθερο λαϊκό Κράτος»- φράση που μια φορά μπορούσε να χρησιμοποιείται ως απλό προπαγανδιστικό σύνθημα, η οποία όμως σήμερα δεν μπορεί να στηριχθεί επιστημονικά. Επίσης απ αυτήν την άποψη πρέπει να εκτιμήσουμε το αίτημα των αυτοκαλούμενων αναρχικών που ζητούν για το Κράτος να καταργηθεί σε μια μέρα» (Από το έργο του Φ. Ένγκελς Anti-Duhring».

Χωρίς φόβο να κάνουμε λάθος μπορούμε να πούμε ότι το μόνο σημείο από το παραπάνω κείμενο του Ένγκελς το τόσο πλούσιο σε ιδέες, που έμεινε στη μνήμη των νεότερων σοσιαλιστικών κομμάτων είναι ότι σύμφωνα με τον Μαρξ, το Κράτος «μαραίνεται» εν αντιθέσει προς την αναρχική θεωρία της «κατάργησης» του Κράτους. Με τον ευνουχισμό αυτόν, ο Μαρξισμός μετατρέπεται σε οπορτουνισμό, γιατί μια τέτοια «ερμηνεία» αφήνει την αντίληψη μιας αργής, και μάλιστα συνεχούς αλλαγής, χωρίς κλονισμούς και τρικυμίες, χωρίς επανάσταση. Η κοινή αυτή αντίληψη περί του «μαρασμού» του Κράτους αναμφίβολα σημαίνει το σβήσιμο, αν όχι την άρνηση της Επανάστασης. Τέτοια «ερμηνεία» είναι η χυδαιότερη διαστροφή του Μαρξισμού, ευνοϊκή μόνο στην κεφαλαιοκρατική τάξη και στηρίζεται στην παρασιώπηση των σημαντικότερων όρων και απόψεων που αναπτύσσει σαυτό το ίδιο κομμάτι ο Ένγκελς, και το οποίο παραπάνω παραθέσαμε ολόκληρο.

Και πρώτον, στην αρχή του κειμένου αυτού, ο Ένγκελς, τονίζει ότι παίρνοντας την Κρατική εξουσία, το προλεταριάτο «μ αυτή την ίδια πράξη καταστρέφει το Κράτος ως κράτος». Πολύ σπάνια συνηθίζουν να εξηγούν τι πραγματικά σημαίνει αυτό. Γενικώς ή είναι εντελώς άγνωστο, ή χαρακτηρίζεται σαν ένα μέρος «Εγελιανής αδυναμίας» του Ένγκελς. Στην πράξη όμως τα λόγια αυτά εκφράζουν συνοπτικά την πείρα μιας από τις μεγαλύτερες προλεταριακές επαναστάσεις- της Παρισινής Κομμούνας του 1871, για την οποία θα μιλήσουμε λεπτομερέστερα σε ξεχωριστό μέρος. Πραγματικά, ο Ένγκελς μιλάει εδώ για την καταστροφή του καπιταλιστικού Κράτους από την προλεταριακή επανάσταση, ενώ τα γραφόμενα του περί μαρασμού αναφέρονται στα υπολείμματα ενός προλεταριακού Κράτους, ύστερα από την σοσιαλιστική επανάσταση. Το καπιταλιστικό Κράτος δεν θα μαραθεί, σύμφωνα με τον Ένγκελς, αλλά θα καταλυθεί από το προλεταριάτο κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Μόνον τον προλεταριακό Κράτος ή είδος κράτους μαραίνεται μετά την επανάσταση.

Δεύτερον, το Κράτος είναι μια «ειδική περιοριστική δύναμη». Ο υπέροχος αυτός και βαθύτατος ορισμός του Ένγκελς διατυπώνεται εδώ με τέλεια σαφήνεια. Προκύπτει απ αυτόν ότι η «ειδική δύναμη του περιορισμού» του προλεταριάτου από την κεφαλαιοκρατική τάξη, εκατομμυρίων εργατών από ελάχιστους πλουσίους πρέπει να αντικατασταθεί από μια «ειδική δύναμη περιορισμού» της κεφαλαιοκρατικής τάξης από το προλεταριάτο (δικτατορία του προλεταριάτου). Ακριβώς αυτό αποτελεί την καταστροφή του Κράτους ως κράτους. Ακριβώς αυτό αποτελεί την «πράξη» της κατάληψης των μέσων της παραγωγής εξ ονόματος της κοινωνίας. Και είναι φανερό ότι η αντικατάσταση αυτή μιας (κεφαλαιοκρατικής) «ειδικής δύναμης» από μιαν άλλη (προλεταριακή) «ειδική δύναμη» δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει με τον «αυτόματο μαρασμό».

Τρίτον, χρησιμοποιώντας τον όρο «μαρασμός», ο Ένγκελς, αναφέρεται καθαρά και συγκεκριμένα στην περίοδο που επακολουθεί ύστερα από την «κατάληψη των παραγωγικών μέσων από το Κράτος εξ ονόματος του συνόλου της κοινωνίας», δηλαδή ύστερα από τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ξέρουμε όλοι ότι η προλεταριακή μορφή του «Κράτους» είναι η αληθινή και τέλεια δημοκρατία. Κανείς όμως από τους οπορτουνιστές που χωρίς ντροπή διαστρέφουν τον Μαρξ, δεν μπορεί να καταλάβει τι εννοεί ο Ένγκελς με τον μαρασμό της δημοκρατίας. Εκ πρώτης όψεως αυτό φαίνεται πολύ παράξενο. Θα είναι όμως ακατάληπτο μόνο για έναν που δεν έχει αντιληφθεί το γεγονός ότι η δημοκρατία είναι επίσης Κράτος και ότι κατά συνέπεια η δημοκρατία θα εξαφανισθεί επίσης όταν εξαφανισθεί το Κράτος. Μόνο μια επανάσταση μπορεί να «καταλύσει» το καπιταλιστικό Κράτος. Το Κράτος γενικά, δηλαδή η τέλεια δημοκρατία, μόνο να μαραθεί μπορεί.

Τέταρτον, διατυπώνοντας την περίφημη πρόταση του ότι «το Κράτος μαραίνεται», ο Ένγκελς εξηγεί συγκεκριμένα ότι η πρόταση αυτή απευθύνεται εξίσου εναντίον των οπορτουνιστών όσο και των αναρχικών και μάλιστα πρώτα πρώτα τονίζει ο Ένγκελς το συμπέρασμα που στρέφεται κατά των οπορτουνιστών.

Μπορεί κανείς να στοιχηματίσει ότι από δέκα χιλιάδες πρόσωπα που διάβασαν ή άκουσαν για τον «μαρασμό» του Κράτους, 9990 δεν ξέρουν καθόλου ή δεν θυμούνται ότι ο Ένγκελς δεν απευθύνει τα συμπεράσματα του από αυτή την πρόταση, μόνο εναντίον των αναρχικών. Και από τους υπόλοιπους δέκα, οι εννέα δεν ξέρουν την σημασία ενός «ελεύθερου λαϊκού Κράτους», ούτε γιατί η επίθεση του Ένγκελς εναντίον αυτού του συνθήματος είναι επίθεση εναντίον των οπορτουνιστών. Αυτό δείχνει πως γράφεται η ιστορία ! Αυτό δείχνει πως μια μεγάλη επαναστατική διδασκαλία νοθεύεται και προσαρμόζεται ασυναίσθητα με την κοινή υποκρισία ! Η επίθεση κατά των αναρχικών επανελήφθει χιλιάδες φορές, εκλαϊκεύτηκε κατά τον πιο σκληρό τρόπο έως ότου απέκτησε την δύναμη μιας προλήψεως, ενώ η επίθεση κατά των οπορτουνιστών αποσιωπήθηκε και «λησμονήθηκε».

«Ελεύθερο λαϊκό Κράτος» ήταν το γνωστό αίτημα και σύνθημα στο πρόγραμμα των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών ύστερα από το 1870. Δεν υπάρχει καμιά πολιτική έννοια μέσα στο σύνθημα αυτό, εκτός από μια πομπώδη μικροαστική φρασεολογία γύρω από την ιδέα της δημοκρατίας. Επειδή το σύνθημα αυτό έκανε και κάποια νύξη κατά της αστικής δημοκρατίας, ο Ένγκελς ήταν διατεθειμένος «για ένα ορισμένο καιρό» να το δικαιολογήσει από προπαγανδιστικής απόψεως. Το σύνθημα όμως αυτό ήταν πραγματικά οπορτουνιστικό γιατί όχι μόνον έδινε πολύ μεγάλη σημασία στην ελκυστικότητα της αστικής δημοκρατίας, αλλά μαρτυρούσε επίσης και πλήρη έλλειψη κατανόησης τής σοσιαλιστικής κριτικής εναντίον του Κράτους γενικά. Ευνοούμε βέβαια μια δημοκρατική πολιτεία ως την καλύτερη μορφή του Κράτους για το προλεταριάτο μέσα στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, αλλά δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχνάμε ότι η μισθοδουλεία διατηρείται και στο πιο δημοκρατικό μικροαστικό πολίτευμα. Εξ άλλου, κάθε Κράτος είναι μια «ειδική δύναμη περιορισμού» της υπόδουλης τάξης. Κατά συνέπεια κανένα Κράτος δεν είναι ούτε «ελεύθερο», ούτε «λαϊκό». Ο Μαρξ και ο Ένγκελς το ανέπτυξαν αυτό πολλές φορές στους συντρόφους τους στα 1870.

Πέμπτον, στο ίδιο έργο του Ένγκελς, από το οποίο θυμάται καθένας μας το επιχείρημα του για τον «μαρασμό» του Κράτους, υπάρχει επίσης μια εξήγηση για τον χαρακτήρα της βίαιης επανάστασης- και η ιστορική εκτίμηση του ρόλου της από τον Ένγκελς είναι αληθινός πανηγυρικός της βίαιης επανάστασης. Αυτό όμως κανένας δεν το θυμάται. Να μιλούν ή ακόμη και να σκέπτονται για τη σημασία αυτής της ιδέας, δεν θεωρείται αξιοπρεπές από τα νεώτερα σοσιαλιστικά κόμματα και στην καθημερινή προπαγάνδα και δράση μέσα στις μάζες δεν παίζει κανένα ρόλο. Και όμως προκύπτει αναπόσπαστα μαζί με τον «μαρασμό» του Κράτους σε ένα αρμονικό σύνολο.

Ιδού το κείμενο του Ένγκελς :

«Η βία αυτή παίζει επίσης και έναν άλλο ρόλο στην ιστορία, εκτός του καταστρεπτικού, δηλαδή ένα ρόλο επαναστατικό. Όπως λέει ο Μαρξ, είναι μοιραία σε κάθε παλιά κοινωνία όταν μέσα της ωριμάζει μια καινούργια, η δύναμη αυτή είναι το όργανο και το μέσον με το οποίο τα κοινωνικά κινήματα ανοίγουν το δρόμο τους και συντρίβουν τις νεκρές και θαμμένες πολιτικές μορφές πράγμα για το οποίο ούτε μια λέξη δεν αναφέρει ο κ. Ντύριγκ. Με μεγάλη λύπη και με στεναγμούς παραδέχεται ότι είναι δυνατόν για την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης, να χρησιμοποιηθεί, ίσως, και η βία. τι κρίμα, γιατί η χρήση της βίας κάνει ανήθικο μα την αλήθεια αυτόν που την χρησιμοποιεί! Και αυτό λέγεται εναντίον της μεγάλης ηθικής και πνευματικής προόδου που υπήρξε το αποτέλεσμα κάθε νικηφόρου επανάστασης! Και αυτό λέγεται στη Γερμανία όπου μια βίαιη σύγκρουση -η οποία ίσως επιβληθεί αναγκαστικά στο λαό -θα είχε στο κάτω-κάτω, το πλεονέκτημα ότι θα κατέστρεφε το πνεύμα της δουλοφροσύνης που κυρίευσε την εθνική ψυχή ύστερα από την κατάπτωση και την ταπείνωση του τριακονταετούς πολέμου. Και αυτός ο θολός, ακαθόριστος, ανίσχυρος και παπαδίστικος τρόπος του σκέπτεσθαι, τολμά να απαιτεί να γίνει δεκτός στο πιο επαναστατικό κόμμα από όσα γνώρισε ποτέ η ιστορία!»

Πως μπορεί ο πανηγυρικός αυτός της βίαιης επανάστασης, που ο Ένγκελς απευθύνει στους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες από το 1878 έως το 1894, δηλαδή έως την ημέρα του θανάτου του, να συμβιβασθεί με την θεωρία του «μαρασμού» του Κράτους και να συνδυασθεί μαυτόν σε μια θεωρία; Συνήθως οι δύο απόψεις συνδυάζονται με τρόπο πολύ επιτήδειο, με αχαρακτήριστη, σοφιστική, αυθαίρετη εκλογή πολλές φορές περικοπών από δω κι από κει -και ενενήντα εννέα φορές στις εκατό (αν όχι πιο πολύ ακόμα) τονίζεται ιδιαιτέρως η ιδέα του μαρασμού του Κράτους.

Η διαλεκτική μέθοδος αντικαθίσταται από την εκλεκτική -αυτή είναι η πιο συνηθισμένη, η πιο διαδεδομένη ταχτική που χρησιμοποιείται στην επίσημη σοσιαλδημοκρατική φιλολογία σήμερα, εις ένδειξη σεβασμού προς τις διδασκαλίες του Μαρξ. Παρόμοια αντικατάσταση δεν είναι καινούρια, μπορεί κανείς να την δει ακόμη και στην ιστορία της κλασσικής Ελληνικής φιλοσοφίας. Για την μεταστροφή του μαρξισμού σε οπορτουνισμό η αντικατάσταση της διαλεκτικής μεθόδου από την εκλεκτική είναι ο καλύτερος τρόπος της εξαπάτησης των μαζών. Δίνει μια ψεύτικη ικανοποίηση. Φαίνεται σαν να περιλαμβάνει όλες τις απόψεις του κινήματος, όλες τις τάσεις της εξέλιξης, όλους τους αντίθετους παράγοντες, ενώ στην πραγματικότητα δεν μας δίνει καθόλου μια ακέραιη επαναστατική άποψη της πορείας της κοινωνικής εξέλιξης.

Είπαμε παραπάνω και θα το αποδείξουμε καλύτερα σε λίγο, ότι η διδασκαλία του Μαρξ και του Ένγκελς για το αναπόφευκτο της βίαιης επανάστασης, αναφέρεται στο καπιταλιστικό κράτος. Το καπιταλιστικό Κράτος δεν μπορεί να αντικατασταθεί από ένα προλεταριακό κράτος (την δικτατορία τον προλεταριάτου) διά του «μαρασμού» σύμφωνα με τον γενικό κανόνα, αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την βίαιη επανάσταση. Ο πανηγυρικός που έψαλλε προς τιμήν της ο Ένγκελς συμφωνεί τελείως με τις σκέψεις του Μαρξ (π. χ. στο τελευταίο μέρος του έργου του «Η Αθλιότης της Φιλοσοφίας» και στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» όπου διακηρύσσει φανερά την αναπόφευκτη ανάγκη της βίαιης επαναστάσεως επίσης στην «Κριτική του Προγράμματος της Gotha» στα 1875» στην οποία μετά τριάντα χρόνια μαστιγώνει αλύπητα τον οπορτουνιστικό του χαρακτήρα). Ο πανηγυρικός αυτός δεν είναι καθόλου μια απλή «προτροπή», μια απλή προκήρυξη, ή μια απλή πολεμική. Η ανάγκη της συστηματικής διάδοσης μέσα στις μάζες, αυτής και μόνον αυτής της άποψης για την επανάσταση, είναι η βάση όλης της διδασκαλίας του Μαρξ και του Ένγκελς. Και ακριβώς η παραμέληση αυτής της προπαγάνδας και της δράσης από τους κυριαρχούντες σοσιαλπατριώτες και τους οπαδούς του Κάουτσκυ, αποδεικνύει την προδοσία των χαρακτηριστικότατα.

Η αντικατάσταση του καπιταλιστικού κράτους από το προλεταριακό είναι αδύνατη χωρίς μια βίαιη επανάσταση, ενώ η κατάλυση του προλεταριακού Κράτους, δηλαδή κάθε κράτους γενικά, μπορεί να γίνει μόνο με τον «μαρασμό».

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς έδωσαν μια τέλεια και συγκεκριμένη ανάπτυξη αυτών των απόψεων, μελετώντας κάθε επαναστατική κατάσταση χωριστά, αναλύοντας τα διδάγματα τής πείρας από κάθε μεμονωμένη επανάσταση.

Σαυτό, το σοβαρότατο χωρίς αμφιβολία, μέρος του έργου τους, θα έλθουμε τώρα.

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ:


LENIN - Kratos Kai Epanastasi

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου