Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Α. Γκράμσι - Η έννοια της μεγάλης δύναμης


Α. Γκράμσι - Η έννοια της μεγάλης δύναμης


Τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της ιεραρχίας ανάμεσα στα Κράτη: 1) Έκταση της επικράτειάς τους 2) οικονομική ισχύς 3) στρατιωτική ισχύς. Ο τρόπος που εκφράζεται το ότι μια δύναμη είναι μεγάλη δίνεται από τη δυνατότητά της να εντυπώνει στην κρατική δραστηριότητα μια αυτόνομη κατεύθυνση, της οποίας τις επιπτώσεις και την αντανάκλαση πρέπει να υφίστανται τα άλλα κράτη:

Η μεγάλη δύναμη είναι ηγεμονική δύναμη, είναι καθοδηγητής και επικεφαλής ενός συστήματος συμμαχιών και συμφωνιών μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης. Η στρατιωτική δύναμη συνοψίζει την αξία της εδαφικής έκτασης (με τον αντίστοιχο πληθυσμό, φυσικά) και του οικονομικού δυναμικού. Όσον αφορά τα εδάφη, πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη η γεωγραφική θέση. Όσο για την οικονομική ισχύ, πρέπει να ξεχωρίσουμε τις βιομηχανικές και γεωργικές δραστηριότητες (παραγωγικές δυνάμεις) από τη χρηματιστική ικανότητα.
Ένα «αστάθμητο» στοιχείο είναι η «ιδεολογική» θέση μιας χώρας σε κάθε στιγμή, στο βαθμό που θεωρείται ότι εκπροσωπεί τις προοδευτικές δυνάμεις της ιστορίας (παράδειγμα η Γαλλία κατά την επανάσταση του 1789 και επί Ναπολέοντα).

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να υπολογίζονται μπροστά στο ενδεχόμενο πολέμου.

Το να έχει μια δύναμη τα απαραίτητα στοιχεία που –στα πλαίσια του προβλέψιμου– προδιαγράφουν μια σίγουρη νίκη σημαίνει να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει διπλωματική πίεση που αντιστοιχεί σε μεγάλη δύναμη, δηλαδή σημαίνει να αποκτά ένα μέρος των αποτελεσμάτων ενός νικηφόρου πολέμου χωρίς καν να χρειαστεί να συμμετάσχει στον πόλεμο.

Στην έννοια της μεγάλης δύναμης πρέπει επίσης να συμπεριληφθεί και το στοιχείο της «εσωτερικής ησυχίας», δηλαδή ο βαθμός και το μέγεθος της ηγεμονίας που ασκεί η ηγετική κοινωνική ομάδα. (Αυτό το στοιχείο πρέπει να συνυπολογιστεί για την εκτίμηση της δύναμης κάθε κράτους, αλλά αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν μελετούμε τις μεγάλες δυνάμεις. Ούτε αξίζει να θυμίσουμε την ιστορία της αρχαίας Ρώμης και των εσωτερικών της αντιπαραθέσεων που δεν εμπόδισαν ωστόσο τη νικηφόρα επέκτασή της κ.λπ. Εκτός από τις άλλες διαφορές, αρκεί να εξετάσουμε και τούτο, ότι δηλαδή η Ρώμη ήταν η μοναδική μεγάλη δύναμη της εποχής, και δεν είχε να φοβηθεί τον ανταγωνισμό άλλων δυνάμεων, μετά την καταστροφή της Καρχηδόνας).

Θα μπορούσαμε να πούμε πως όσο ισχυρότερος είναι ο μηχανισμός της αστυνομίας, τόσο πιο αδύναμος είναι ο στρατός και όσο πιο αδύναμη (δηλαδή σχετικά άχρηστη) η αστυνομία, τόσο ισχυρότερος είναι ο στρατός (μπροστά στο ενδεχόμενο διεθνών συγκρούσεων).

Πολιτική και πολιτιστική ηγεμονία

Είναι ακόμα δυνατό στο σύγχρονο κόσμο ένα έθνος να ασκεί πολιτιστική ηγεμονία πάνω στα άλλα έθνη;

Ή μήπως ο κόσμος είναι ήδη τόσο ομογενοποιημένος στις οικονομικο-κοινωνικές του δομές, ώστε μια χώρα, ακόμα κι αν μπορεί «χρονολογικά» να έχει την πρωτοβουλία μιας καινοτομίας, δεν είναι ωστόσο ικανή να κρατήσει το «πολιτικό μονοπώλιο» και να το χρησιμοποιήσει σαν βάση της ηγεμονίας αυτής;

Ποια σημασία, επομένως, μπορεί να έχει στις μέρες μας ο εθνικισμός; Μήπως είναι εφικτός ως οικονομικός και χρηματιστικός «ιμπεριαλισμός», αλλά όχι πια ως «πρωτείο» πολιτειακό ή ως πολιτική και διανοητική ηγεμονία;

Σχετικά με την έννοια της μεγάλης δύναμης

Το αποφασιστικό μέτρο για να καθοριστεί το τι εννοούμε μεγάλη δύναμη δίνεται από τον πόλεμο.

Η έννοια της μεγάλης δύναμης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον πόλεμο.

Μεγάλη δύναμη είναι εκείνο το Κράτος που –εισερχόμενο σε ένα σύστημα συμμαχιών για κάποιον πόλεμο (και σήμερα κάθε πόλεμος προϋποθέτει μπλοκ ανταγωνιστικών δυνάμεων)–, την περίοδο της ειρήνης κατορθώνει να διατηρεί ένα τέτοιο συσχετισμό δυνάμεων με τους συμμάχους του ώστε να είναι σε θέση να επιβάλλει την τήρηση των όρων της συμφωνίας όπως αυτοί καθορίστηκαν από την αρχή.

Αλλά ένα Κράτος, το οποίο για να συμμετέχει στον πόλεμο έχει ανάγκη από μεγάλα δάνεια, χρειάζεται διαρκώς όπλα και πολεμοφόδια για τους στρατιώτες, τρόφιμα για το στρατό και τους πολίτες, πλοία για τις μεταφορές, το οποίο, δηλαδή, δεν είναι σε θέση να διεξάγει τον πόλεμο χωρίς τη διαρκή βοήθεια των συμμάχων, και που ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου για ορισμένο χρονικό διάστημα έχει ανάγκη από βοήθεια και ειδικά από τρόφιμα, από δάνεια ή άλλες μορφές οικονομικής υποστήριξης, πώς μπορεί να θεωρηθεί ίσο με τους συμμάχους του και να επιβάλει την τήρηση των αρχικών συμφωνιών;

Ένα τέτοιο Κράτος μπορεί να χαρακτηριστεί σαν μεγάλη δύναμη μόνο στα χαρτιά της διπλωματίας, αλλά στην πράξη δεν είναι παρά μια δεξαμενή προμήθειας ανθρώπινου δυναμικού για τη συμμαχία, η οποία έχει τα μέσα όχι μόνο να συντηρεί τις δικές της στρατιωτικές δυνάμεις αλλά και να χρηματοδοτεί τις δυνάμεις των υπόλοιπων συμμάχων.

Στην εξωτερική πολιτική: «Έτσι η ιταλική εξωτερική πολιτική, έχοντας πάντα τους ίδιους στόχους, ήταν πάντα σταθερή, και οι υποτιθέμενοι κλυδωνισμοί της στην πραγματικότητα καθορίζονταν μόνο από τις αβεβαιότητες και τις αντιπαραθέσεις των άλλων, κάτι που είναι αναπόφευκτο σε διεθνές επίπεδο, όπου είναι αμέτρητες οι αντιθέσεις» ( Άλντο Βαλόρι, εφημερίδα «Κοριέρε ντέλα σέρα», 12 Μάη 1932).

Είναι αλήθεια πως είναι αμέτρητα τα στοιχεία που απαιτούνται για την ισορροπία ενός διεθνούς πολιτικού συστήματος, όμως ακριβώς γι’ αυτό το σύστημα πρέπει να δομείται έτσι ώστε, παρά την εξωτερική ρευστότητα, να παραμένει σταθερή η στάση του (αν και είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε τι σημαίνει σε αυτή την περίπτωση ρευστότητα – πράγμα που δεν μπορεί να εξηγείται μηχανιστικά με τεχνικούς όρους ή με μια απλή τυπική συνοχή).

Η στάση ενός ηγεμονικού Κράτους (δηλαδή μιας μεγάλης δύναμης) δεν παραπαίει, γιατί είναι αυτό που επιβάλλει τη θέλησή του στα άλλα και δεν καθοδηγείται από αυτά, γιατί η πολιτική του γραμμή βασίζεται σε στοιχεία μόνιμα και όχι περιστασιακά ή άμεσα, καθώς και στα συμφέροντα τα δικά του αλλά και όσων δυνάμεων συμμετέχουν και συμβάλλουν αποφασιστικά στο σχηματισμό ενός συστήματος και μιας ισορροπίας.

Πολιτική ηγεμονία της Ευρώπης πριν από τον (Α’ σ.μ.) Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο Φραντσέσκο Τομμαζίνι1 (γράφει) πως η διεθνής πολιτική καθοριζόταν από την Ευρώπη μέχρι τον παγκόσμιο πόλεμο, ήδη από τη μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.).

(Όμως πριν από λίγο καιρό δεν υπήρχε ο «κόσμος» όπως δεν υπήρχε και μια παγκόσμια πολιτική. Εξάλλου ο κινέζικος και ο ινδικός πολιτισμός είχαν μια περιορισμένη βαρύτητα).

Στις αρχές του αιώνα υπήρχαν τρεις μεγάλες παγκόσμιες ευρωπαϊκές δυνάμεις, παγκόσμιες ως προς το εύρος των εδαφών τους, την οικονομική και χρηματιστική τους δύναμη και τη δυνατότητά τους να εντυπώνουν στις δραστηριότητές τους μια κατεύθυνση απόλυτα αυτόνομη, της οποίας την επίδραση ήταν υποχρεωμένες να υφίστανται όλες οι άλλες, μικρές και μεγάλες δυνάμεις: η Αγγλία,η Ρωσία, η Γερμανία. (Ο Τομμαζίνι δεν θεωρεί τη Γαλλία παγκόσμια δύναμη)

Αγγλία: είχε νικήσει τρεις μεγάλες αποικιακές δυνάμεις (Ισπανία, Κάτω Χώρες, Γαλλία) και είχε υποδουλώσει μια τέταρτη (την Πορτογαλία), είχε νικήσει στους ναπολεόντειους πολέμους και για έναν αιώνα έπαιζε το ρόλο διαιτητή σε όλο τον κόσμο.

Two powers standard.(σ.μ. αγγλικά στο κείμενο) Διεθνή στρατηγικά σημεία στα χέρια της (Γιβραλτάρ, Μάλτα, Σουέζ, Άντεν, Νησιά Μπαχρέιν, Σιγκαπούρη, Χονγκ Κονγκ). Βιομηχανίες, εμπόριο, χρηματιστήρια.

Ρωσία: απειλούσε την Ινδία, εποφθαλμιούσε την Κωνσταντινούπολη. Μεγάλη στρατιωτική δύναμη.

Γερμανία: έντονη δραστηριότητα στο χώρο της διανόησης, βιομηχανικός ανταγωνιστής της Αγγλίας, μεγάλη στρατιωτική δύναμη, με στόλο απειλητικό για το Two powers standard.(σ.μ. αγγλικά στο κείμενο.


H μετάφραση έγινε από την Άβα Mπουλούμπαση από το ιταλικό βιβλίο “Note sul Machiavelli sulla politica e sullo stato moderno” Editori Riuniti, 1991. Τα αποσπάσματα ανήκουν στο Τετράδιο 13 και στο Τετράδιο 2 των “Τετραδίων της φυλακής”. Οι υπότιτλοι είναι της ιταλικής έκδοσης και όχι του Α. Γκράμσι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου