Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΡΟΤΣΚΙ: Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΙΝΤΕΛΙΓΚΕΝΤΣΙΑΣ


Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΙΝΤΕΛΙΓΚΕΝΤΣΙΑΣ

Ο «επαναστατικός δρόμος της ιντελιγκέντσιας» που δημοσιεύει σήμερα το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ είναι το τρίτο κεφάλαιο από το βιβλίο του ΤΡΟΤΣΚΙ, «Ο νέος Λένιν» , που πρωτοδημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις Rieder το 1936. Στην πραγματικότητα, το όλο βιβλίο αποτελούσε το πρώτο τμήμα μιας βιογραφίας του Λένιν, την οποία όμως ο συγγραφέας δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει εκτός από το Α’«κεφάλαιο» για το νέο Λένιν. Τη μετάφραση στα ελληνικά έκανε ο Νίκος Μενεγάκης και οι -λίγες- σημειώσεις είναι από την αμερικανική έκδοση.

Ο Ίλυα Νικολάγεβιτς Ουλιάνοφ ήταν ένας διανοούμενος με πληβειακή προέλευση που μπήκε στο σώμα της γραφειοκρατίας, αλλά δεν συγχωνεύτηκε αδιάκριτα μ’ αυτό. Τα παιδιά του δεν ένιωθαν κανένα δεσμό με το γραφειοκρατικό περιβάλλον. Το κίνημα της απελευθέρωσης, πριν να γίνει μαζικό κίνημα προς το τέλος του αιώνα, πέρασε στις προηγούμενες δεκαετίες, μέσα από μια πλούσια εμπειρία σε εργαστηριακή κλίμακα. Δεν μπορεί κάποιος να κατανοήσει το πεπρωμένο της οικογένειας Ουλιάνοφ, χωρίς να κατανοήσει τη λογική αυτού τού πρώιμου, ανεξάρτητου επαναστατικού κινήματος της ρώσικης ιντελλιγκέντσιας και από κει τη λογική της κατάρρευσής του.

Σε μια από τις περίφημες πολιτικές δίκες της δεκαετίας του 1870, γνωστής σαν «η υπόθεση των 193», ο κυριότερος συνήγορος προέβαλε τη θέση ότι, μετά την αγροτική μεταρρύθμιση, είχε εμφανιστεί, έξω από την ίδια την αγροτιά, «μια ολόκληρη φράξια … έτοιμη να αποκριθεί στο κάλεσμα τού λαού, και να χρησιμεύσει σαν πυρήνας σ’ ένα κοινωνικά επαναστατικό κόμμα. Αυτή η φράξια ήταν το προλεταριάτο των διανοουμένων». Τα λόγια αυτά του Ιππολίτ Μίσκιν περιγράφουν σωστά, αν και δεν κάνουν εκτίμηση της ουσίας του φαινομένου. Η αποσύνθεση της φεουδαρχικής κοινωνίας προχωρούσε με γρηγορότερο βήμα από το σχηματισμό της αστικής τάξης. Οι διανοούμενοι, ένα προϊόν της παρακμής των παλιών τάξεων, δεν έβρισκαν ούτε επαρκή ζήτηση για τις ικανότητές τους ούτε μια σφαίρα για την πολιτική τους επιρροή. Έσπασαν τους δεσμούς με την αριστοκρατία, τη γραφειοκρατία, τον κλήρο, με την απαρχαιωμένη κουλτούρα τους και τις φεουδαρχικές τους παραδόσεις, αλλά δεν κατόρθωσαν μια προσέγγιση με την αστική τάξη, που ήταν ακόμα πολύ πρωτόγονη και ακαλλιέργητη. Αισθάνονταν να είναι κοινωνικά ανεξάρτητοι, αλλά και ταυτόχρονα πνίγονταν στη μέγκενη του τσαρισμού. Έτσι, μετά την πτώση της δουλοπαροικίας, η ιντελλιγκέντσια αποτελούσε σχεδόν το μοναδικό εύφορο έδαφος για επαναστατικές ιδέες, ειδικότερα η νέα γενιά της, οι φτωχότεροι απ’ τους νέους διανοούμενους, οι φοιτητές του πανεπιστημίου, οι ιεροσπουδαστές, τα παιδιά του γυμνασίου, στην πλειοψηφία τους είχαν επίπεδο ζωής όχι πάνω απ’ του προλεταριάτου και πολλοί κάτω απ’ αυτό. Το κράτος, επειδή είχε ανάγκη από διανοούμενους, τους δημιούργησε απρόθυμα με τα σχολεία του. Οι διανοούμενοι, επειδή είχαν ανάγκη από ένα μεταρρυθμισμένο καθεστώς, έγιναν ο εχθρός του κράτους. Έτσι, η πολιτική ζωή της χώρας, για ένα μεγάλο διάστημα, είχε πάρει τη μορφή μιας μονομαχίας ανάμεσα στους διανοούμενους και την αστυνομία, με τις θεμελιώδεις τάξεις της κοινωνίας σχεδόν ολοκληρωτικά παθητικές. Με μια κακεντρεχή ευθυμία, αλλά όχι χωρίς βάση, ο κατήγορος στη δίκη του Μίσκιν υπέδειξε ότι τόσο οι «πιο προηγμένοι κύκλοι» (δηλαδή οι ιδιοκτήτριες τάξεις και οι παλιότερες γενιές των ίδιων των διανοουμένων) ήταν απρόσβλητες στην επαναστατική προπαγάνδα. Σε τέτοιες συνθήκες το αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν προκαθορισμένο. Αλλά, αφού η πάλη ξέσπασε πάνω στο «προλεταριάτο των διανοουμένων», απ’ τη συνολική του κατάσταση, έπρεπε να έχει μερικές μεγάλες αυταπάτες.

Επειδή μόλις είχαν μπει στο βασίλειο της συνείδησης, σπάζοντας τους δεσμούς με μεσαιωνικές συνήθειες και σχέσεις, οι διανοούμενοι ήταν φυσικό να θεωρούν τις ιδέες σαν την κυριότερη δύναμή τους. Τη δεκαετία του 1860 αγκάλιασαν μια θεωρία, σύμφωνα με την οποία η πρόοδος της ανθρωπότητας είναι το αποτέλεσμα της κριτικής σκέψης. Και ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι καλύτεροι αντιπρόσωποι της κριτικής σκέψης από τους ίδιους τους διανοούμενους; Τρομαγμένοι από το μικρό αριθμό τους και την απομόνωση, οι διανοούμενοι εξαναγκάστηκαν να καταφύγουν στη μίμηση, το όπλο αυτό της αδυναμίας. Απαρνήθηκαν την ίδια τους την ύπαρξη, για να κερδίσουν ένα μεγαλύτερο δικαίωμα να μιλούν και να πράττουν στο όνομα του λαού. Ο Μίσκιν παρακολούθησε αυτή την πορεία συνεχίζοντας την περίφημη ομιλία του. Αλλά «ο λαός» σημαίνει οι αγρότες. Το μικρό βιομηχανικό προλεταριάτο ήταν μονάχα ένα τυχαίο και ασθενικό παρακλάδι του λαού. Η λατρεία των Λαϊκών για το χωριό, την κοινότητά του, δεν ήταν άλλο απ’ το καθρέφτισμα των μεγαλειωδών βλέψεων του «προλεταριάτου των διανοουμένων» για το ρόλο του κυριότερου, αν όχι του μοναδικού, οργάνου της προόδου. Ολόκληρη η ιστορία των Ρώσων διανοουμένων αναπτύσσεται ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυο πόλους της περηφάνιας και της αυτοθυσίας – που είναι η μικρή και η μεγάλη σκιά της κοινωνικής τους αδυναμίας.

Τα επαναστατικά στοιχεία των διανοουμένων δεν ταύτισαν μονάχα θεωρητικά τους εαυτούς τους με το λαό, αλλά προσπάθησαν στην πράξη να συγχωνευτούν μ’ αυτόν. Φορούσαν χωριάτικα ρούχα, έτρωγαν σούπες και μάθαιναν να δουλεύουν το υνί και το τσεκούρι. Αυτό δεν ήταν μια πολιτική μασκαράτα αλλά ένα ηρωικό κατόρθωμα. Ήταν επιπλέον θεμελιωμένοι σ’ ένα γιγαντιαίο αντάλλαγμα. Οι διανοούμενοι έπλασαν έναν «λαό» κατ’ εικόνα τους και αυτή η βιβλική πράξη της δημιουργίας προετοίμαζε γι’ αυτούς μια τραγική έκπληξη όταν ήρθε η στιγμή της δράσης.

Οι πρώιμες επαναστατικές ομάδες έθεσαν στους εαυτούς τους το καθήκον να προετοιμάσουν μια αγροτική εξέγερση. Μήπως δεν είχε αποδειχθεί η ικανότητα των αγροτών να επαναστατούν, σε τελευταία ανάλυση, από ολόκληρη την προηγούμενη ιστορία τους; Και τώρα τα «κριτικά σκεπτόμενα άτομα» θα αντικαθιστούσαν τον Στεπάν Ραζίν και τον Γεμελιάν Πουγκάτσεφ. Η ελπίδα αυτή δεν έμοιαζε με πύργο στην άμμο. Τα χρόνια της προπαρασκευής και της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων, υπήρχε αναβρασμός των αγροτών σε διάφορα μέρη της χώρας. Σε μερικές περιοχές η κυβέρνηση αναγκάστηκε να καταφύγει σε στρατιωτικά μέτρα, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις τα πράγματα έφθασαν μέχρι τα παραδοσιακά μαστιγώματα. Οι αγροτικές αυτές αναταραχές έδωσαν το έναυσμα για να σχηματισθεί, στα 1860 στην Πετρούπολη, μια μικρή παράνομη οργάνωση γνωστή σαν «Νέα Ρωσία». Ο άμεσος στόχος της ήταν «μια αιματηρή και αδιάλλακτη επανάσταση που θα αλλάξει ριζικά όλα τα θεμέλια της σύγχρονης κοινωνίας». Αλλά η επανάσταση αυτή αργούσε να έρθει. Χωρίς να μεταβάλουν τις απόψεις τους, οι διανοούμενοι αποφάσισαν ότι αυτό σήμαινε μια μικρή αναβολή. Δημιουργήθηκαν καινούριοι κύκλοι, που προετοιμάζονταν για τη σύγκρουση. Η κυβέρνηση απάντησε με κατασταλτικά μέτρα που η λύσσα τους έδινε το μέτρο του φόβου της. Επειδή επιχείρησε να εκδώσει μια προκήρυξη για τους αγρότες, ο Τσερνιτσέφσκι, ο περίφημος Ρώσος πολιτικός συγγραφέας και γνήσιος ηγέτης της νεότερης γενιάς, διαπομπεύτηκε και καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα1. Με το χτύπημα αυτό ο τσάρος έλπιζε, με κάποια βάση, να αποκεφαλίσει το επαναστατικό κίνημα για λίγο καιρό.

Στις 4 Απριλίου 1866, ο 25χρονος Ντιμίτρι Καρακαζόφ, ένας πρώην φοιτητής από κατώτερη αριστοκρατία, έριξε την πρώτη σφαίρα στον Αλέξανδρο το Β΄, καθώς ο τσάρος έβγαινε από τον Καλοκαιρινό Κήπο. Ο Καρακαζόφ αστόχησε τον τσάρο, αλλά αποτελείωσε το κεφάλαιο του «φιλελευθερισμού» της βασιλείας του Αλεξάνδρου. Επιθέσεις στον Τύπο, αστυνομικές επιδρομές σε ειρηνικά σπίτια, έσπειραν φόβο στις καρδιές των φιλελεύθερων κύκλων – κατά πρώτο λόγο δεν ήταν και τόσο ψυχωμένοι. Τα ανεξάρτητα στοιχεία της γραφειοκρατίας άρχισαν να μπαίνουν σε τάξη. Απ’ αυτή την εποχή, μπορούμε να υποθέσουμε, ο Ίλυα Νικολάγεβιτς Ουλιάνοφ σταμάτησε να τραγουδάει τα τραγούδια της νιότης του. Με τη βοήθεια ενός αποστειρωμένου κλασικισμού, ενός συστήματος για το σακάτεμα των νέων εγκεφάλων, ο κόμης Ντιμίτρι Τολστόι, υπουργός Παιδείας, αποφάσισε να στραγγαλίσει την ελεύθερη σκέψη στην εμβρυακή της κατάσταση. Αναπτύχθηκε ένα τερατώδες σύστημα. Ο Αλέξανδρος και ο Βλαδίμηρος Ουλιάνοφ έπρεπε να κάνουν το δρόμο τους μέσα από τα μαρτύρια αυτού τού αστυνομικού κλασικισμού, όπου η Αθήνα και η Ρώμη χρησίμευαν απλά σαν προθάλαμος της τσαρικής Αγίας Πετρούπολης.

Πέρασαν έξι χρόνια ανάμεσα στην πρώτη προκήρυξη και την πρώτη ένοπλη επίθεση εναντίον τού τσάρου. Οι διανοούμενοι συμπλήρωσαν έτσι την αυγή της επαναστατικής τους δραστηριότητας, τον πρώτο μικρό τους κύκλο: από την ελπίδα για μια άμεση αγροτική εξέγερση, μέσα από προπαγανδιστική προσπάθεια και αγκιτάτσια, στην ατομική τρομοκρατία. Μπροστά βρίσκονταν πολλά παρόμοια λάθη, εμπειρίες και απογοητεύσεις. Αλλά από τη στιγμή αυτή, από την κατάργηση της δουλοπαροικίας, αρχίζει ένα φαινόμενο μοναδικό στην παγκόσμια ιστορία: έξι δεκαετίες παράνομων κατορθωμάτων από ένα σώμα πρωτοπόρων επαναστατών οδήγησαν στις εκρήξεις του 1905 και του 1917.

Δυο χρόνια μετά την υπόθεση Καρακαζόφ, ένας αφανής επαρχιώτης δάσκαλος, ο Νετσάγεφ, καθηγητής της Θεολογίας σ’ ένα κοινοτικό σχολείο, μια από τις πιο δυνατές μορφές στις στοές των Ρώσων επαναστατών, προσπάθησε να δημιουργήσει μια συνωμοτική οργάνωση με το όνομα «Η Εκδίκηση του Λαού», ή «Το τσεκούρι». Ο Νετσάγεφ προγραμμάτισε να γίνει μια αγροτική εξέγερση στη δέκατη επέτειο της μεταρρύθμισης, στις 29 Φεβρουαρίου 1870, σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να γίνει η αντικατάσταση των μεταβατικών σχέσεων στα χωριά με μόνιμες. Η προπαρασκευαστική επαναστατική δουλειά θα γινόταν σύμφωνα με ένα αυστηρό χρονοδιάγραμμα: μέχρι το Μάιο του 1869, στην πρωτεύουσα και τα πανεπιστημιακά κέντρα. Από το Μάιο μέχρι το Σεπτέμβριο, στα κυβερνεία και τα επαρχιακά κέντρα. Από τον Οκτώβριο «στη λαϊκή μάζα». Την άνοιξη του 1870, θα άρχιζε ένα χωρίς έλεος ξεκαθάρισμα των λογαριασμών με τους εκμεταλλευτές. Αλλά και πάλι δεν επακολούθησε ανταρσία. Η υπόθεση τελείωσε με το φόνο κάποιου φοιτητή που ήταν ύποπτος για προδοσία. Έχοντας διαφύγει στο εξωτερικό, ο Νετσάγεφ, παραδόθηκε στον τσάρο από την ελβετική κυβέρνηση και τελείωσε τις ημέρες του στο φρούριο των Πέτρου και Παύλου. Στους επαναστατικούς κύκλους η λέξη νετσαγεφισμός έγινε για μεγάλο διάστημα όρος βαριάς κατηγορίας, ένα συνώνυμο των παρακινδυνευμένων και αξιοκατάκριτων μεθόδων για την επιτυχία των επαναστατικών στόχων. Ο Λένιν θα άκουγε να κατηγορούν τον ίδιο εκατοντάδες φορές για νεγκατσεφιστικές μεθόδους2, οι πολιτικοί του αντίπαλοι.

Η δεκαετία του 1870 άνοιξε ένα δεύτερο κύκλο στο επαναστατικό κίνημα, σημαντικά μεγαλύτερο σε έκταση και ένταση, αλλά στην ανάπτυξή του αναπαρήγε την ακολουθία των σταδίων που είναι κιόλας γνωστή μας: από την ελπίδα για μια λαϊκή εξέγερση και την προσπάθεια να την προετοιμάσουν, μέσα από συγκρούσεις με την πολιτική αστυνομία και με το λαό να παρακολουθεί αδιάφορα, στην ατομική τρομοκρατία. Η συνωμοσία του Νετσάγεφ, χτισμένη εξολοκλήρου πάνω στη δικτατορία ενός μοναδικού προσώπου, προκάλεσε στους επαναστατικούς κύκλους μια έντονη αντίδραση ενάντια στο συγκεντρωτισμό και την τυφλή πειθαρχία. Ξαναγεννημένο το 1873, μετά από μια μικρή ηρεμία, το κίνημα πήρε το χαρακτήρα ενός χαοτικού μαζικού προσκυνήματος των διανοουμένων στο λαό. Νέοι άνδρες και γυναίκες, οι πιο πολλοί από αυτούς πρώην φοιτητές, καμιά χιλιάδα όλοι μαζί, μετέφεραν τη σοσιαλιστική προπαγάνδα σ’ όλες τις γωνιές της χώρας, ειδικότερα στις κάτω εκτάσεις του Βόλγα, όπου αναζητούσαν την κληρονομιά του Πουγκάτσεφ και του Ραζίν. Αυτό το κίνημα, αξιοσημείωτο σε έκταση και νεανικό ιδεαλισμό, το αληθινό λίκνο της ρώσικης επανάστασης, διακρίνονταν – όπως πρέπει για ένα λίκνο – από μια ακραία αφέλεια. Οι προπαγανδιστές δεν είχαν ούτε καθοδηγητική οργάνωση ούτε ξεκάθαρο πρόγραμμα, δεν είχαν συνωμοτική εμπειρία. Και πώς θα μπορούσαν να έχουν; Αυτοί οι νέοι άνθρωποι, έχοντας σπάσει τους δεσμούς με τις οικογένειές τους και τα σχολεία τους, χωρίς επάγγελμα, προσωπικές σχέσεις και υποχρεώσεις, και χωρίς φόβο για τις γήινες ή τις ουράνιες δυνάμεις, έμοιαζαν με τη ζωντανή αποκρυστάλλωση της λαϊκής εξέγερσης. Σύνταγμα; Κοινοβούλιο; Πολιτικές ελευθερίες; Όχι δεν είχαν παρεκκλίνει από το δρόμο τους δελεασμένοι από τη Δύση. Αυτό που ζητούσαν ήταν η πλήρης επανάσταση, χωρίς παραχωρήσεις ή ενδιάμεσα στάδια.

Οι θεωρητικές συμπάθειες των νέων ήταν μοιρασμένες ανάμεσα στο Λαβρόφ και το Μπακούνιν. Και οι δυο αυτοί αρχηγοί της σκέψης προέρχονταν από την αριστοκρατία και είχαν εκπαιδευτεί στις ίδιες στρατιωτικές σχολές της Πετρούπολης, ο Μιχαήλ Μπακούνιν δέκα χρόνια νωρίτερα από τον Πιοτρ Λαβρόφ. Και οι δύο τέλειωσαν τη ζωή τους σαν εμιγκρέδες – ο Μπακούνιν στα 1876, όταν ο Βλαδίμηρος Ουλιάνοφ ήταν ακόμα μικρό παιδί. Ο Λαβρόφ έζησε μέχρι το 1900, όταν ο Ουλιάνοφ είχε γίνει Λένιν. Ο πρώην αξιωματικός του πυροβολικού Μπακούνιν, ήταν για δεύτερη φορά πολιτικός φυγάδας και προχωρούσε από τον δημοκρατικό πανσλαβισμό στον καθαρό αναρχισμό, όταν ο δάσκαλος της σχολής πυροβολικού, συνταγματάρχης Λαβρόφ, ένας εκλεκτικός με εγκυκλοπαιδική μόρφωση, άρχισε να αναπτύσσει σε νόμιμες εφημερίδες τη θεωρία τού «κριτικά σκεπτόμενου ατόμου», ένα είδος φιλοσοφικού διαβατηρίου για το Ρώσο μηδενιστή. Το δόγμα του χρέους προς το λαό ταίριαζε με τελειότητα στο μεσσιανισμό των διανοουμένων, στους οποίους η θεωρητική αλαζονεία συνδυαζόταν με σταθερή ετοιμότητα για πράξη αυτοθυσίας. Η αδυναμία του λαβροφισμού βρισκόταν στην αποτυχία του να υποδείξει κάποιο δρόμο δράσης, εκτός από την αφηρημένη προπαγάνδα του αποκαλυπτικού ευαγγελίου. Ακόμα και εξολοκλήρου ειρηνικοί εκπαιδευτικοί, όπως ο Ίλυα Νικολάγεβιτς Ουλιάνοφ, μπορούσαν με σοβαρότητα να θεωρούν τους εαυτούς τους οπαδούς του Λαβρόφ. Αλλά και γι’ αυτό το λόγο δεν ικανοποιούσε τους πιο αποφασιστικούς και δραστήριους, ανάμεσα στους νέους. Το δόγμα του Μπακούνιν έμοιαζε ασύγκριτα πιο ξεκάθαρο και ακόμα καλύτερα, πιο αποφασιστικό. Διακήρυσσε ότι οι Ρώσοι χωρικοί είναι «σοσιαλιστές από ένστικτο και επαναστάτες από φύση». Έβλεπε το καθήκον των διανοουμένων σαν ένα κάλεσμα στους χωρικούς, για μια άμεση «παγκόσμια καταστροφή» μέσα από την οποία η Ρωσία θα αναδείξει μια ομοσπονδία από ελεύθερες κομμούνες. Η θεωρία της παθητικής προπαγάνδας δε μπορούσε παρά να υποκύψει στην επίθεση της ολοκληρωτικής εξέγερσης. Με την πανοπλία του μπακουνισμού, που έγινε το κυρίαρχο δόγμα, οι διανοούμενοι της δεκαετίας του 1870 θεωρούσαν αυταπόδεικτο ότι χρειάζονταν μονάχα να διασκορπίσουν τις σπίθες της «κριτικής σκέψης», για να εκραγούν τα δάση και η στέπα σ’ ένα σεντόνι από φλόγες.

Το «Κίνημα των διανοουμένων» διαπίστωνε αργότερα ο Μίσκιν στη δίκη του, «δεν είχε δημιουργηθεί τεχνητά, αλλά ήταν η ηχώ της λαϊκής ανησυχίας». Αν και σωστή με την ευρεία ιστορική έννοια, η ιδέα αυτή δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεμελιώσει μια άμεση πολιτική σύνδεση ανάμεσα στη λαϊκή δυσαρέσκεια και τα επαναστατικά σχέδια των ανταρτών. Από ένα μοιραίο συνδυασμό περιστάσεων, τα αγροτικά διαμερίσματα, που ήταν σε αναταραχή στη διάρκεια σχεδόν ολόκληρης της ρώσικης ιστορίας, έμειναν σε ηρεμία, ακριβώς τη στιγμή που οι πόλεις ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτά, και έμειναν σε ηρεμία για μεγάλο διάστημα. Η αγροτική μεταρρύθμιση ήταν ένα συμπληρωματικό γεγονός. Η γυμνή, σχεδόν δουλική εξάρτηση του χωρικού από τον άρχοντα, έφυγε. Χάρη στις υψηλές τιμές των σιτηρών, που επικράτησαν συνέχεια από τα 1860, το επίπεδο ζωής των ανώτερων και πιο επιχειρηματικών στρωμάτων της αγροτιάς, που ήταν και οι ρυθμιστές της κοινωνικής της γνώμης, ήταν σε άνοδο. Οι αγρότες έτειναν στο να αποδίδουν τον ληστρικό χαρακτήρα της μεταρρύθμισης στην αντίσταση απ’ το μέρος των γαιοκτημόνων στη θέληση του τσάρου. Οι ελπίδες τους για ένα καλύτερο μέλλον στηρίχθηκαν στον ίδιο τον τσάρο. Τον προσκαλούσαν να βάλει σε τάξη αυτά που οι γαιοκτήμονες και οι δημόσιοι λειτουργοί είχαν αφανίσει. Οι διαθέσεις αυτές, όχι μονάχα καθιστούσαν τους χωρικούς αφιλόξενους στην επαναστατική προπαγάνδα, αλλά έτειναν να βλέπουν στους εχθρούς του τσάρου τους δικούς τους εχθρούς. Η παθιασμένη, ανυπόμονη και ισχυρή έλξη των διανοούμενων προς την αγροτιά συγκρούστηκε με τη λυσσασμένη απέχθεια των χωρικών για κάθε τι που προέρχεται από την αριστοκρατία, από την πόλη, από μορφωμένους ανθρώπους, από φοιτητές. Τα χωριά όχι μονάχα δεν άνοιξαν την αγκαλιά τους στους προπαγανδιστές, αλλά τους απώθησαν με εχθρότητα. Το γεγονός στάθηκε αποφασιστικό για τη δραματική πορεία του επαναστατικού κινήματος της δεκαετίας του 1870 και το τραγικό του τέλος. Μονάχα όταν μεγάλωσε μια καινούρια γενιά αγροτών, μετά τη μεταρρύθμιση, θα αποκτούσε επίγνωση της πείνας της για γη, του βάρους των φόρων, της καταπίεσής της σαν τάξης και να αναλάβει – αυτή τη φορά κάτω από την καθοδηγητική επιρροή της εργατικής τάξης – να εκδιώξει τους γαιοκτήμονες από τα λημέρια τους. Αλλά για να το καταφέρει αυτό, χρειάστηκε περίπου ένα τέταρτο τού αιώνα.

Οπωσδήποτε, το κίνημα «Προς το λαό» της δεκαετίας του 1870 υπέστη μια ολοκληρωτική ήττα. Ούτε η περιοχή του Βόλγα, ούτε του Ντον, ούτε ακόμα και του Δνείπερου, ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα. Ακόμα περισσότερο, η έλλειψη προσοχής στις προφυλάξεις που είναι απαραίτητες για την παράνομη δουλειά, πρόδωσε γρήγορα τους προπαγανδιστές. Η συντριπτική πλειοψηφία απ’ αυτούς – περισσότερα από επτακόσια άτομα – συνελήφθησαν μέχρι το 1874. Ο δημόσιος κατήγορος διηύθυνε δύο μεγάλες δίκες, που καταγράφηκαν στην ιστορία της επανάστασης σαν «η υπόθεση των 50» και «η υπόθεση των 193». Η πρόκληση που πέταξαν στο πρόσωπο του τσαρισμού, οι κατάδικοι, πάνω από τα κεφάλια των δικαστών, τάραζε τις καρδιές σε αρκετές γενιές νέων.

Αυτή η ακριβοπληρωμένη εμπειρία απέδειξε ότι δεν ήταν αρκετές μερικές σύντομες επιδρομές στα χωριά. Οι προπαγανδιστές αποφάσισαν να επιχειρήσουν ένα σύστημα από κανονικές αποικίες ανάμεσα στο λαό, που θα μετακινούνται στην επαρχία και θα ζουν σαν τεχνίτες, έμποροι, υπάλληλοι, γιατροί, δάσκαλοι κλπ. Στην όψη του, αυτό το κίνημα, που άρχισε το 1876, ήταν σημαντικά λιγότερο χαοτικό από το πρώτο κύμα του 1873. Η απογοήτευση και η καταστολή βοήθησαν να αναδειχθεί μια εκλεκτική διαδικασία. Πηγαίνοντας σ’ έναν αποικιακό τρόπο ζωής, οι προπαγανδιστές βρέθηκαν αναγκασμένοι οι ίδιοι να διαλύσουν το δυνατό κρασί τού μπακουνισμού, με νερό του Λαβρόφ. Η ανταρσία απωθήθηκε από τη δουλειά της διαπαιδαγώγησης, δουλειά στην οποία το ατομικό σοσιαλιστικό κήρυγμα γινόταν μονάχα σαν μια εξαίρεση.

Σύμφωνα με το δόγμα των Λαϊκών, που αρνούνταν κάποιο μέλλον στο ρώσικο καπιταλισμό, στο προλεταριάτο δεν είχε απονεμηθεί κανένας απολύτως ρόλος στην επανάσταση. Συνέβαινε τυχαία, βέβαια, η προπαγάνδα αυτή που το περιεχόμενό της είχε σχεδιαστεί για τα χωριά, να βρίσκει μια συμπαθητική απόκριση μόνο στις πόλεις. Το σχολείο της ιστορίας είναι πλούσιο σε παιδαγωγικά παραδείγματα. Το κίνημα του 1870 ήταν ίσως το πιο διδακτικό, ως προς το γεγονός ότι μια προπαγάνδα προσεκτικά κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μιας αγροτικής επανάστασης έβρισκε καθολική επιτυχία μονάχα στους διανοούμενους και μερικούς μεμονωμένους βιομηχανικούς εργάτες. Αυτό αποκάλυψε τη χρεοκοπία του λαϊκισμού και προετοίμασε τα πρώτα κριτικά στοιχεία για την αναθεώρησή του. Αλλά πριν φθάσουν σ’ ένα ρεαλιστικό δόγμα βασισμένο στις πραγματικές τάσεις μέσα στην κοινωνία, οι επαναστάτες διανοούμενοι έπρεπε να δοκιμάσουν το Γολγοθά της τρομοκρατικής πάλης.

Η πολύ μακρινή και εντελώς αβέβαιη μέρα της τελικής μαζικής αφύπνισης τού λαού δεν ανταποκρινόταν στις παθιασμένες προσδοκίες των επαναστατικών κύκλων στις πόλεις. Εδώ, η άγρια κυβερνητική επίθεση στους προπαγανδιστές της πρώτης γραμμής – χρόνια κράτηση χωρίς δίκη, δεκαετίες σε καταναγκαστικά έργα, φυσική βία, παραφροσύνη και αυτοκτονία – ξύπνησε μια πυρετική επιθυμία να περάσουν από τα λόγια στη δράση. Αλλά πώς αλλιώς μπορούσε να εκφραστεί το άμεσο «έργο» των μικρών κύκλων, παρά με μεμονωμένα χτυπήματα στους πιο μισητούς αντιπροσώπους τού καθεστώτος; Οι τρομοκρατικές διαθέσεις άρχισαν να εμφανίζονται όλο και πιο επίμονες. Στις 24 Ιανουαρίου 1878, ένα μοναχικό νέο κορίτσι πυροβόλησε τον αρχηγό τής αστυνομίας της Πετρούπολης, τον Τρεπόφ, που μόλις είχε διατάξει το μαστίγωμα ενός φυλακισμένου, του Βογκολιούμποφ. Η πιστολιά αυτή της Βέρα Ζάσουλιτς – είκοσι χρόνια αργότερα θα εργαζόταν ο Λένιν μαζί μ’ αυτή τη σημαντική γυναίκα στην ίδια εκδοτική ομάδα – ήταν εν μέρει η εντστικτώδικη έκφραση μιας παθιασμένης αγανάκτησης. Σ’ αυτή τη χειρονομία περικλειόταν επίσης το σπέρμα ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος. Μισό χρόνο αργότερα στους δρόμους της Πετρούπολης, ο Κραβσίνσκι, ένας άνθρωπος που ήταν κι αυτός ειδικευμένος στο γράψιμο, σκότωσε τον πανίσχυρο αρχηγό της χωροφυλακής, τον Μεζεντσόφ. Κι εδώ επίσης, επρόκειτο για εκδίκηση των σφαγιασμένων συντρόφων. Αλλά ο Κραβσίνσκι δεν ήταν πια μια μονάδα, έδρασε σαν μέλος μιας επαναστατικής οργάνωσης.

Οι διασκορπισμένες ανάμεσα στο λαό «αποικίες» είχαν ανάγκη ηγεσίας. Μια μικρή εμπειρία από πραγματική πάλη τούς έκανε να ξεπεράσουν τις προκαταλήψεις τους ενάντια στο συγκεντρωτισμό και την πειθαρχία, που έμοιαζαν κάπως να έχουν απόχρωση από «νετσαγεφισμό». Οι ομάδες της επαρχίας ακολούθησαν με προθυμία το νεοσχηματισμένο κέντρο, κι έτσι δημιουργήθηκε, από επίλεκτα στοιχεία, η οργάνωση που ονομάστηκε «Γη και Ελευθερία», ένα σώμα από επαναστάτες Λαϊκούς, αληθινά αξιοθαύμαστο σε σύνθεση και αλληλεγγύη των στελεχών του. Δυστυχώς όμως, η θέση αυτών των Λαϊκών για το λαό, που αποδείχθηκε τόσο ασυγκίνητος από τις αιματηρές θυσίες των επαναστατών, χαρακτηρίζονταν όλο και πιο πολύ από σκεπτικισμό. Η Ζάσουλιτς και ο Κραβσίνσκι, με το παράδειγμά τους, έμοιαζαν να προσκαλούν τους οπαδούς τους να πάρουν τα όπλα και χωρίς να περιμένουν τις μάζες, να τα σηκώσουν αμέσως για την υπεράσπιση του ίδιου τού εαυτού τους. Μισό χρόνο αργότερα, από τη δολοφονία του Μεζεντσέφ, ένας νεαρός αριστοκράτης, ο Μίρσκι – αυτή τη φορά με την εντολή τού κόμματος – πυροβόλησε τον Ντρέντελι, το νέο αρχηγό, αλλά αστόχησε !

Τον ίδιο περίπου καιρό, την άνοιξη του 1879, ένα αξιόλογο μέλος τού κόμματος από την επαρχία, έφθασε στην πρωτεύουσα με σκοπό να προτείνει τη δολοφονία του τσάρου. Γιος κατώτερου κυβερνητικού υπαλλήλου, που σπούδασε με έξοδα της κυβέρνησης και στη συνέχεια επαρχιακός δάσκαλος, ο Αλέξανδρος Σολοβιόφ πέρασε από τη σοβαρή σχολή των επαναστατικών αποικιών στα χωριά τού Βόλγα, πριν να απογοητευθεί για την αποτυχία της προπαγάνδας. Οι ηγέτες της οργάνωσης «Γη και Ελευθερία» δίστασαν. Αυτό το άλμα της τρομοκρατίας στο άγνωστο τους φόβιζε. Το κόμμα αρνήθηκε την έγκρισή του, αλλά αυτό δε σταμάτησε τον Σολοβιόφ. Στις 2 Απριλίου, στην πλατεία των Χειμερινών Ανακτόρων, πυροβόλησε μ’ ένα ρεβόλβερ τρεις φορές τον Αλέξανδρο ΙΙ. Κι αυτή η απόπειρα απέτυχε και ο τσάρος διέφυγε σώος. Η κυβέρνηση οπωσδήποτε αντέδρασε με μια βροχή από αντίποινα πάνω στον τύπο και τη νεολαία της χώρας: η απόπειρα του Σολοβιόφ είχε την ίδια σχέση με το κίνημα «Προς το λαό» της δεκαετίας του 1870 που είχε τού Καρακοζόφ με την πρώτη προσπάθεια για προπαγάνδα της προηγούμενης δεκαετίας. Η συμμετρία ήταν πάρα πολύ φανερή. Αλλά ο δεύτερος επαναστατικός κύκλος ήταν ασύγκριτα πιο σημαντικός από τον πρώτο, όχι μονάχα στον αριθμό των ατόμων που είχαν ενταχθεί στο κίνημα, αλλά και στην αποφασιστικότητα και την εμπειρία τους, καθώς και τη σκληρότητα της πάλης. Η απόπειρα του Σολοβιόφ, που η «Γη και Ελευθερία» δεν μπόρεσε να αποκηρύξει, δεν έμεινε, όπως ο πυροβολισμός τού Καρακοζόφ, μια μεμονωμένη πράξη. Η συστηματική τρομοκρατία μπήκε στην ημερήσια διάταξη. Ο πόλεμος με την Τουρκία, ανατάραξε την εθνική οικονομία και οδήγησε σε συμβιβασμό τη ρώσικη διπλωματία στη Σύνοδο τού Βερολίνου (1878), κλόνισε βαθιά τη ρωσική κοινωνία, μείωσε το κύρος της κυβέρνησης και έδωσε στήριγμα στις υπερβολικές ελπίδες των επαναστατών που τους έσπρωχναν στο δρόμο της άμεσης πολιτικής πάλης.

Τον Ιούνιο του 1879, σπάζοντας από την ομάδα των ορθόδοξων Λαϊκιστών που αρνήθηκαν εγκαταλείψουν τα χωριά, η Γη και Ελευθερία άλλαξε το δέρμα της και μπήκε στην αρένα της πολιτικής σαν Λαϊκή Θέληση. Οπωσδήποτε στην ιδρυτική του διακήρυξη το νέο κόμμα δεν αποκήρυσσε τη προπαγάνδα μέσα στις μάζες. Το αντίθετο μάλιστα, αποφάσισαν να διαθέσουν τα δύο τρίτα των οικονομικών πόρων του κόμματος σε αυτή και μόνο το ένα τρίτο στη τρομοκρατία. Αλλά αυτή η απόφαση απέμεινε σαν μια συμβολική συμβολή στο παρελθόν. Οι επαναστάτες χημικοί δεν είχαν δυσκολία στο να εξηγήσουν εκείνες τις ημέρες ότι η δυναμίτιδα και η νιτρογλυκερίνη που είχαν ευρέως διαδοθεί με τον Ρώσο-Τουρκικό πόλεμο μπορούσαν εύκολα να παρασκευαστούν μέσα στο σπίτι. Ο κύβος είχε ριχθεί. Την ίδια στιγμή η προπαγάνδα έχοντας απογοητεύσει για όλες τις προσδοκίες, αντικαταστάθηκε μια για πάντα από την τρομοκρατία και το ρεβόλβερ έχοντας αποκαλύψει την ανεπάρκεια του αντικαταστάθηκε με τη δυναμίτιδα. Όλη η οργάνωση ξαναφτιάχτηκε για να ανταποκριθεί στις ανάγκες της τρομοκρατικής πάλης. Όλες οι δυνάμεις και όλοι οι πόροι διατέθηκαν για την προετοιμασία των δολοφονιών. Οι «χωρικοί» ξεχάστηκαν εντελώς από τους υπόλοιπους επαναστάτες στις μακρινές τους γωνιές. Προσπάθησαν μάταια να δημιουργήσουν μια ανεξάρτητη οργάνωση, το Μαύρο Αναδασμό (Chorny Peredel) που όμως ήταν προορισμένος να αποτελέσει τη γέφυρα με το μαρξισμό, χωρίς να έχει ανεξάρτητη πολιτική υπόσταση. Η στροφή προς τη τρομοκρατία ήταν χωρίς επιστροφή. Οι προγραμματικές διακηρύξεις των επαναστατών αναθεωρήθηκαν για να αντιστοιχούν στις απαιτήσεις και στις νέες μεθόδους της πάλης. Η Γη και Ελευθερία διέδωσε τη θέση ότι ένα σύνταγμα θα ήταν από μόνο του επιζήμιο για το λαό, ότι η πολιτική ελευθερία όφειλε να είναι ένα υποπροϊόν της κοινωνικής επανάστασης. Η Λαϊκή Θέληση είχε παραδεχτεί ότι το επίτευγμα της πολιτικής ελευθερίας ήταν μια απαραίτητη προϋπόθεση για τη κοινωνική επανάσταση. Η Γη και Ελευθερία προσπάθησαν να δουν στην τρομοκρατία απλώς ένα σήμα για δράση που δίνονταν στις καταπιεσμένες μάζες από τα πάνω. Η Λαϊκή Θέληση έβαλε στον εαυτό της το καθήκον να επιτύχει την επανάσταση με την τρομοκρατική «αποδιοργάνωση» της κυβέρνησης. Αυτό που στην αρχή δεν ήταν παρά μια μισό-ενστικτώδικη πράξη εκδίκησης για τους συντρόφους θύματα στη πορεία των γεγονότων μετατράπηκε σε ένας αύταρκες σύστημα πολιτικής πάλης. Έτσι οι διανοούμενοι, απομονωμένοι από το λαό και ταυτόχρονα σπρωγμένοι εμπρός στην ιστορική πρωτοπορία από την συνολική πορεία των γεγονότων προσπάθησαν να ξεπεράσουν την κοινωνική τους αδυναμία, πολλαπλασιάζοντάς την με την εκρηκτική ισχύ τού δυναμίτη. Μετέτρεψαν τη χημεία της καταστροφής σε πολιτική αλχημεία.

Μαζί με την αλλαγή των καθηκόντων και των μεθόδων, το κέντρο βάρους της δουλειάς μετακινήθηκε απότομα από το χωριό στην πόλη, από την πόλη στην πρωτεύουσα. Το αρχηγείο της επανάστασης έπρεπε στο εξής να αντιπαρατεθεί άμεσα στο αρχηγείο της κυβέρνησης. Ταυτόχρονα, μεταβλήθηκε η ψυχοσύνθεση των επαναστατών, καθώς επίσης και η εξωτερική τους εμφάνιση. Με την εξαφάνιση της απλοϊκής τους πίστης στο λαό, η αδιαφορία τους, όσον αφορά στη συνωμοτικότητα, έγινε κι αυτή ένα κεφάλαιο τού παρελθόντος. Οι επαναστάτες συγκεντρώθηκαν ο ένας κοντά στον άλλο, έγιναν πιο επιφυλακτικοί, πιο προσεχτικοί και αποφασιστικοί. Κάθε καινούρια μέρα ερχόταν με θανάσιμους κινδύνους. Κουβαλούσαν για αυτοάμυνα ένα μαχαίρι στη ζώνη τους και ένα ρεβόλβερ στην τσέπη τους. Άνθρωποι που δυο-τρία χρόνια νωρίτερα μάθαιναν το επάγγελμα τού τσαγκάρη ή του ξυλουργού για να μπορέσουν να συγχωνευτούν με το λαό, τώρα σπούδαζαν την τέχνη να συναρμολογούν και να πετούν τις βόμβες και να πυροβολούν σε κινούμενους στόχους. Ο μάρτυρας αντικατέστησε τον απόστολο. Ενώ οι προπαγανδιστές της αγροτιάς ντύνονταν σχεδόν με κουρέλια, στην προσπάθειά τους να μοιάσουν περισσότερο με το «λαό», οι επαναστάτες των πόλεων προσπαθούσαν να μη διακρίνονται εξωτερικά από τους καλοστεκούμενους, μορφωμένους κατοίκους της πόλης. Αλλά, όπως ήταν απότομη η αλλαγή που έγινε μέσα σε λίγα χρόνια, ήταν αρκετά εύκολο να ξεδιακρίνεις τον παλιό «μηδενιστή» κάτω κι από τα δυο μασκαρέματα. Ντυμένος μ’ ένα παλιό πανωφόρι, δεν είχε γίνει ένας άνθρωπος του λαού, και με το κουστούμι του καθώς πρέπει κυρίου, δεν ήταν ένας αστός. Ένας κοινωνικός αποστάτης που αναζητούσε τρόπο να ανατινάξει την παλιά κοινωνία, ήταν αναγκασμένος να δεχθεί το προστατευτικό επίχρισμα πότε τού ενός και πότε του άλλου από τους δυο πόλους της.

Ο επαναστατικός δρόμος της ιντελλιγκέντσια μας έγινε φανερός βαθμιαία. Έχοντας αρχίσει με μια θεωρητική αυτοαποθέωση, κάτω από το όνομα της «κριτικής σκέψης», στη συνέχεια την αποκήρυξαν στο όνομα μιας συγχώνευσης με το λαό, για να φθάσουν ακόμα μια φορά, όταν η συγχώνευση απέτυχε, σε μια πρακτική αυτοαποθέωση που προσωποποιήθηκε από την τρομοκρατική Εκτελεστική Επιτροπή. Η κριτική σκέψη η ίδια εμφυτεύτηκε στις βόμβες, που η αποστολή τους ήταν να ρίξουν τα πεπρωμένα της χώρας στα χέρια μιας χούφτας σοσιαλιστών. Έτσι γράφτηκε, τουλάχιστον στο επίσημο πρόγραμμα της Λαϊκής Θέλησης. Η αποκήρυξη της μαζικής πάλης μετέτρεψε τους σοσιαλιστικούς σκοπούς σε υποκειμενικές αυταπάτες. Η μοναδική πραγματικότητα που απόμενε ήταν η τακτική να φοβίζουν με βόμβες τη μοναρχία, με τη μόνη προσδοκία να κερδίσουν συνταγματικές ελευθερίες. Στον αντικειμενικό τους ρόλο, οι χθεσινοί αναρχικοί αντάρτες, που δεν ήθελαν ν’ ακούσουν για αστική δημοκρατία, έγιναν τώρα ένοπλο απόσπασμα στην υπηρεσία τού φιλελευθερισμού. Η ιστορία έχει τρόπους να βάζει τους θορυβοποιούς στη θέση τους. Το πρόγραμμά τους δεν έβαζε στην ημερήσια διάταξη την αναρχία, αλλά τις πολιτικές ελευθερίες.

Η επαναστατική πάλη μετατράπηκε σε έναν αγώνα ανάμεσα στην Εκτελεστική Επιτροπή και την αστυνομία. Η ομάδα «Γη και Ελευθερία», και μετά από αυτή η Λαϊκή Θέληση, πραγματοποιούσαν τις πρώτες τους πράξεις, μεμονωμένα η μια από την άλλη, στην πλειοψηφία τους αποτυχημένες. Η αστυνομία τους έπιασε και τους κρέμασε χωρίς αργοπορία. Από τον Αύγουστο του 1878 μέχρι το Δεκέμβριο του 1879, δεκαεφτά επαναστάτες κρεμάστηκαν για δύο κυβερνητικά θύματα. Δεν έμενε άλλο από το να αφήσουν τα ατομικά χτυπήματα στους κυβερνητικούς αξιωματούχους και να συγκεντρώνουν ολόκληρη την ισχύ τού κόμματος εναντίον του τσάρου. Είναι αδύνατο ακόμα και τώρα, από την απόσταση τού μισού αιώνα, να μην εντυπωσιαστεί κανείς από την ενεργητικότητα, το κουράγιο και το οργανωτικό ταλέντο αυτής της χούφτας των μαχητών. Ο πολιτικός ηγέτης και ρήτορας Ζελιάτοφ, ο επιστήμονας και εφευρέτης Κιμπάλτσιτς, γυναίκες όπως η Περόβσκαγια και η Φίγκνερ, απαράμιλλοι σε ηθική γενναιότητα, ήταν η αφρόκρεμα της ιντελλιγκέντσια, το άνθος μιας γενιάς. Ήξεραν το πως και το δίδασκαν στους άλλους, να υποτάσσουν τους εαυτούς τους ολοκληρωτικά σε έναν ελεύθερα επιλεγμένο στόχο. Τα ανυπέρβλητα εμπόδια έμοιαζαν να μην υπάρχουν γι’ αυτούς τους ήρωες που είχαν υπογράψει συμβόλαιο με το θάνατο. Πριν να τους καταστρέψει, η τρομοκρατία τους έδωσε μια υπεράνθρωπη αντοχή. Θα έσκαβαν τούνελ κάτω από τη σιδηροδρομική γραμμή που θα περνούσε το τρένο τού τσάρου και μετά, κάτω από το δρόμο που θα περνούσε η άμαξά του. Θα σκαρφάλωναν στο τσαρικό ανάκτορο με ένα φορτίο δυναμίτη – όπως έκανε ο εργάτης Κχαλτούριν – και θα τον έπαιρναν ξανά πίσω. Η μια αποτυχία μετά την άλλη! «Ο Παντοδύναμος προστατεύει τον απελευθερωτή», έκραζε ο φιλελεύθερος Τύπος. Αλλά μακροπρόθεσμα η ενεργητικότητα της Εκτελεστικής Επιτροπής θα αποδεικνυόταν ισχυρότερη από την επαγρύπνηση του Παντοδύναμου.

Την 1η Μαρτίου 1881, σ’ ένα δρόμο της πρωτεύουσας, αφού ένας νέος άνδρας, ο Ρισάκοφ, απέτυχε στο σκοπό του, ο Γκρινεβίτσκι, πετώντας μια δεύτερη βόμβα κατασκευής Κιμπάλτσιτς, σκότωσε τον εαυτό του και ταυτόχρονα τον Αλέξανδρο ΙΙ. Ένα πλήγμα καταφέρθηκε τότε στην καρδιά τού καθεστώτος. Αλλά έγινε γρήγορα φανερό ότι η Λαϊκή Θέληση θα καιγόταν η ίδια στη φωτιά αυτής της επιτυχημένης τρομοκρατικής πράξης. Η δύναμη τού κόμματος είχε συγκεντρωθεί σχεδόν εξολοκλήρου στην Εκτελεστική Επιτροπή του. Έξω απ’ αυτήν υπήρχαν μονάχα βοηθητικές ομάδες που δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία. Τουλάχιστον, η τρομοκρατική πάλη που περιλάμβανε και την προπαρασκευαστική τεχνική δουλειά, γινόταν σχεδόν αποκλειστικά από τα μέλη της κεντρικής ομάδας. Πόσοι ήταν αυτοί οι μαχητές; Οι αριθμοί είναι τώρα γνωστοί και πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Η πρώτη Εκτελεστική Επιτροπή αποτελείτο από 28 άτομα. Μέχρι την 1η Μαρτίου τού 1881, όλα τα μέλη μαζί, που ποτέ δεν ήταν ταυτόχρονα σε δράση, έφθαναν τα τριάντα εφτά άτομα. Εντελώς παράνομοι – που σήμαινε ότι είχαν κόψει κάθε κοινωνικό ακόμα και οικογενειακό δεσμό – οι άνθρωποι αυτοί όχι μονάχα κρατούσαν σε συναγερμό όλη την πολιτική αστυνομική δύναμη, αλλά για κάποιο διάστημα μεταμόρφωσαν το νέο τσάρο σε «ερημίτη τού Γκατσίνα»3. Ολόκληρος ο κόσμος τραντάχτηκε από τις βροντές της τιτάνιας επίθεσης στο δεσποτισμό της Πετρούπολης. Το μυστηριώδες κόμμα έμοιαζε να έχει λεγεώνες από μαχητές στις διαταγές του. Η Εκτελεστική Επιτροπή καλλιεργούσε προσεκτικά αυτή την υπνωτική πίστη στην παντοδυναμία της. Αλλά κανένας δε μπορεί να αντέξει για πολύ όταν στηρίζεται μόνο στην ύπνωση. Ακόμα περισσότερο που οι εφεδρείες εξαντλήθηκαν με απρόσμενη ταχύτητα.

Σύμφωνα με τις ιδέες της Λαϊκής Θέλησης, κάθε πετυχημένο χτύπημα στον εχθρό θα ύψωνε το κύρος του κόμματος, θα στρατολογούσε νέους μαχητές, θα διεύρυνε τον κύκλο των συμπαθούντων, και αν δεν ξεσήκωνε αμέσως τις λαϊκές μάζες, θα ενθάρρυνε τουλάχιστον τη φιλελεύθερη αντιπολίτευση. Οι βάσεις αυτών των ελπίδων δεν ήταν όλες φανταστικές. Ο ηρωισμός τους αναμφίβολα προκαλούσε την άμιλλα. Δεν υπήρχε επίσης έλλειψη από νέους άνδρες και γυναίκες που ήταν έτοιμοι να χτυπηθούν με τις βόμβες τους. Αλλά δεν υπήρχε τώρα κανένας να τους συνενώσει και να τους οδηγήσει. Το κόμμα ήταν σε αποσύνθεση. Από τη φύση της, η τρομοκρατία ξόδεψε τις δυνάμεις που προμηθεύτηκε στη διάρκεια της μακριάς περιόδου της προπαγάνδας, πριν να μπορέσει να δημιουργήσει καινούριες. «Χρησιμοποιήσαμε το κεφάλαιό μας», είπε ο ηγέτης της Λαϊκής Θέλησης, Ζελιάμποφ. Είναι βέβαιο, ότι η δίκη των δολοφόνων του τσάρου προκάλεσε μια παθιασμένη απόκριση στις καρδιές των μεμονωμένων νέων ανθρώπων. Αν και η Πετρούπολη είχε τελείως εκκαθαριστεί από την αστυνομία, οι ομάδες της Λαϊκής Θέλησης εξακολουθούσαν να ξεφυτρώνουν σε διάφορες επαρχίες μέχρι το 1885. Οπωσδήποτε αυτό δεν έφθανε μέχρι το σημείο ενός νέου κύματος τρομοκρατίας. Έχοντας κάψει τα δάχτυλά τους, η μεγάλη πλειοψηφία από τους διανοούμενους αποτραβήχτηκε από την επαναστατική μάχη.

Τα πράγματα δεν πήγαν καλύτερα με τους φιλελεύθερους, στους οποίους στράφηκαν μετά την αγροτιά οι τρομοκράτες με όλο και μεγαλύτερη ελπίδα. Οπωσδήποτε, με αφορμή τις διπλωματικές αποτυχίες της κυβέρνησης και την οικονομική αναταραχή, τα μέλη των ζέμστβο, προσπάθησαν να κάνουν μια δοκιμαστική κινητοποίηση των δυνάμεών τους. Αποδείχθηκε ότι ήταν μια κινητοποίηση της ανικανότητας. Φοβισμένοι από την αυξανόμενη σκληρότητα ανάμεσα στα δυο εμπόλεμα στρατόπεδα, οι φιλελεύθεροι έσπευσαν να ανακαλύψουν στη Λαϊκή Θέληση όχι ένα σύμμαχο, αλλά το κυριότερο εμπόδιο στο δρόμο των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων. Με τα λόγια του πιο αριστερού ανθρώπου των ζέμστβο, Ι.Ι. Πετρούνκεβιτς, οι πράξεις των τρομοκρατών το μόνο που κάνουν είναι να «φοβίζουν την κοινωνία και να εξαγριώνουν την κυβέρνηση».

Έτσι, όσο πιο εκκωφαντικές γίνονταν οι εκρήξεις του δυναμίτη, τόσο πιο ολοκληρωτικό γινόταν το κενό που περιέβαλλε την Εκτελεστική Επιτροπή, η οποία είχε κάποτε αναπηδήσει από ένα σχετικά πλατύ κίνημα των διανοουμένων. Κανένα απόσπασμα ανταρτών δεν μπορεί να αντέξει για πολύ ανάμεσα σε εχθρικό πληθυσμό. Καμιά παράνομη ομάδα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ένα παραπέτασμα από συμπαθούντες. Η πολιτική απομόνωση παρέδωσε τελικά τους τρομοκράτες στην αστυνομία, που με αυξανόμενη αποτελεσματικότητα εκκαθάριζε τόσο τα απομεινάρια των παλιών ομάδων, όσο και τα σπέρματα των καινούριων. Η διάλυση της Λαϊκής Θέλησης προχώρησε γρήγορα με μια σειρά από συλλήψεις και δίκες, μέσα στο κλίμα της αντιδραστικής ανόρθωσης της δεκαετίας του 1880. Θα κάνουμε μια καλύτερη γνωριμία αυτής της παγωμένης περιόδου, που έχει σχέση με την τρομοκρατική απόπειρα του Αλέξανδρου Ουλιάνοφ.

--------------------------------------------------------------

1 Ο Νικολάι Τσερνιτσέφσκυ (1828-89), συγγραφέας της περίφημης προγραμματικής νουβέλας «Τι πρέπει να γίνει;», είναι μια από τις κορυφαίες μορφές στην ιστορία της Ρωσικής επαναστατικής σκέψης. (Σημ. αμερικανικής έκδοσης)

2 Σεργκέι Νετσάγεφ (1847-82), αναρχικός επαναστάτης, υποστηρικτής της χωρίς έλεος τρομοκρατίας και της απόλυτης συνωμοτικότητας. Η περίφημη «Κατήχηση του επαναστάτη» προώθησε την ιδέα ότι για χάρη του σκοπού ο αληθινός επαναστάτης πρέπει να παραβλέπει όλους τους κανόνες της στοιχειώδους ανθρωπιάς. Μερικές από τις ιδέες του Νετσάγεφ αντανακλώνται στους Δαιμονισμένους του Ντοστογέφσκυ. (Σημ. αμερικανικής έκδοσης)

3 Βρίσκονταν σε μια απόσταση μικρότερη από τριάντα μίλια από την Αγία Πετρούπολη, η Γκατσίνα ήταν η αγαπημένη διαμονή των τσάρων της Ρωσίας κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα. (Σημ. αμερικανικής έκδοσης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου